«Το σημαντικό με το ποδόσφαιρο είναι ότι δεν αφορά μόνο το ποδόσφαιρο.»
Terry Pratchett
Το φετινό μουντιάλ δεν ήταν στα βασικά μου πλάνα για να παρακολουθήσω. Λίγο οι δύσκολες ώρες πραγματοποίησης των παιχνιδιών, λίγο η θέαση του κρυφτού μεταξύ πολιτικής Τραμπ και ποδοσφαίρου, ‘‘λίγο εγώ, λίγο εσύ’’ , που λέει και το λαϊκό άσμα, ήταν οι κύριοι παράγοντες ώστε να είμαι αρνητικός να αφιερώσω χρόνο μπροστά στη τηλεόραση να δω μπαλίτσα.
Όμως το μικρόβιο κινείται ύπουλα αργά τα βράδια και έτσι ως τώρα έχω παρακολουθήσει αρκετά ματς εθνικών ομάδων. Μόλις τελειώνουν οι αναμετρήσεις, μου αρέσει να βλέπω σαν σαπουνόπερα, τις αντιδράσεις των πρωταγωνιστών αλλά και των φιλάθλων ανά τον κόσμο. Από τη μία αγωνία, χαρά, λύπη, λύτρωση, έξαψη, ματαιότητα, κλάματα και από την άλλη χορευτικά, γούρια, θρησκείες, συνθήματα, κλάματα σε εθνικούς ύμνους, αγκαλιές, παιδικές κραυγές συνθέτουν το ποδοσφαιρικό παζλ των αγώνων του Μουντιάλ. Το κάνουν έτσι πιο φωτεινό, πολύχρωμο αλλά και πιο ανθρώπινο.
Ύστερα, μετά από κάθε αναμέτρηση η ίδια απορία. Εμείς; Η Εθνική Ελλάδα που είναι; Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες φίλαθλοι ίσως αρθογραφούν στο Facebook για τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Ίσως να παρακολουθούν τον Άρη Πορτοσάλτε να κοροϊδεύει τον προπονητή της Αιγύπτου που περνάει αντιπολεμικά μηνύματα με τη σημαία της Παλαιστίνης μέσα στα γήπεδα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, όσο η ομάδα του φτάνει στις δεκαέξι καλύτερες ομάδες. Ο Έλληνας και η ελληνίδα ίσως να κυκλοφορεί πέρα δώθε τζατζίκια και πατάτες (και καλά κάνουμε), όσο οι Νορβηγοί προχωρούν στη διοργάνωση, ίσως να πίνει φραπέδες και να κουβεντιάζει με φίλους και φίλους για τα cojones του Donald Trump και της FIFA. Ίσως, να είναι έτσι αλλά ίσως και όχι.
Εν τοις πράγμασι, η Εθνική Ελλάδα αγνοεί τη συμμετοχή στη τελική φάση Μουντιάλ από το 2014, όπου και έκανε μια αξιοπρόσεκτη πορεία. Από τότε χάνει την ευκαιρία εύκολα ή δύσκολα σε κάθε προκριματικό γύρο. Οι πρακτικοί και οι γνώστες του ποδοσφαίρου μιλούν για ανικανότητα της ΕΠΟ, για λάθη του Γιοβάνοβιτς, για κλίκες ποδοσφαιριστών. Προσθέτουν ότι τώρα υπάρχουν παίκτες με ταλέντο, ποιότητα και εμπειρία με παραστάσεις υψηλού επιπέδου αλλά η ελλιπής καθοδήγηση καταλήγει στις αποτυχίες. Άλλοι θα πουν ότι όλη η δομή είναι ανίκανη. Τα νέα παιδιά δεν παίζουν πολύ στις ομάδες τους και οι ευκαιρίες σε υψηλό επίπεδο είναι ελάχιστες. Δεν υπάρχει πλάνο και στοχοθεσία από την ίδια την ελληνική ποδοσφαιρική ομοσπονδία και γενικότερα το επίπεδο των εμπλεκόμενων (προπονητών, παίκτες, κ.α) είναι συγκεκριμένο. Είναι και εκείνοι που θα ρίξουν την ευθύνη στους μεγάλους συλλόγους που ίσως δεν στηρίζουν τόσο τα νέα παιδιά και έχουν το μυαλό τους στις αγοροπωλησίες.
Σε γενικό βαθμό συμφωνώ με τα παραπάνω καθότι στον χωρισμό της εθνικής ομάδας με το Παγκόσμιο Κύπελλο ευθύνονται αρκετοί παράγοντες, λιγότερο ή περισσότερο. Όμως στο σημείο αυτό θα ήθελα να δώσω μια περισσότερο θεωρητική αλλά και ολιστική προσέγγιση. Αντικειμενικά το ελληνικό ποδόσφαιρο σε εθνικό αλλά και συλλογικό επίπεδο κάνει αργά βήματα προόδου. Μήπως όμως το ελληνικό ποδόσφαιρο επηρεάζεται από τη συνολική εικόνα της χώρας μας; Η εμπορευματοποίηση κάθε περιοχής, η απουσία προσβάσιμων πράσινων χώρων όπως αλάνες, δημοτικά γήπεδα χωρίς τις κατάλληλες αδειοδοτήσεις από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, δημοτικά γήπεδα παρατημένα, χωρίς προσωπικό και εξοπλισμό, θα μπορούσαν να έχουν αρνητικό ρόλο στη βελτίωση του ποδοσφαίρου μας; Μήπως η πορεία της εθνικής ομάδας να είναι ακόλουθο μιας κοινωνίας, στην οποία τα παιδιά της δεν παίζουν πλέον στις γειτονιές; Μιας κοινωνίας που τα παιδιά της συμμετέχουν μονάχα σε μαθήματα γαλλικών, άρπας, κεραμικής και fitness στο γυμναστήριο; Να είναι ακόλουθο της απουσίας ελεύθερου χρόνου των ίδιων των νέων, για ελεύθερο παιχνίδι, για φαντασία, για δημιουργία;
Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, η αδυναμία της εθνικής μας ομάδας να προκριθεί σε τελική φάση του Mundial μου μοιάζει με τη ψυχοσύνθεση της ελληνικής κοινωνίας. Άχρωμη, χωρίς οργάνωση, συναίσθημα, εκτόνωση στα social, μια κοινωνία χωρίς όνειρα. Στην Ελλάδα δεν έχουμε χρόνο για ποδόσφαιρο, γιατί κυνηγάμε ο ένας τον άλλο στο Facebook. Είμαστε φτωχοί, με pass και περιμένουμε κάποιον να μας σώσει. Αδυνατούμε να βρούμε ταυτότητα. Δεν έχουμε το πάθος των Αργεντινών, αλλά δεν βρίσκουμε και την Ιθάκη, όχι του Αλέξη Τσίπρα, αλλά της Νορβηγίας ή της Ελβετίας, βρε αδελφέ, που ψάχνουμε ή που τα κόμματα ευαγγελίζονται κάθε τετραετία ότι θα μας χαρίσουν. Η Ελλάδα εγκατέλειψε όλα τα συναισθήματα. Όλα είναι μετρήσιμα, όλα είναι λεφτά. Τζατζίκι 6 ευρώ, κεφτέδες 7,5 ευρώ, σαλάτα 10 ευρώ. Δεν παράγει τίποτα, δεν αντιστέκεται στο άδικο, στον πόλεμο, δεν βρίσκει κάτι να είναι χαρούμενη. Όλα είναι στάσιμα και αναλύονται με βάση το κέρδος. Η Ελλάδα δεν είναι για κάτι πλέον υπερήφανη. Κρατά μονάχα σαν εχέγγυο τη ντομάτα και τον ήλιο. Το πιο θλιβερό δεν είναι ότι η εθνική ομάδα έχει να πάει σε Mundial 12 χρόνια, αλλά ότι όταν θα πάει, μετά από πολλά ακόμα χρόνια, δεν θα ξέρουμε πως να χαρούμε ή να λυπηθούμε για τη προσπάθεια της. Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου ανδρών, σε μια θεωρητική προσέγγιση, ακολουθεί την κατηφόρα της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Χωρίς ταυτότητα, χωρίς οργάνωση και κυρίως χωρίς συναίσθημα.
*Ο Αντώνης Ακρωτηριανάκης είναι απόφοιτος Σχολής Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού Αθηνών


