14.4 C
Chania
Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου, 2026

Μνήμες από τα παλιά: Το µικρό αλάνι…

Σαν παραµύθι τση γιαγιάς ακούγεται σήµερα, ο αγώνας ενός παιδιού να ανατραφεί την εποχή εκείνη, τρώγοντας µόνο κλεµµένα φρούτα και κυνηγώντας τα πετεινά του ουρανού. Κι όµως έτσι µεγάλωσε ο φίλος µας ο Λευτεράκης στο χωριό την δεκαετία του ‘50, µέχρι που έκλεισε τα δεκαπέντε του, κι επήγε παραγιός στην πόλη να µάθει ένα τεχναλάκι. Ούλη µέρα κυνηγούσε πιπιόνια, ατζοκώλους και περιστεράκια µε το λάστιχό του. Τα βράδια σκαρφάλωνε πάνω τσι σκαλοθυρήδες τση εκκλησίας σαν την αράχνη, εκεί που φώλευαν τα περιστέρια και µάγκωνε τα παλαζάκια. Τα δάγκωνε από το λαιµό σαν την καλογιαννού, και τα πετούσε κάτω. Αν δεν είχε µικρά η φωλιά έτρωγε την µαµά περιστέρα. Μιλάµε για µεγάλη πείνα το φτωχάκι κι ήταν σαν την τσίτα.. Όταν κυνηγούσε σπουργίτες που σύχναζαν κοντά στα σπίτια έµπαινε κάτσα κάτσα στα κοτέτσια σαν την ζουρίδα και σούφρωνε τα αυγά από τσι φωλιές. Τα πήγαινε σπίτι και του έκανε η µάνα του σφουγκάτο µε τα σπουργιτάκια. Μια φορά που δεν είχε αυγά η φωλιά, πήρε κατά λάθος το «πότοκο». Τα µεσηµέρια που γυρνούσαν οι χωριανοί σπίτι έκανε πως κυνηγούσε στον κάµπο σουσουράδες κι αυτό µασούλιζε ό,τι εύρισκε φαγώσιµο… Καρύδια, σταφύλια, αµύγδαλα, απίδια σύκα, βερύκοκα, ροδάκινα, λωτοί, καρπούζες, πεπόνια, αγγούρια, ξυλάγκουρα, βάτσινα… κι ό,τι άλλο παράγει η µαµά φύση… Έτρωγε µέχρι να την κάνει τόπι. Γέµιζε και τα στήθια του για το σπίτι. Είχε µάθει να φλοµώνει και τα χέλια τσι ποταµούς από ένα γέρο ψαρά. Ένα χειµωνιάτικο πρωινό που πήγαινε στο σκολειό, ζήτησε νερό από µια γειτόνισσα.
-Ντα ίντα φαες µωρέ Λευτεριό το πρωί και διψάς;
-Πράµα θεία;
-Να σου κάµω µια λαδόφετα;
-Ναι θεία. Μετά που την έφαε.
-Να σου βάλω δα κι ένα µαστραπά νερό κοπέλι µου.
-Όη θεία δε διψώ.
∆εν ξεχνιέται εύκολα αυτό το µικρό αλητάκι µε τα αδύνατα ατζάκια… κουρεµένο γουλί, φορώντας κοντά πατελονάκια χειµώνα καλοκαίρι, µια πατατούκα τσόχινη, και µακρές γαλότσες τ’ αδερφού του, δυο τρία νούµερα πιο µεγάλες… να το βλέπεις να τρέχει βολίδα για το δηµοτικό. Να τρέχουν κι οι µύξες του και να τσι σκουπίζει µε τσι µανίκες του. Στο ένα χέρι βαστούσε ένα λαδωµένο αναγνωστικό, και στο άλλο ένα αλουµινένιο κυπελάκι. Ήταν ένας γέρο ντο διάολος… όπως διέδιδε στο χωριό ο δάσκαλος. Αν και ήταν θεονήστικο, περίµενε την κατάλληλη ευκαιρία να χύσει το σκονόγαλο που έκαναν στο δηµοτικό σε καµιά αρκαλότρυπα… έτσι από γινάτι.
-Γιάντα µωρέ ζερζεβούλη δεν το πίνεις το γαλατάκι σου παρά το χύνεις χάµες;
-Γιατί είναι τσουκνωµένο και δε µ’ αρέσει… και να το πιείς απατός σου…
Αργότερα στα µαθήµατα άνοιγε τσι παλάµες του από µοναχό ντου, γιατί δεν άνοιγε διάλε το βιβλίο, κι ήξερε πως θα τσ’ αρπάξει. Τότε δεν υπήρχαν ευαισθησίες και ψυχολογικά, ούτε ο φόβος του δασκάλου µην τυχόν και τον τιµωρήσουν για µπούλινγκ. Άρπαζε την κυδωνόβιτσα ο δάσκαλος και πάρε και τούτη και πάρε και την ξανάστροφη. Το κακορίκο το Λευτεράκι έτρωγε και µερικές ξώφαλτσες παραπάνω επειδή ήταν σαν το αδέσποτο κουλούκι. Του κλώτσου και του µπάτσου…
Ο προκοµένος ο αφέντης του, ενώ δεν είχε µια ελιά για να κρεµαστεί… αντί να πάει στο µαζωχτικό από τρία ένα, ήταν όλη µέρα στο καφενείο και έβαζε στο τσιµπούκι του πεταµένες γόπες, και τσι κάπνιζε.
Όταν έκανε θελήµατα το Λευτεράκι και του έδιδαν πράµα ψιλό οι χωριανοί, το κυνηγούσε µε τσι πέτρες στον δρόµο να του το αρπάξει, για να αγοράσει καπνό.
Μια Καθαρή ∆ευτέρα αγόρασε µια φρύσα ο ντεµπελχανάς από το µπακάλη, την πήγε σπίτι και την έφαε µοναχός του µε λαδολέµονο κι η γυναίκα του έψησε την φρυσοκεφαλή µε το ρύζι, για να φάνε τα πέντε κοπέλια του.
-Μα δεν ντρέπεσαι καθόλου µωρέ Νικολή, να πεινούν τα κοπέλια σου κι εσύ να τρως ολοµόναχος σου την φρύσα.
-Τα κοπέλια γίνονται µωρέ κουζουλέ, µα οι γέροι ξεγίνονται.. αλλά εσείς µια πάρτη που µυαλό…
Πολύ φιλοσοφηµένος ο κύριος Νίκος..!!


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα