Παρασκευή, 5 Μαρτίου, 2021

Μη σταματάς να ονειρεύεσαι…

…Ο γέρο-ναυτικός, ανακάθισε. Πλησίαζε ο εγγονός του. Αυτό το λυγερόκορμο παλικάρι ήταν η συμπάθεια του γέρου. Πες γιατί ήταν το πρώτο εγγόνι του, πες γιατί έφερε το όνομά του, πες γιατί φοιτούσε στο τελευταίο έτος της Ιατρικής, πες γιατί διέθετε μια φιλοσοφημένη σκέψη η οποία συχνά έδινε το έναυσμα για πολύωρες συζητήσεις μαζί του. Eνα-ένα και όλα μαζί, σχηματοποιούσαν στη συνείδηση του γέρου, μια απαράμιλλη προσωπικότητα του εγγονού.

Μα ήταν αρκετά φιλοσοφημένος και ο ίδιος. Καπετάνιος για δεκαετίες σε πλοία ποντοπόρα, είχε αρκετά φιλοσοφήσει τη ζωή, κι εύρισκε –με πλέρια ευχαρίστηση- ένα ισάξιο συζητητή στον προικισμένο εγγονό. `

Ετσι και σήμερα, καλωσόρισε το αγόρι με θέρμη:

– Καλώς το, το αγόρι μου… Κάθισε… Τι έχουμε σήμερα;

Το αγόρι, κάθισε στην καρέκλα που του πρόσφερε ο γέρο-ναυτικός.

Την πλησίασε αντίκρυ του και κάρφωσε τη ματιά του στα μάτια του γέρου.

Χωρίς περιστροφές, μπήκε αμέσως στο θέμα:

– Παππού, δεν έμεινε τίποτα όρθιο! Και για να γίνω πιο σαφής: Η πολιτική, αλλοτριώθηκε. Οι πολιτικοί μας, έχουν γίνει πρωταθλητές στο πειστικό ψέμα. Και το παράδοξο: Οι ψηφίζοντες να είναι -κατά κανόνα- φτωχότεροι στο τέλος κάθε τετραετίας, και οι ψηφιζόμενοι –κατά κανόνα- πλουσιότεροι! Πώς γίνεται αυτό παππού;

Γέλασε ο γέρο-ναυτικός. Του άρεσε το θέμα της σημερινής κουβέντας που κίναγε ο εγγονός του. Με αργές κινήσεις γέμισε την πίπα του με καπνό μυρωδάτο, την άναψε, τράβηξε βαθιά ρουφηξιά και άρχισε να μιλεί αργά, σοφά και μετρημένα:

– Έχεις δίκιο γιε μου. Ψεύτισε ο κόσμος. Τη Δημοκρατία τη βρίσκεις μόνο στα λεξικά, σε ολάκερη την Οικουμένη. Στη ζωή τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Και για να συμφωνήσω μαζί σου για το θέμα που έβαλες σήμερα για συζήτηση, για τους πολιτικούς δηλαδή, θα σου πω τι έλεγε ένας σοφός μας -ο Ευριπίδης θαρρώ- πριν 2.500 χρόνια: «Ένα κράτος δεν κινδυνεύει από τους πολίτες του. Κινδυνεύει από αυτούς που το κυβερνούν!»…

– Σοφός ο Ευριπίδης παππού. Και δικαιώνεται ξανά, ύστερα από τόσους αιώνες! Μα εγώ, βλέπω και άλλα: Βλέπω εσένα να υποφέρεις, γιατί σου έκοψαν, σου έφαγαν –καθώς λες- τη σύνταξη, τους κόπους μιας ζωής ολάκερης! Βλέπω χιλιάδες νέους λίγο μεγαλύτερούς μου, με πτυχία και μεταπτυχιακούς τίτλους, να παίρνουν “των αμματιών τους” και να αποζητούν την τύχη τους σε ξένους τόπους! Και χάνει η πατρίδα το ανθρώπινο κεφάλαιό της –τον αληθινό πλούτο της- και τον καρπώνονται άλλοι! Και συλλογίζομαι παππού: Εγώ, γιατί να σπουδάζω ακόμη; Και τι πως είμαι άριστος φοιτητής κοντά στο πτυχίο; Τι μέλλον με περιμένει παππού σε λίγο που θα είμαι πτυχιούχος με τον μισθό πείνας που θα παίρνω;… Έχω απελπιστεί παππού! Δεν ξέρω τι να κάνω!.. Δεν θέλω και να αφήσω την πατρίδα και να δουλέψω για αλλόφυλους!.. Μα πάλι, πρέπει και να ζήσω…

Τον έκοψε ο ασπρομάλλης συνομιλητής του: -Σεις οι νέοι, γιε μου, έχετε και στηρίζεστε σε δυο –ας πούμε- δεκανίκια: Ποια είναι αυτά; Μα, τα νιάτα και η ελπίδα… Στηρίξου σε αυτά… δεν θα χαθείς… θα το δεις… Και μην σταματάς να ονειρεύεσαι… Αν σε αφήσουν τα όνειρα, σε πήρε η ζωή από κάτω. Μην το ξεχνάς αυτό: Μην σταματάς να ονειρεύεσαι! Άκου τη φωνή της συνείδησής σου στο λειτούργημα που θα κληθείς να υπηρετήσεις σε λίγο καιρό. Και έχε πάντα στο νου σου τη σοφή ρήση: «Όπου υπάρχει ένα “θέλω”, ευρίσκεται κι ένας δρόμος!» Ακολούθησε λοιπόν τα θέλω σου, με οδηγό τα όνειρά σου…Δεν θα χάσεις! Και μην βλέπεις τους πολιτικούς… Μπροσπέρνα τους…

Και να σου πω και κάτι στερνό για δαύτους; `Ακουσέ το:

Ποτέ σου μην εμπιστευτείς

τον ήλιο του χειμώνα,

το σύννεφο καλοκαιριού,

πολιτικού το στόμα!

Eπεσε σιωπή….

1 Comment

  1. Ο μύθος της αμυγδαλιάς

    Βασιλοπούλα ήτανε η όμορφη Φυλλίδα
    κι ο Δημοφών πολεμιστής, μακριά από την πατρίδα
    Η μοίρα, τους συνάντησε και έπλεξε τα δίχτυα
    κι αγάπης κι έρωτα μαζί έδεσε καρδιοχτύπια
    Παντρεύτηκαν, μα μιά σκιά λύπης ακολουθούσε
    τον άντρα, που την όμορφη πατρίδα νοσταλγούσε
    Ζήτησ’ απ’ τη γυναίκα του, ταξίδι για να κάνει
    και τον αποχαιρέτησε μια μέρα στο λιμάνι,
    ζητώντας του με δάκρυα οπίσω να γυρίσει,
    μην ξεχαστεί στον τόπο του και την(ε) λησμονήσει

    Πέρασαν μήνες και καιροί, για να τον περιμένει
    και κάθε μέρα έσβηνε κι ήτανε πικραμένη
    Ως κι οι θεοί λυπήθηκαν απ’ το μαρτύριό της
    και μυγδαλιά την έκαμαν,να σβήσουν τον καημό της

    Κι εκείνος δεν το άντεξε, να ζήσει μακριά της
    και μέσ’ το καταχείμωνο, φτάνει στην γειτονιά της
    Δεντρό ξερό βρήκε εκεί, χωρίς καρπούς και φύλλα,
    κατάλαβε…εδάκρυσε κι ένοιωσ’ ανατριχίλα
    Έκλεισε το ξερό δεντρί, σφιχτά στην αγκαλιά του
    κι αμέσως εζωντάνεψαν τα άψυχα κλαδιά του.

    {Σύμβολο ελπίδας και ζωής
    η μυγδαλιά λογιέται…
    Να δείχνει κι απ’ το θάνατο
    η αγάπη δε νικιέται

    Σημαίνει αναγέννηση,
    σημαίνει και ελπίδα,
    η ανθισμένη αμυγδαλιά
    κι η όμορφη Φυλλίδα}

    Μαρία Βογιατζάκη Ντούζα
    Φιλόλογος
    Μέλος της Λογοτεχνικής Παρέας Χανίων

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες