» Jorge Comensal (µτφρ. Χριστίνα Φιλήµονος, εκδόσεις Carnívora)
Είχα µόλις διαβάσει τα Ηµερολόγια Καρκίνου της Όντρι Λορντ, ο θυµός και η οργή της πάλλονταν ακόµα µέσα µου πολύ πιο πέρα από την ίδια την τρισκατάρατη αρρώστια, στην επικράτεια µιας µαύρης, γυναίκας, λεσβίας, για ακόµα µια φορά είδα προπύργια της άγνοιάς µου να καταρρέουν, σηκώνοντας σύννεφα σκόνης. Οι µεταλλάξεις κυκλοφόρησαν πάνω κάτω την ίδια περίοδο, οι εκδόσεις και η Λατινική Αµερική τοποθέτησαν το βιβλίο αυτό στα ψηλά στρώµατα της στοίβας, ένα νήµα αναδύθηκε από το βιβλίο της Λορντ, ο καρκίνος, η καταραµένη αρρώστια, αυτό το ένα κύτταρο που δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο πολλαπλασιάζεται και καταλαµβάνει όγκο.
Το οπισθόφυλλο άφηνε µια διάσταση κωµικοτραγικού να πλανάται, µπορεί κανείς (έστω και να σκεφτεί) να κάνει «πλάκα» µε τον καρκίνο; Ήταν το ερώτηµα που κάπως µετρίαζε τις προσδοκίες µου, ταυτόχρονα έξαπτε την περιέργειά µου. Ο Ραµόν, σύµφωνα µε την περίληψη, πετυχηµένος και ευκατάστατος δικηγόρος, προσβάλλεται από καρκίνο της γλώσσας, η άµεσα αφαίρεσή της είναι θεραπευτικός µονόδροµος, άλαλος πια, αδυνατεί να δικηγορήσει, τα πρώτα βήµατα της ανηφόρας διανύονται.
Στο οπισθόφυλλο, δεν ξέρω γιατί, δεν γίνεται αναφορά σε δύο ακόµα καρκινοπαθείς, την Τερέσα, ψυχολόγο, που λόγω της δικής της σκληρής εµπειρίας απέκτησε µια φήµη ειδίκευσης στο συγκεκριµένο πεδίο, και τον Εδουάρδο, µόλις ενήλικας φοιτητής πανεπιστηµίου, που η δική του περιπέτεια, όταν ήταν µικρό παιδί, παρά την ίαση τού έχει αφήσει διάφορους παρελκόµενους φόβους, µε κύριο αυτόν της µικροφοβίας.
Μπροστά στο δέος της αρρώστιας, τα αναχώµατα ορθολογισµού υποχωρούν, η πρόληψη αποκτά διττή, τουλάχιστον, σηµασία, έτσι όπως η ελπίδα αναζητά να πιαστεί από τον οποιοδήποτε κάβο, το χιούµορ δεν µοιάζει να ανήκει στην επίπλωση του κελιού της ασθένειας, της οποίας το όνοµα κάποιοι δεν προφέρουν καν, µια απόπειρα να εξορκιστεί το κακό, ο φόβος πως εκείνο το ελάχιστο κύτταρο θα ακούσει το όνοµά του και θα ξυπνήσει αχόρταγο να κυριεύσει κάθε µέχρι πρότινος υγιή ιστό.
Αυτή είναι η λεπτή γραµµή επί της οποίας ο Κοµενσάλ επιλέγει να κινηθεί, αυτό το ιλαροτραγικό σκοινί το οποίο µένει να αποδειχτεί αντοχής, ώστε να υποστηρίξει την αφηγηµατική διαδροµή, αυτό το διαρκές όταν παρ’ όλ’ αυτά γελάς, το µαύρο, κατάµαυρο, κατράµι χιούµορ, ένα ξόρκι ίσως, µια απόπειρα επανακατάληψης του ορθολογικού οχυρού.
Χωρίς γλωσσικές φιοριτούρες και επιπλέον αφηγηµατικές ακροβασίες, µε µια απλότητα στο όριο της αφέλειας, ο Κοµενσάλ ξεδιπλώνει τις ιστορίες των τριών βασικών προσώπων, αλλά και των δευτερευόντων χαρακτήρων του δράµατος(;) αυτού, µε την οικογένεια να βρίσκεται εντός της επικράτειας στόχευσης των βολών που ο αφηγητής εξαπολύει, τη µία πίσω από την άλλη. Η απλότητα µοιάζει και είναι απαραίτητη ώστε να δέσει τη συνολική κατασκευή που πατά στην προαναφερθείσα λεπτή γραµµή, το όποιο περιττό βάρος θα αποδεικνυόταν ίσως καταδικαστικό, στέκεται επίσης, φαινοµενικά ωστόσο, στην επιφάνεια του συναισθήµατος των προσώπων, προφανείς σκέψεις και αντιδράσεις, τόσο προφανών όσο και το δέος και ο τρόµος απέναντι στο κακό, φαινοµενικά ωστόσο, αφού τριγκάρει τον προαιώνιο φόβο που η αρρώστια αναδύει στον καθένα µας, το ένστικτο της επιβίωσης, της δικής µας, πρώτα και κύρια, ας είµαστε ειλικρινείς, και των οικείων µας, πλήττεται ευθέως, καταδικάζοντας το βλέµµα να στραφεί σε σκοτεινές ζώνες, εκεί που έχουµε µάθει ή είµαστε φτιαγµένοι να µην κοιτάµε συνήθως, όσο τουλάχιστον είναι απαραίτητο ώστε να µην καταρρεύσουµε κάτω από το βάθος τους, να µπορούµε να κοιµόµαστε κάποια βράδια χωρίς εφιάλτες, να γελάµε ή να κάνουµε µελλοντικά σχέδια.
Ένας απλός αφηγηµατικός τρόπος και ένα δυσβάσταχτο κεντρικό θέµα δηµιουργούν ένα αντιστικτικό συναίσθηµα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, ένας ταυτόχρονα εύκολος και δύσκολος διάδροµος ανάγνωσης ανοίγεται µπροστά µας, που πότε µας κάνει να ξεχνιόµαστε και να γελάµε και πότε να σφίγγουµε τα δόντια, περισσότερο από ενοχή, κάτι που µοιάζει µε γρουσουζιά, τα είπαµε για τον ορθολογισµό.
Η απλότητα δεν συνάδει σχεδόν ποτέ µε την ευκολία ή την απλοϊκότητα, απλότητα είναι αυτό που φαίνεται στο ορατό µέρος της επιφάνειας, το φαινόµενο του παγόβουνο, που κάτω από µια σχετικά µικρή επιφάνεια κρύβονται παγωµένα θεµέλια βάθους και αντοχής τεράστιας. Μέρος των θεµελίων αυτών και οι γνώσεις του αφηγητή γύρω από διάφορα επιστηµονικά δεδοµένα τα οποία ενσωµατώνονται στην αφήγηση µε τρόπο που δεν τη βαραίνουν και δεν την κάνουν αχρείαστα περίπλοκη και δύσκαµπτη. Επίσης, κάτι ακόµα καθοριστικό, το προφανές, το αναµενόµενο αποδεικνύεται συχνά πιο επικίνδυνο, καθώς ανθρωποποιείται, διαθέτει µέτρα και µεγέθη οικεία στην ενσυναίσθηση, δεν αποτελούν µια άγνωστη γη που θα χάριζε την απαραίτητη απόσταση ανακούφισης για το αναγνωστικό υποκείµενο, κάτι προφανές είναι, κάτι το σύνηθες, κάτι που ίσως να σε περιµένει και σένα στην επόµενη γωνιά, δεν είναι κάτι το ανοίκειο ή µια εξαίρεση.
Ο σκοπός, όµως, της λογοτεχνίας (θα έπρεπε) ελάχιστα να έχει να κάνει µε ένα εγκυκλοπαιδικής φύσεως καταπιάσιµο µε ένα θέµα, όπως στην περίπτωση µας αυτό που δεν θέλουµε να προφέρουµε, γι’ αυτό υπάρχει η επιστήµη, η λογοτεχνία (θα έπρεπε να) είναι κάτι πέρα από αυτό, ακόµα και όταν για τους σκοπούς τους το ενσωµατώνει, δοκιµάζοντας τα όρια, βγάζοντας τη γλώσσα στο κακό, στην προκειµένη περίπτωση, Οι µεταλλάξεις είναι µια τέτοια λογοτεχνία, µε πετυχηµένη αντιστοιχία προθέσεων και υλοποίησης αυτών, ένα βιβλίο που διαβάζεται αχόρταγα παρότι κάτι τέτοιο από την περιγραφή δεν προκύπτει ή είναι δύσκολα αποδεκτό, το αυτό συντροφεύει τον αναγνώστη και κατά την πορεία, εκεί που οι φαινοµενικά καρικατούρες αποκτούν ολοένα και περισσότερα αληθοφανείς και αµιγώς ανθρώπινες διαστάσεις, έτσι όπως η κάθε ιστορία εκτυλίσσεται και µέτρο το µέτρο καταλαµβάνει ολοένα και περισσότερο εµβαδόν µέσα του.
Οι µεταλλάξεις δεν είναι (ευτυχώς ούτε προσδοκούν να είναι) ένα δοκιµιακού χαρακτήρα µυθιστόρηµα, δεν υπόσχονται λύσεις και ανακούφιση, δεν επενδύουν στο ιδιαίτερο, κοινοτοπούν ασύστολα, ελαφροπατούν σε ένα ναρκοθετηµένο χωράφι, δεν εξαιρούν, αυτή είναι πραγµατική ζωή, παρότι ίσως αρχικά να µοιάζει µε κάτι πιο γκροτέσκο, µε κάτι µακρινό, µε κάτι (που συντροφεύει την ευχή) µακριά από εδώ, µακριά από εµάς. Για το τέλος αφήνω να πω το εξής: ο Κοµενσάλ δεν καταφεύγει σε µια βιτριολικού τύπου παρωδία, δεν στρέφεται ενάντια στα πρόσωπα και τα όποια τους προνόµια, δεν κάνει πλάκα µαζί τους, δεν γίνεται ένα απάνθρωπο στοιχειό, ένα υποκείµενο ύβρεως, µε τον τρόπο του, τον απλό και προσιτό, τα πλησιάζει, τα φροντίζει, και αυτό το φροντιστικό σίµωµα ενισχύει την αίσθηση της (εν τέλει επιτυχηµένης) απόπειράς του να ισορροπήσει στο λεπτό αυτό σχοινί, αυτό το οποίο όντως µπορεί να χαρακτηριστεί ως ανθρώπινα ιλαροτραγικό, την απόπειρα να συνεχίσει εκείνος που είδε τη ζωή του, στον πυρήνα της, στην ύπαρξή του, να εκτρέπεται.


