Μπροστά στο θάνατο ο κάθε άνθρωπος παραµένει άφωνος. ∆ύσκολο να τον πιστέψεις. ∆ύσκολο να τον περιγράψεις.
Το νεκρό σώµα µπροστά σου σε προ(σ)καλεί για σκέψη. Ο θάνατος δεν αντέχεται, αλλά η ανθρώπινη ύπαρξη κραυγάζει ότι θέλει να µείνει για πάντα ακέραια και για πάντα παρέα µε τα αγαπηµένα του πρόσωπα. Ο θάνατος όµως επιµένει να αποσυνθέτει τα πάντα. Και όπως λέγει ο σοφός λαός µας φέρνει τα «πάνω – κάτω». Αποσυνθέτει το κορµί, αποσυνθέτει τις σχέσεις, χωρίς να µας ρωτά, µας παίρνει από κοντά τα δικά µας αγαπηµένα πρόσωπα.
Ο θάνατος δεν αντέχεται. Και δεν αντέχεται πολύ περισσότερο όταν προέρχεται από ανθρώπινο χέρι. Από τη βία, τον πόλεµο, τις ακρότητες, τα µίση. Αν προσέξουµε τα λόγια των εκκλησιαστικών ύµνων της Μεγάλης Εβδοµάδας, θα δούµε αυτή την πανανθρώπινη αλήθεια. Στα εγκώµια που ψέλνουµε στον Επιτάφιο περιγράφουν ακριβώς αυτή την τραγική στιγµή του βίαιου αποχωρισµού και την µητέρα (την Παναγία) -την κάθε µάνα- να µαλλιοτραβιέται και να σκίζει τα µάγουλά της µε τα νύχια της: «Σήµερον σε θεωρούσα η άµεµπτος Παρθένος εν Σταυρώ… παρειάς συν θριξί καταξέουσα, κατετρύχετο». Όµως ο πόνος δεν καταλήγει σε απελπισία και τις ηµέρες που ακολουθούν ο θάνατος δηλώνεται ως υπόσχεση της Ανάστασης. Κοιτάζοντας το νεκρό σώµα έρχεται στο µυαλό µας ο λόγος του Χριστού προς την µητέρα του και να της λέει: «µη εποδύρου µου µήτερ… Αναστήσοµαι γαρ και δοξασθήσοµαι», που σηµαίνει «µην απελπίζεσαι µητέρα… Τελικά θα αναστηθώ και θα δοξαστώ»!
Εδώ ακριβώς θα πρέπει να συλλογιστούµε, ποιο είναι το ιδιαίτερο νόηµα του Χριστιανικού Πάσχα, ποιο είναι το µοναδικό νόηµα της Ανάστασης του Χριστού.
Γιατί, άραγε, πανηγυρίζουµε τη νύχτα της Ανάστασης; Γιατί µαζευόµαστε στις πλατείες και στα χωριά, σε κάθε γωνιά της Γης, τα µεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου προς την Κυριακή του Πάσχα, και µάλιστα – µόλις ακουστεί το «Χριστός Ανέστη» από τα χείλη του ιερέα – γιορτάζουµε παντοιοτρόπως εκρηκτικά; Έκρηξη φωτός γεµίζει την Εκκλησία, εκρήξεις ξεσπούν µε τα πυροτεχνήµατα, όσο κι αν µας τροµάζουν, έκρηξη χαράς φανερώνουν και οι ύµνοι, που γίνονται πλέον γρήγοροι και θριαµβευτικοί. Γιατί και για τί πανηγυρίζουµε; Πανηγυρίζουµε επειδή αναστήθηκε ο Χριστός! Τι θα πει, πανηγυρίζουµε την Ανάστασή του; Μήπως αυτό είναι όπως όταν παρακολουθούµε µία περιπετειώδη κινηµατογραφική ταινία, όπου, τελικά, µετά από πολλές ταλαιπωρίες, ο καλός επί τέλους νικά;
Κάτι άλλο όµως συµβαίνει πολύ µεγαλύτερο και το λησµονούµε. Πώς δηλώνεται ο αναστηµένος Χριστός στην Αγία Γραφή και στους ύµνους της ηµέρας; ∆ηλώνεται µε δύο τρόπους: «Πρωτότοκος των νεκρών εγένετο…» και «Απαρχή των κεκοιµηµένων» (Α’ Κορ., 15:20). Αυτό σηµαίνει ότι, αυτό που έγινε στον ίδιο τον Χριστό θα γίνει και σε εµάς, τους απλούς ανθρώπους. Είναι η αρχή της δικής µας πορείας. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η σµικρογραφία αυτού που ο ίδιος έχει υποσχεθεί ότι κάποια στιγµή θα συµβεί σε όλη την ανθρωπότητα, σε ολόκληρη την κτίση. Όταν µαζευόµαστε στις πλατείες το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, δεν γιορτάζουµε απλώς µία επέτειο, κάτι που έγινε και τελείωσε. Γιορτάζουµε αυτό που πρόκειται να συµβεί. ∆ίνουµε µαρτυρία, φανερώνουµε στον κόσµο τι προσδοκούµε για το µέλλον. Εδώ ακριβώς – στη φράση «προσδοκώ ανάσταση νεκρών» («Πιστεύω», Πρώτη Οικουµενική Σύνοδος 325 µ.Χ.) – βρίσκεται η καρδιά της χριστιανικής πίστης, που κατά έναν περίεργο τρόπο έχουµε λησµονήσει.
Θέλει ο Θεός µία αιωνιότητα όπου για πάντα ο άνθρωπος θα είναι κοµµατιασµένος, µε διαλυµένο σώµα και ασώµατη ψυχή; Κάτι άλλο µάς λένε τα Ευαγγέλια: Ότι ο Χριστός αναστήθηκε, και αναστήθηκε πλήρης. Μαζί, δηλαδή, µε το κορµί του, και µάλιστα άφθαρτο. Υλικό µεν, αλλά πλέον δίχως φθορά και δίχως θάνατο. Στο τέλος του κατά Λουκά Ευαγγελίου (24:36-50), εκεί όπου αναφέρονται οι εµφανίσεις του αναστηµένου Χριστού στους µαθητές του, βλέπουµε ότι οι µαθητές είχαν την ίδια δυσκολία που έχουν και πολλοί από τους σηµερινούς Χριστιανούς. ∆εν µπορούσαν να χωνέψουν ότι η ανάσταση είναι σωµατική. Ο Χριστός όµως τους είπε : «Κοιτάξτε τα χέρια µου και τα πόδια µου για να βεβαιωθείτε ότι είµαι εγώ ο ίδιος. Ψηλαφίστε µε και δείτε ένα φάντασµα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε πως έχω εγώ». Αυτό, λοιπόν, εγκαινίασε και υποσχέθηκε ο Χριστός. Ότι στο τέλος της ιστορίας, όλο το ανθρώπινο γένος θα αναστηθεί όπως Αυτός. Όλο το σύµπαν θα γίνει άφθαρτο (όπως το σώµα του Χριστού), χωρίς να πάψει να είναι υλικό.
Πανηγυρίζουµε, λοιπόν, για το ανθρωπίνως ακατόρθωτο. Από τη στιγµή της Ανάστασής Του ξεκίνησε ένας πόλεµος, που θα συνεχιστεί µέχρι να έρθει η τελική, καθολική, πανανθρώπινη Ανάσταση. Είναι αυτό που ακούµε την Μεγάλη Παρασκευή: «Βασιλεύει, αλλ’ ουκ αιωνίζει Άδης του γένους των βροτών» (τρίτο Τροπάριο της στ’ Ωδής του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου), που σηµαίνει «ο Άδης βασιλεύει τώρα πάνω στο ανθρώπινο γένος, αλλά η βασιλεία του δεν θα κρατήσει για πάντα». Το µέλλον έχει ξεκίνησε µε την προσωπική Ανάσταση του Χριστού, µα δεν έχει ακόµη ολοκληρωθεί. Ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει ελεύθερα µε ποιον θα πάει και ποιον θα εγκαταλείψει. Να αφήσουµε κάθε τι που βρωµά «θανατίλα» και να αγαπήσουµε τη Ζωή. Θάνατος είναι το ξεψύχισµα, θάνατος και η κοινωνική αδικία, η εκµετάλλευση των αδυνάτων, η αναλγησία για τον ανθρώπινο πόνο. Πρέπει να κοιτάξουµε µπροστά κάνοντας τη δική µας επανάσταση. Γιατί µέσα στη λέξη επανάσταση κρύβεται η λέξη Ανάσταση, όπως σηµείωνε ο µακαριστός Σεβ. Μητρ. Κισάµου και Σελίνου κυρός Ειρηναίος (Γαλανάκης).
Καλή µας Ανάσταση!
*O ο ∆ρ ∆ρ Κωνσταντίνος Β. Ζορµπάς είναι Γενικός ∆ιευθυντής της Ορθοδόξου Ακαδηµίας Κρήτης.


