Τετάρτη, 12 Μαΐου, 2021

ΜΑΡΙΑ ΓΙΑΓΙΑΝΝΟΥ: «Η ενηλικίωση δεν συμβαίνει γραμμικά»

Η Μαρία Γιαγιάννου σπούδασε Επικοινωνία & ΜΜΕ, Πολιτιστική Διαχείριση και Φιλοσοφία της Τέχνης. Επιμελείται εικαστικές εκθέσεις και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις και παραδίδει σεμινάρια για τον οπτικό πολιτισμό. Έχει εκδώσει εννέα βιβλία: τρία πεζογραφήματα, τρία θεατρικά έργα, δύο αισθητικά δοκίμια και μια συλλογή πεζοποιημάτων. Το μέλος φάντασμα (Μελάνι, 2020) είναι το τελευταίο της βιβλίο, με αφορμή το οποίο της ζητήσαμε να μας απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις. Ιδού τι μας απάντησε!

Πες μας δυο λόγια για Το μέλος φάντασμα.
Μου αρέσει να το σκέφτομαι σαν ένα βιβλίο-λαγούμι που καταπίνει απρόσμενα τον ήρωα, μακάρι και τον αναγνώστη, για να τον μεταφέρει στον μεταβαλλόμενο χώρο της μνήμης. Το κείμενο χωρίζεται σε τρεις ενότητες, με τους σημαδιακούς τίτλους «Επικοινωνία», «Μνήμη» και «Θεραπεία του καθρέφτη», που ξεδιπλώνουν το νόημά τους σαν τεμνόμενοι διάδρομοι στο διάβα της ιστορίας. Θα τους περπατήσει ένας επικοινωνιολόγος με τη χωλή μνήμη του. Θα φτάσει σε ένα σπίτι όπου κανείς δεν ξέρει τι θα συναντήσει στο επόμενο δωμάτιο. Θα ξαναβρεί έναν παιδικό έρωτα ο οποίος θα καθρεφτίσει τα κενά. Όλα αυτά θέλησα να τα πω με χιούμορ, αλλά και ποίηση – δηλαδή από έξω προς τα μέσα.

Πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης, την οποία επιλέγεις να αφηγηθείς αρνούμενη να ακολουθήσεις την πεπατημένη της χρονικής γραμμικότητας. Τι σε οδήγησε στην απόφαση αυτή;
Η ίδια η ενηλικίωση δεν συμβαίνει γραμμικά. Είναι διάσπαρτες οι στιγμές όπου κάνουμε ένα μικρό ή μεγάλο άλμα προς τη γνώση και ξεπερνάμε έναν προηγούμενο εαυτό.
Εκτός από διάσπαρτες, είναι συχνά και αντίστροφες, προς την «ανηλικίωση» δηλαδή! Κατά τα άλλα, χάραξα μια πλοκή κι ύστερα ακολούθησα το ένστικτό μου. Πάντως, ακόμα κι αν μοιάζει αλλιώς, ο χρόνος στην αφήγηση είναι όντως γραμμικός. Εκείνο που δεν είναι γραμμικό και μπερδεύει τα πράγματα είναι η μορφή. Σπάω συνέχεια τη γραμμική ροή εισάγοντας αναμνήσεις και ονειροφαντασίες καθώς και διαφορετικά είδη αφηγήσεων, με βασική υφολογική ανατροπή εκείνη του δεύτερου μέρους, όπου ο αναγνώστης καλείται να κάνει το δικό του άλμα από μια πεζογραφική κανονικότητα σε μια πιο εσωτερική γλωσσική ταχύτητα.

Εμπλουτίζεις επίσης την κλασική αφήγηση με σελίδες από το σημειωματάριο του ήρωα, ανθρωπολογικές παρατηρήσεις, κομμάτια συνειρμικής γραφής, εκθέσεις μοντέρνας τέχνης, ακόμα και με ένα θεατρικό μονόπρακτο. Αυτή σου η απόφαση, εκτός της κειμενικής λειτουργικότητας, επιχειρεί να ικανοποιήσει και το εύρος των προσωπικών σου ενδιαφερόντων;
Κάπως ανάποδα μάλλον. Τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα και οι έγνοιες μου δεν μπορούν παρά να βρουν τον δρόμο τους (άλλοτε μια λεωφόρο άλλοτε μια χαραμάδα) προς ένα κείμενο, που παρά την καθαρή του μυθοπλασία δεν παύει να είναι προσωπικό. Αντιλαμβάνομαι τον άνθρωπο ως ένα παλίμψηστο – έχω μεν ενιαία ταυτότητα αλλά βλέπω καθαρά και τις περιοχές που την αποτελούν, έτσι είναι επόμενο να φτιάχνω και μια αντίστοιχη μυθοπλασία. Αγαπώ τα σπασμένα και ξανακολλημένα αντικείμενα και υποκείμενα – ολόκληρα δηλαδή αλλά με εμπειρία και ετερομορφία.

Ο τρόπος με τον οποίο έγραψες Το μέλος φάντασμα ήταν συνεχής ή δούλευες παράλληλα τα διάφορα μέρη που το αποτελούν;
Δεν δούλευα παράλληλα τα μέρη του, μα ούτε και ήταν συνεχής ο τρόπος της γραφής. Δούλεψα πολλά χρόνια σε έκταση αλλά λίγους μήνες σε πυκνότητα. Το βιβλίο περιέχει τη συγγραφική ζωή μου τα τελευταία επτά χρόνια, όχι όμως τη βιογραφία μου. Αυτό που ήμουν όταν το ξεκίνησα είναι άλλο από αυτό που είμαι όταν το τελείωσα. «Το μέλος φάντασμα» περιέχει μια αθέατη συγγραφέα που κοιτάζει την ενηλικίωση, κάνει κάποια βήματα προς τα εκεί και κάποιες παλινδρομήσεις προς την ανωριμότητα. Μια γιορτή πολλών συγγραφικών εαυτών μέσα στο ίδιο μυαλό.

Μεγαλύτερο, κατά τη γνώμη μου, επίτευγμα αποτελεί η παρείσφρηση του συναισθήματος σ’ ένα φαινομενικά εγκεφαλικό κατασκεύασμα. Υπάρχει άραγε σε αυτό μια κερκόπορτα του προσωπικού;
Εκτιμώ αυτή την παρατήρηση. Συχνά περιφρονούμε αυτό που είναι «εγκεφαλικό» λες και θέλουμε να ξεχάσουμε ότι ο εγκέφαλος είναι ο αρχηγός μας ή λες και ο στοχασμός ή η εξυπνάδα προσβάλλει την ευαισθησία μας. Προσωπικά πάντοτε για το συναίσθημα μιλώ. Ταυτόχρονα τιμώ και τη γλώσσα που το περιγράφει. Η γλώσσα είναι και τα δύο, μια αναστολή του καρτεσιανού δυισμού, εγκέφαλος και σώμα μαζί. Κάποιες φορές μπορεί να θυσιάσω την άμεση πρόσβαση στο συναίσθημα καθώς μιλώ γι’ αυτό. Πιστεύω στην εικαστική δύναμη μιας αφήγησης, όπως και στη δύναμη ενός αστείου. Δεν κρύβομαι όμως πίσω από τη γλώσσα, της αναθέτω να με εκθέσει. Έχω περιέργεια να δοκιμαστώ, να δω τι θα γίνει στο μέλλον, δεν ξέρω τι θα μου ξημερώσω.

Καθένας μας, μοιάζει να λες, δημιουργεί τη δική του αφήγηση των γεγονότων. Αποτελεί κάτι τέτοιο έναν μονόδρομο επιβίωσης;
Θέλουμε να είμαστε όσα αφηγούμαστε στον εαυτό μας ότι είμαστε. Έτσι μπορούμε να κρατήσουμε υπό έλεγχο το προφίλ μας (παραπέμπω επίτηδες στο facebook, που απασχολεί ιδιαίτερα και τον ήρωα του βιβλίου). Μας αρέσει να δηλώνουμε τις συνήθειες, τις αρετές, τα ελαττώματά μας. Η επανάληψη μας εξασφαλίζει αυτή την προσωπική αφήγηση, τον μύθο. Κάτω από τη συνειδητή αφήγηση όμως βράζει το Ασυνείδητο και πότε πότε μας αιφνιδιάζει με τις επιθέσεις του. Προσωπική αφήγηση σημαίνει ταυτότητα, οπότε ναι, είναι μονόδρομος επιβίωσης, φτάνει να μην αγγίζει την παθολογία όπως στην περίπτωση του Γιάννου (του κεντρικού ήρωα στο «Μέλος φάντασμα») ή τον ερμητισμό, γιατί τότε είσαι τυφλός μπροστά στην κοινή αλήθεια.

Μπορεί κανείς να ακρωτηριάσει ένα μέρος του εαυτού του, να το αφήσει πίσω του και να προχωρήσει;
Μπορείς μέσω της απώλειας να λυτρωθείς, αν αυτό που έφυγε ήταν προβληματικό. Αν όμως παριστάνεις ότι το απωλεσθέν δεν ήταν ποτέ εκεί, θα ξαναγυρίσει ως φάντασμα. Συμβαίνει με το ζήτημα των ενοχών – παριστάνεις ότι δεν έκανες λάθος ώστε να μη σε στοιχειώσει η ενοχή. Εν προκειμένω ο πρωταγωνιστής της ιστορίας αν και έχει αποκόψει κάτι σημαντικό ζει κανονικά τη ζωή του, ώσπου αρχίζει να δέχεται επιθέσεις από το στομάχι του. Βιώνει μια σειρά από κωμικά «γευστικά παράδοξα», όπου ό,τι τρώει έχει άλλη γεύση από την αναμενόμενη. Το σώμα τού κρούει τον κώδωνα, του λέει «κάτι έχεις ξεχάσει, που δεν χωνεύεται». Κι έτσι αυτός αποφασίζει να το ανακαλύψει.

Όσο γράφεις, ζητάς τη γνώμη κάποιου ή κάποιων; Έχεις βρει τον ιδανικό σου αναγνώστη;
Ένας ιδανικός αναγνώστης είναι εκείνος που σε διορθώνει σύμφωνα με το δικό σου στυλ και όχι με βάση το δικό του, πράγμα πολύ δύσκολο και δυσεύρετο. Ζητώ τη γνώμη συγκεκριμένων ανθρώπων, μόνο αφού έχω τελειώσει την πρώτη ή και δεύτερη γραφή του κειμένου. Είμαι τυχερή που ο αγαπημένος μου είναι τρομερά έμπειρος αναγνώστης, εκτός από τρομερός συγγραφέας, κι έτσι πάντα συζητάμε διεξοδικά όσα γράφουμε. Όχι τόσο διεξοδικά ωστόσο που να ρημάξουμε την πρώτη τρέλα της γραφής.

Τον εκάστοτε επιμελητή τον θεωρείς εν δυνάμει φίλο ή εχθρό;
Φίλος ο επιμελητής! Η εκδότριά μου Πόπη Γκανά δεν έχει υπάρξει ποτέ παρεμβατική, δεν διστάζει όμως να επισημάνει όσα χρειάζονται πείραγμα, και συνήθως πέφτει μέσα. Επίσης, με φιλικό μάτι βλέπω κάθε επιμελητή που φροντίζει να μην κάνει τις ιδιοσυγκρασίες των συγγραφέων να μοιάζουν. Κάποιες ασυμμετρίες, κάποιες ατέλειες δεν θα έπρεπε να σώζονται;

Κάτι καλό που διάβασες τώρα τελευταία;
Διαβάζω σήμερα το «Spoon River Quartet» (Κάπα εκδοτική), με αφετηρία την «Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ» του Edgar Lee Masters, μεταφρασμένο και δραματοποιημένο από τη Δήμητρα Κονδυλάκη και τον Κωνσταντίνο Τζήκα. Ο Αμερικανός συγγραφέας δημοσίευσε το έργο του το 1915. Πρόκειται για μια σειρά από επιτύμβιους μονολόγους, εμπνευσμένους από την Παλατινή Ανθολογία, όπου μιλούν οι νεκροί κάτοικοι μιας μικρής πόλης για τα πάθη και τα λάθη της ζωής τους. Αυτή την εποχή γράφω ένα δοκίμιο σχετικό με το θέμα και αυτή η θαυμάσια θεατρική εκδοχή του Σπουν Ρίβερ, ήρθε σαν δώρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες