Εσένα άστρο της αυγής παρακαλώ σε. Να µην γίνεις ποτέ πεφταστέρι. Ακόµα κι αν αυτό σηµαίνει πως η ευχή µου, ευχή θα µείνει. Γιατί καθώς λένε, κάθε πεφταστέρι που χάνεται, µια ευχή γίνεται.
Μα αν δεν υπήρχες εσύ, η αυγή µπορεί να µην έρχονταν. Κι ύστερα το φως δεν θα γεννιόνταν. Κι ύστερα η οµορφιά, αόρατη θα ‘ταν. Μα θα µου πεις, µήπως και τώρα η οµορφιά αόρατη δεν είναι ; Και µήπως χρειάζεται άραγε φως για να τη δεις ; Αλλιώς βλέπεις την οµορφιά. Αλλιώς. Και µετά σαν είσαι χαµηλά, βλέπεις όλο τον ουρανό. Και όλα τ’ άστρα να τρεµοπαίζουν.
Σα να σου κλείνουν το µάτι παιχνιδιάρικα. Και να σου λένε κοίτα µας µε τ’ άλλα σου µάτια. Και θα µας δεις καλύτερα. ∆ιαβαίνοντας τους δρόµους του κόσµου τούτου κατάλαβα. Πως όλα είναι ίδια σαν ίδια τα βλέπεις. Και πως όλα είναι διαφορετικά, σαν διαφορετικά τα βλέπεις. Είναι δηλαδή πως βλέπεις. Κατάλαβα πως στους δρόµους του νου έχει πολύ δουλειά να γίνει. Για να δεις τελικά αυτό που είναι κι όχι αυτό που νοµίζεις κατά πως το βλέπεις. Πως θα δεις αυτό που είναι, τέχνη µεγάλη θα πεις. Που κανείς δεν την έµαθε. ‘Η που κανείς δεν θέλησε να την µάθει. Αυτό που είναι, το είναι του κόσµου τούτου, το είναι του σύµπαντος, µέσα στον καθένα βρίσκεται. Σε µια πολύτιµη µικρογραφία.
Που θα φανεί τότε µόνο. Όταν η Σαλώµη της ψυχής, γδυθεί όλα τα πέπλα της. Κι η ψυχή, ψυχή θα µείνει. Χωρίς πέπλα. Και χωρίς θανατηφόρες Σαλώµες. Κι όταν η ψυχή, ψυχή θα µείνει, έτσι όπως πλάστηκε να ‘ναι, τότε θα δει το είναι του όλου. Μα δύσκολο να απαρνηθεί κανείς τα πέπλα του, που καλύπτουν την γύµνια του περιτού. Όµορφο είναι και το περιττό. Μα περιττό είναι.
∆εν ξέρω πως µα έµαθα το γιατί. Απο το ατυχές συµβάν, των απάτητων κορυφών που ήθελα κονκισταδόρας να γίνω. Και να τις κατακτήσω. Μα κατακτιέται ποτέ το αδιάβατο ιερό; Το πιο εύκολο είναι να πιστέψεις στο είδωλό σου, αυτό που στο νου σου φυλάς, απο αυτό που στο καθρέφτη βλέπεις. Κι είναι πολύ πονηρό το είδωλό σου, έτσι όπως ο νους το εφτιαξε. Πιστεύοντας αυτό είσαι πολύ µακριά από το είναι. Το είναι το δικό σου και το είναι της απεραντοσύνης. ∆εν ξέρω γιατί αλλά πάντα τέτοια ώρα, το µεταµεσονύχτιο, µου ‘ρχεται στο άπειρο να µιλήσω.
Όπως θες ονόµασέ το το άπειρο αυτό. Ίσως θα ‘ταν καλύτερα να πω πως κάθε τέτοια ώρα, µου ‘ρχεται να µιλήσω στον εαυτό µου. Ησυχία έχει. Και ησυχία θέλει αυτό που πάω να κάνω. Ξέρεις το σκοτάδι όµορφο είναι. Μπορείς να δεις όλο τον ουρανό σα σκοτεινά είναι. Με όλα του τ’ αστέρια , σ’ όλη τους την µεγαλοπρέπεια. Το σκοτάδι τα ησυχάζει όλα. Όλα ; Μόνο τ’ αγρίµια του ξεφεύγουν. Τ’ αγρίµια του εντός και του εκτός. Που κάθε τέτοια ώρα βγαίνουν κυνήγι. Όµως σα τους πεις ένα νανούρισµα θα κοιµηθούν κι αυτά. Ακόµα κι αν νηστικά είναι. Θα ‘ναι ένα νανούρισµα µε χαµηλή, βαθιά, φωνή. Σχεδόν ψιθυριστή. Μελωδική. Η µελωδία ποτέ δεν είναι η ίδια. Εξαρτάται πως την ακούς. Εκτός κι αν ακούς και βλέπεις τελικά το είναι του όλου. Αφου θα ‘χεις νανουρίσει µακρόσυρτα τ’ αγρίµια σου.


