Και εκεί που κοιµήθηκε η νύχτα, άνοιξα πανιά. Και σάλπαρα στ’ άστρα. Κι ήταν συνωµοτικό το σκοτάδι. Που µε αγκάλιαζε. Κοιτάζοντας γύρω, µην και µας πάρει κανείς πρέφα. Καθώς η ευτυχία µυστικά έρχεται. Στα κρυφά. Κι η γέννα των στεναγµών το ιδιο. Στον κουρνιαχτό του κόσµου τούτου, στα κρυφά αχνοφέγγει. Μέσα µου. Και παρακαλώ το σκοτάδι να κρύβει πάντα το χαµόγελό µου. Το δικό µου. Το δικό σου. Ολονών.
Και ζούµε στον κόσµο των αοράτων. Αόρατοι και ‘µεις γινήκαµε. Γιατί η χαρά των δαιµόνων είναι να κόβει το χαµόγελο. Μα εµείς έχοµε σύµµαχο το πύσι, που νύχτα βγαίνει. Και ανεβαίνει απο την ψυχή, µέχρη τα ουράνια. Κι είναι αυτό, της ανάσας το πούσι. Καθώς βγαίνει αχνιστό, σε κάθε λέξη που λέγεται δίχως λόγια. Σε κάθε βλέµα που χανεται στα όνειρα. Σε κάθε βήµα το µεταµεσονύχτι. Κι είναι αυτές οι ώρες ώσπου να ξηµερώσει, λίγες. Κι αυτό το λίγο είναι πολύ για µένα. Είναι πολύ για εµας. Πάνω στο τραπέζι στρογγυλοκάθεται ο νους. Μονόκερος που δραπέτευσαε απο τον κόσµο των ξωτικών.
Κι η µακριά του χαίτη οι σκέψεις είναι. Κι οι ανάσες µας. Καθώς κανείς δεν µπορεί να µας βρει. Ο µονόκερος έκανε τα ξόρκια του. Και στροβιλιστήκαµε µέσα στις στιγµές. Κι ύστερα ψυχόσκονη γίναµε. Μόνο η ψυχή ξέρει το πως. Και το γιατί. Κι ύστερα ανεβήκαµε στην ράχη του µονόκερου και ταξιδέψαµε στους γαλαξίες του κρυµένου φωτός. Και στους αόρατους αστερισµούς της γαλήνης. Μιας γαλήνης παράταιρης µε το εξωτερικό γίγνεσθαι. Μα τόσο ταιριαστή στο εντός µας. Θαρρείς πως λάβαρο υψώσαµε λέγοντα ς τους ύµνους του Ορφέα. Σε µιαν αέναη επίκληση της οµορφιάς. Που κρυµένη µένει και αόρατη στα µάτια των δαιµόνων του κόσµου τούτου. Και του κόσµου του άλλου. Ένα ποτήρι κρύο νερό για τον δρόµο και φύγαµε. Για εκεί που θα ‘πρεπε απο την αρχή να βρισκόµαστε. Αν δεν ήταν οι δαίµονες. Μα ως γνωστόν οι δαιµονες χάνουν πάντα στο τέλος.
Ο µονόκερος καλπάζει µε όλη του την δύναµη τώρα. Και ‘µεις κρατηµένοι απο την χαίτη του, χαιρόµαστε τα σύµπαντα. Κι είναι λες και γίνανε όλα µια µικρογραφία. Που εντός µας κρύφτηκε. Κι οι ανάσες αχνιστες συνεχίζουν να βγαίνουν. Μα τώρα τραγουδόντας. Το συνωµοτικό τραγούδι της σιωπής. Της σιωπής που κρυφή έµεινε. Απο τα κρ΄’οταλα των µαχών. Και ‘µεις, µαχητές γινήκαµε. Ακροπατόντας µε γρηγοράδα προς τ’ αστέρι της αυγής. Έχοντας σύµαχο το σκοτάδι. Που οι πολλοί λένε πως δαίµονες κρύβει. Μα δεν είναι έτσι. Σας το λέω έγώ που το είδα. Να µε σκεπάζει καθώς καβαλάρης ήµουνα στον µονόκερο τον δραπέτη. ∆ραπέτης και ‘γω του κόσµου τούτου. Πέρνοντας µια βαθιά ανάσα. Μικρά είναι ‘ολα . Και ‘γω µικρος έγινα. Για να χωρέσω στη ρωγµή των καιρών. Και να καλπάσω στο ελεύθερο γίγνεσθαι. Στα κρυφά. Ως είθισθαι.


