22.8 C
Chania
Πέμπτη, 14 Μαΐου, 2026

Λέξεις πίσω από τον μύθο: Δύο παλιές φτερούγες κι ένα όνειρο

Πριν απο πολλούς καιρούς και χρόνους, ήταν ένας άνθρωπος. Που είχε δυο μεγάλες λευκές φτερούγες στη ράχη του. Δεν ήταν άγγελος. Μήτε αρχάγγελος, μήτε δαίμονας.

Ένας άνθρωπος ήταν στην αρχή των χρόνων. Αγαπούσε πολύ τις φτερούγες του. Όμως μια μέρα σκέφτηκε πως ήταν καιρός να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα. Και το πιο μεγάλο του όνειρο ήταν να φτιάχνει μονοπάτια. Που να ενώνουν. Που να γίνονται όλοι μια αγκαλιά. Μια αγκαλιά που να χωρούν όλοι μέσα της. Όμως σκέφτηκε πως ήταν καλύτερα να βγάλει τις φτερούγες του. Και να τις αφήσει κάπου που να είναι ασφαλείς. Μια και δυό, βρήκε ένα σπήλιο. Ήταν πεντακάθαρο και ζεστό. Παρακάλεσε τ’ αγρίμια να ‘χουν το νου τους τις φτερούγες. Παρακάλεσε και τα άγρια δέντρα να κρύψουν το σπήλιο για καλύτερα. Αφού τα τακτοποίησε όλα, έδεσε τις αρβύλες του, πήρε τα εργαλεία του και το σακίδιο του και ξεκίνησε. Τα ξωτικά, έμαθαν τ’ όνειρό του και πήγαν κοντά του. Είπαν μια ευχή για τα εργαλεία του. Μετά ήρθαν κι οι άγγελοι και τα ευλόγησαν. Αισθάνθηκε πιο ασφαλής τώρα.

Άρχισε αμέσως την δουλειά. Στην αρχή του χρόνου δεν υπήρχαν καθόλου μονοπάτια. Έπρεπε να τα κάνει όλα από την αρχή. Πρώτα πρώτα καθάριζε όλη την περιοχή. Μετά έκοβε τις πέτρες και τις πελεκούσε. Μετά τις έστρωνε ήσυχα και τακτοποιημένα. Καθώς δούλευε έλεγε συνεχώς ύμνους και ευχές.
Παρακάλεσε τ’ αγρίμια να προσέχουν τα μονοπάτια τα νιογέννητα. Παρακάλεσε και τ’ άγρια δέντρα να μην τα καλύψουν και να τα διατηρούν καθαρά.
Παρακάλεσε τα νέφελα, τα ουράνια, τ’ αστέρια, τους ανέμους, τη βροχή και το χιόνι, να προσέχουν τα μονοπάτια του. Και περνούσαν οι μήνες. Κι μήνες έγιναν χρόνια. Και τα χρόνια έγιναν αιώνες. Και τ’ όνομα του έγινε μύθος, μεταξύ των ανθρώπων. Γιατί οι άνθρωποι εκτιμούσαν πολύ το έργο του και πιο πολύ την καλοσύνη του. Απ’ όπου περνούσε φρόντιζαν τίποτα να μην του λείπει. Να έχει όσα χρειάζεται για να ζει και να εργάζεται.
Κι αυτός απο αυτά που του έδιναν κρατούσε όσα χρειάζονταν και τα υπόλοιπα τα μοίραζε στους αναγκεμένους.

Η γενειάδα του ήταν κατάλευκη τώρα και είχε μακριά λευκά μαλλιά. Μια μέρα, απομεσήμερο ήταν, κάθονταν κάτω από μια ανθισμένη κερασιά και ξεκουράζονταν. Τότε είπε πως ήταν καιρός να πάει στις φτερούγες του. Άγγιξε τη ράχη του σα κάτι να του έλειπε. Πάντα  έκανε αυτή την κίνηση. Ξεκίνησε αμέσως για την επιστροφή στο σπήλιο. Το ταξίδι ήταν μακρύ, μα χάρις τα μονοπάτια του έφτασε στο μισό χρόνο. Έκανε τον χαιρετισμό στ’ αγρίμια και στ’ άγρια δέντρα και μπήκε μέσα. Οι φτερούγες του ήταν εκεί. Ολοκαίνουργιες αν και είχαν περάσει καιροί και χρόνοι. Τους έγνεψε κι αυτές με ένα φτερούγισμα ανέβηκαν στην ράχη του. Τυλίχτηκαν γύρω του και τον ζέσταναν. Έγειρε το κεφάλι του επάνω τους και ξεκουράστηκε. Και σκέφτηκε πως τίποτε άλλο δεν άξιζε τόσο πολύ, όσο οι φτερούγες του. Βρήκε ότι απο παιδί είχε και ήταν δικό του. Και μ’ ένα χαμόγελο, αποκοιμήθηκε.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα