» Σεβασµιωτάτου Μητροπολίτου Κισάµου καί Σελίνου κ.κ. Ἀµφιλοχίου
Ἐλέῳ Θεοῦ καί οἰκτιρµῶν θείων συµπληρώνονται κατά τό σωτήριο ἔτος 2025 εἴκοσι (20) χρόνια Εὐκλεοῦς Ἀρχιερατικῆς ∆ιακονίας τοῦ Σεβασµιωτάτου Μητροπολίτου Κισάµου καί Σελίνου κ.κ. Ἀµφιλοχίου (2005-2025) εἰς τήν τοπική Ἐκκλησία τῆς Ἑσπερίας Κρήτης, τῆς ἱστορικῆς καί ἁγιοτόκου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάµου καί Σελίνου. Εἴκοσι χρόνια Ἀρχιερατικῆς πορείας, διακονίας καί µαρτυρίας µέσα στήν ζωή, τό βίωµα καί τήν µαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως Χριστοῦ, πού κατεστόλισε καί περιεποίησε διά τοῦ Τιµίου Αὐτοῦ Αἵµατος.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Ἐκκλησία τῶν Πατέρων, µέ µύστες τούς Ἁγίους Μαθητές καί Ἀποστόλους «οὕς µέν ἔθετο ὁ Θεός ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ» (Α΄ Κορ. 12,28). Αὐτῆς τῆς µεγάλης τιµῆς καί µυστηριακῆς µυσταγωγίας τῆς Ἀποστολικῆς διαδοχῆς καί παρακαταθήκης µετέχει ἐπί εἴκοσι συναπτά ἔτη ὁ Σεβασµιώτατος Μητροπολίτης Κισάµου καί Σελίνου κ.κ. Ἀµφιλόχιος· µέ προσήλωση, ποιµαντική ἐνσυναίσθηση, θυσιαστική ἀγάπη καί ἰκετηρίους καί εὐχαριστιακάς εὐχάς διακρατεῖ τά ζώπυρα τῆς πίστεως, ἐπιβεβαιώνει «λόγοις καί ἔργοις» τόν Εὐαγγελικό λόγο, ἀνανεώνει τό ἔλαιο τοῦ πατερικοῦ φρονήµατος καί µαζί µέ τόν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν Παῦλο ἀναπέµπει αἶνον καί δοξολογία εἰς τόν Θεόν γιά ὅ,τι ἡ θεία πρόνοια καί ὁ ∆ωρεοδότης Χριστός ἐπέβλεψαν ἐπί τήν ταπεινότητά του. «Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ µου πάντοτε περί ὑµῶν ἐπί τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ τῇ δοθείσῃ ὑµῖν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Κορ. Α΄ 1,4).
Ὁ Σεβασµιώτατος Μητροπολίτης Κισάµου καί Σελίνου κ.κ. Ἀµφιλόχιος εἰς τά εἴκοσι χρόνια τῆς Ἀρχιερατικῆς του βιωτῆς πορεύεται Ἀποστολοβάδιστα, ψηλαφίζοντας καί βιώνοντας «ἃ ὀφθαλµός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίµασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Κορ. Α΄ 2,9). Ἐπιδίδεται καθηµερινά εἰς τήν διαποίµανση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, πάνω εἰς τά χνάρια, τά βιώµατα καί τά βήµατα Ἁγίων προκατόχων του, µέ προεξάρχοντα τόν ἄµεσο προκάτοχό του µακαριστό Μητροπολίτη Κισάµου καί Σελίνου κυρό Εἰρηναῖο, τόν ὁποῖο διακόνησε µέ ζῆλο ἔνθεο, µέ πίστη ἀκράδαντο καί φρόνηµα ἀδαµάντινο ἀπό τήν θέση τοῦ Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάµου καί Σελίνου.
Πρωταρχικό µέληµα καί χαρακτηριστικό γνώρισµα τῆς εἰκοσαετοῦς διακονίας τοῦ Σεβασµιωτάτου ἀποτελεῖ ἡ µυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, µέσα ἀπό τήν τέλεση τῆς πεµπτουσίας τῆς πίστεως, τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἀλλά καί πλῆθος ἄλλων Ἱερῶν Μυστηρίων καί Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, τά ὁποία διακτινίζει µέ τήν λειτουργική του παρουσία σέ ὅλη τήν Μητροπολιτική του Περιφέρεια, ἔχοντας πάντοτε ὡς κέντρο καί θεµέλιο τήν ἐν Χριστῷ ζωή καί παρουσία: «θεµέλιον γάρ ἄλλον οὐδείς δύναται θεῖναι παρά τόν κείµενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός» (Κορ. Α΄ 3,11). Πολυµερῶς καί πολυτρόπως νουθετεῖ τό ποίµνιο «ὡς τέκνα Θεοῦ» (Κορ. Α΄ 4,14), δίδοντας ἔµφαση εἰς τόν εὐαγῆ κλῆρο, ἐνισχύοντας καί ἐπιλέγοντας µή ἐξ ἀνάγκης, ἀλλά χάριτι Θεοῦ καί Ἀρετῆς βίου, τούς νέους κληρικούς πού εἰσάγει εἰς τήν Ἐκκλησία, µεταδίδοντάς τους τά ζωήρητα νάµατα τῆς πίστεως καί τοῦ Εὐαγγελίου καί ἐν πάσῃ ὥρᾳ καί ἐν παντί τόπῳ τούς ὑποµιµνήσκει ὅτι «Θεοῦ γάρ ἐσµεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδοµή ἐστε» (Κορ. Α΄ 3,9) καί πάλι «οὕτως ἡµᾶς λογιζέσθω ἄνθρωπος, ὡς ὑπηρέτας Χριστοῦ καί οἰκονόµους µυστηρίων Θεοῦ» (Κορ. Α΄ 4,1). Πρός δέ τό φιλόχριστο ποίµνιο ἐνδιαφέρεται νά ἐνσπείρει µία ὀντολογική θέση καί ἀναγνώριση τῆς πίστεως εἰς τήν ζωή τους, χωρίς ὑποκριτικές, ἐπίπλαστες καί ἐπιφανειακές ἐκφάνσεις τοῦ λόγου καί τῶν πράξεων τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
Ἄλλωστε ἀπό τήν ἴδια τήν βιβλική παράδοση ἡ ὑποκρισία καί ἡ τυπική λατρεία τοῦ «πρέπει» καί ὄχι τοῦ «θέλω» ἀναδεικνύεται µέ τόν πιό παραστατικό τρόπο µέσα ἀπό τήν παύλεια θεολογία: «ἀλλ’ ὡς τέκνα µου ἀγαπητά νουθετῶ. ἐάν γάρ µυρίους παιδαγωγούς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλούς πατέρας· ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ διά τοῦ εὐαγγελίου ἐγώ ὑµᾶς ἐγέννησα» (Κορ. Α΄ 4, 14-15). Ἡ πατρική καί Θυσιαστική ἀγάπη εἶναι αὐτή πού ἐνσαρκώνει τήν ὀντολογική καί ὄχι τήν φαινοµενολογική διάσταση τῆς παρουσίας Τοῦ Θεοῦ εἰς τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ Ἐπίσκοπος πού εὑρίσκεται εἰς «τύπον καί τόπον Χριστοῦ» δέν κάνει τίποτε περισσότερο ἀπό τό νά ἀκολουθεῖ καί νά κηρύττει µέ κάθε κόστος, ἐλεύθερα καί ἀσυµβίβαστα, τόν λόγο τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀλήθειας πού πηγάζει καί ἑδράζεται «οὐ γάρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ἐν δυνάµει» (Κορ. Α΄ 4,20). Μέ αὐτόν τόν τρόπο ταπεινά καί ἀθόρυβα ὁ Σεβασµιώτατος Μητροπολίτης Κισάµου καί Σελίνου κ.κ. Ἀµφιλόχιος γίνεται τό παράδειγµα τῆς πατρικῆς θαλπωρῆς καί ὄχι τοῦ παιδαγωγοῦ, ὄντας ὁ ἴδιος σέ ὅλη του τήν πορεία αὐστηρός καί ἀπαιτητικός µέ τό εἶναι του καί ἔπειτα αὐτό πού κάνει ὁ ἴδιος πράξη ζητᾶ καί παρακαλεῖ καί δέεται γιά τό σῶµα τῆς Ἐκκλησίας, πρός ∆όξαν Θεοῦ, ἁγιασµό καί σωτηρία του.
Τό µεῖζον γιά τόν Σεβασµιώτατο µέσα σέ αὐτή τήν ἀκατάπαυστη ροή τοῦ χρόνου δέν εἶναι ἡ διαµόρφωση µίας καλῆς φήµης καί ἑνός καλοῦ ὀνόµατος εἰς τό πρόσωπό του, ἀλλά «τό ὑπέρ πᾶν ὄνοµα» (Φιλιπ. 2,9), πού ἀφορᾶ τό Θεανθρώπινο πρόσωπο Τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό σέ κάθε περίσταση καί ἀνάγκη καί ὅπου ἐπιβάλλεται, ὀρθώνει µέσα ἀπό τήν ἀρθρογραφία του, ἀλλά καί τήν κηρυγµατική του παρέµβαση, λόγο ἀληθείας καί δικαιοσύνης γιά τήν διατήρηση τῶν ἱερῶν καί ὁσίων τῆς πίστεως καί τῶν κεκτηµένων τῆς Ἁγιοτόκου καί ἡρωοτόκου πατρίδας µας. Παράλληλα, δέν καταφρονεῖ καί δέν ἀµελεῖ καί τήν ὁρατή φύση τοῦ βίου, τίς φροντίδες τῶν πενήτων, τῶν ἀναγκεµένων καί τῶν ἀσθενούντων, ἀλλά ἀπό κοινοῦ, µαζί µέ τίς πνευµατικές ἀνάγκες τους, ἀνακουφίζει καί ἀφουγκράζεται τόν πόνο, τά δάκρυα καί τήν ἀγωνία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων γιά τήν ἀξιοπρεπῆ ἐπιβίωσή τους, χωρίς ἀποκλεισµούς καί διακρίσεις.
Τό φιλανθρωπικό, ἱεραποστολικό καί κοινωνικό ἔργο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, πού ἐνσαρκώνει τό Ἀννουσάκειο Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων «Ἅγιος Σπυρίδων», ὑπό τήν ἐµπνευσµένη καθοδήγηση τοῦ Σεβασµιωτάτου, µέ τήν ἐπέκταση τῆς νέας πτέρυγας καί τήν ἀνακαίνιση – ἀποκατάσταση τῆς ὑπάρχουσας κτηριακῆς ὑποδοµῆς, µαρτυροῦν καί τήν δική του προσευχή καί ἀγωνία «καὶ εἴτε πάσχει ἕν µέλος, συµπάσχει πάντα τά µέλη» (Κορ. Α΄ 12,26), γενόµενος καί ὁ ἴδιος ὁ ἐγγυητής τοῦ δικαίου, τῆς ἐξασφάλισης καί τῆς πληρότητας διά τά ἀναγκαία «συστατικά τῆς ζωῆς» (Πηδάλιον, ἔκδ. Παπαδηµητρίου, Ἀθήνα 1948, σ. 76). Πολυσήµαντο καί σπουδαιότατο εἶναι καί τό ἀνακαινιστικό ἔργο τοῦ Σεβασµιωτάτου, πού ἀποτελεῖ τό διαρκές καί ἀνεξάντλητο θαῦµα τῆς πίστεως γιά τά τόσα πού ἔχουν συντελεστεῖ τά 20 αὐτά ἔτη, χωρίς τίς ἀπαιτούµενες οἰκονοµικές δυνατότητες, ἀλλά µέ µόνο καί µοναδικό του ἐφόδιο τήν πίστη του στήν πρόνοια Τοῦ Θεοῦ, τίς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας ἡµῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας, εἰς τήν Ὁποία ἀφιέρωσε τήν ζωή του καί ἐκδαπάνησε ἑαυτόν, καί τήν ἀγάπη στό πρόσωπό του δωρητῶν καί εὐεργετῶν πού πίστεψαν καί ἐµπιστεύτηκαν τήν θυσία καί τήν ἀφοσίωσή του στόν τόπο καί στόν ἄνθρωπο.
Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπιδαψίλευσε καί ἐπέβλεψε ἐπί τόν δοῦλο Του καί ἐκεῖνος προσευχόµενος Τοῦ ἀπαντοῦσε: «λάλει Κύριε καί ὁ δοῦλος σου ἀκούει» (Βασ. Α΄ 3,10). Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο συνετελέσθη ὅλο τό ἰδρυτικό καί ἀνακαινιστικό ἔργο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάµου καί Σελίνου. Ἀνείγειρε τό Φαλδάµειο Οἴκηµα (Νέα Γραφεῖα τῆς Μητροπόλεως), τό Τσατσαρωνάκειο Πολιτιστικό Πολύκεντρο Νεότητας, τό µεγάλο καί ἱερό Προπύργιο τῆς πίστεως, τό Προσκύνηµα τοῦ Ὁσίου Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ, στήν γενέτειρά Του, τό Συρικάρι. Παράλληλα, ἀνακαίνισε ἐκ βάθρων -ὄντας καί ὁ ἴδιος φιλοµόναχος- ὅλες τίς Ἱερές Μονές τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τήν ἀνδρῶα Ἱερά Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή Κυρίας τῶν Ἀγγέλων Γωνιᾶς, ὅπου καί στεγάζεται ὑπερσύγχρονο Βυζαντινό Μουσεῖο, µέ σπουδαῖα κειµήλεια τῆς πίστεώς µας, τήν ἀνδρῶα Ἱερά Μονή Χρυσοσκαλιτίσσης, πού σήµερα δεσπόζει ὡς πνευµατικός φάρος καί συνεχίζει πλέον ἀνανεωµένη τήν πνευµατική καί ἱστορική παρουσία της µέσα στό διάβα τῶν αἰώνων, τήν γυναικεία Ἱερά Μονή Ζωοδόχου Πηγῆς Παρθενῶνος, τήν ὁποία κατέστησε πόλο ἕλξης γιά τούς προσκυνητές καί τούς κληρικούς µας πού τήν ἐπισκέπτονται τόσο γιά λατρευτικούς λόγους, ὅσο καί γιά τό σύγχρονο κεντητήριο καί ἱεροραφεῖο της.
Μέ κόπο καί προσευχή ἀπεκατέστησε τό Ἱερό Προσκύνηµα τοῦ Γενεσίου τοῦ Τιµίου Ἐνδόξου Προφήτου Προδρόµου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου «Ντάµιαλη» καί τό κατέστησε τόπο προσευχῆς, παραµυθίας καί ἀναφορᾶς γιά ἑκατοντάδες προσκυνητές πού συρρέουν γιά νά καταθέσουν τήν ἀγωνία καί τόν ἀγῶνα τους, τά δάκρυα καί τήν ἀσθένειά τους στόν µείζονα τῶν Προφητῶν. Ἀνακαίνισε ἐπίσης ἐκ βάθρων, καί µέ τήν πνευµατική αἴγλη πού τοῦ ἁρµόζει, τό Μητροπολιτικό οἶκο «Ἐπισκοπεῖο», καθώς καί τό Πνευµατικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Εὐαγγελισµοῦ τῆς Θεοτόκου στήν ἕδρα τῆς Μητροπόλεως, ὅπως καί τήν Ὀρθόδοξο Ἀκαδηµία Κρήτης, πού φιλοξένησε κατά τό ἔτος 2016 τό µεγάλο γεγονός τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου στό Κολυµπάρι Χανίων.
Καθοριστικῆς σηµασίας καί σπουδαίας συµβολῆς εἰς τόν τοµέα τῆς νεότητας ἀποτελεῖ ἡ διαρκής µέριµνα τοῦ Σεβασµιωτάτου µέσῳ τοῦ Τσατσαρωνάκειου Πολιτιστικοῦ Πολυκέντρου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάµου καί Σελίνου, εἰς τό ὁποῖο λειτουργοῦν καί στεγάζονται πλῆθος δραστηριοτήτων πού ἀφοροῦν τίς δεξιότητες καί τήν πνευµατική καλλιέργεια τῆς νεότητας τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀποδεικνύοντας ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος δέν ἀποτελεῖ ἕνα ἀπόκοσµο πρόσωπο, οὔτε ἕνα κλειστό κύκλωµα βίου, ἀλλά πρόσωπο πού ζεῖ καί σαρκώνεται µέσα εἰς τόν κόσµο µέ σκοπό νά τόν ὁδηγήσει εἰς τήν σωτηριολογική του προοπτική καθώς τό ἀπρόσληπτον παραµένει καί ἀθεράπευτο (Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Ἐπιστολή 101 – Πρός Κληδόνιον, P.G. 37,181).
Ὅλη ἡ δοµή τοῦ πολύπλευρου καί πολυποίκιλου ποιµαντικοῦ ἔργου τοῦ Σεβασµιωτάτου εἶναι ἡ ἑρµηνεία τῆς ἀγαπητικῆς ἐµπειρίας τῆς πίστεως πρός τόν Θεό καί ἡ ἀποδοχή τοῦ θελήµατός Του, ὥστε ὁ ἴδιος νά εἶναι «ἀπερίσπαστος» καί «ἀπερίτρεπτος» (Λόγος Ἀσκητικός, 2 P.G. 31, 632B) εἰς τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ καί τῆς διακονίας τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας.
Ταπεινά καί καρδιακά, ὡς ἐλάχιστος τῶν συνεργατῶν τοῦ Σεβασµιωτάτου, διακονῶντας ἀπό τήν θέση τοῦ Πρωτοσυγκέλλου τῆς περίπυστης Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάµου καί Σελίνου, ἐκφράζοντας τόν εὐαγῆ κλῆρο, τίς µοναστικές ἀδελφότητες καί τό φιλόχριστο ποίµνιο τῆς ἐν Κισάµῳ καί Σελίνῳ Ἐκκλησίας τῆς Ἑσπερίας Κρήτης, ἀναπέµποµεν αἶνον καί ∆οξολογίαν εἰς τήν Τρισήλιο Θεότητα µέ τά φλογερά λόγια τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου: «Τοιοῦτος γάρ ἡµῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς» (Εβρ. 7,26), τῶν Ἁγίων λειτουργός καί τῆς ἀληθινῆς σκηνῆς «ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καί οὐκ ἄνθρωπος» (Εβρ. 8,2).
Εὐχόµενοι υἱικῶς, µέ ἀφοσίωση καί σεβασµό εἰς τό τετιµηµένο καί πολυσήµαντο πρόσωπό του γιά ὅλους ἐµᾶς πού συναναστρεφόµαστε εἰς τήν καθ’ ἡµέρα τοῦ βίου µας ὡς τέκνα πιστά τό γνήσιο καί ἀληθινό πρόσωπο τοῦ πατέρα, ὑγεία κατ’ ἄµφω καί µακρότητα ἡµερῶν, ὀρθοτοµῶντας πάντοτε καί ἀσυµβίβαστα, ὅπως µέχρι σήµερα ἡ διαδροµή καί ἡ πορεία του ἀπέδειξε, τόν λόγον τῆς ἀληθείας, πρός ∆όξαν καί αἶνον τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως Χριστοῦ καί εὔκλειαν τῆς Ἁγίας Του Ἐκκλησίας.
Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιµανδρίτης
Ἀγαθάγγελος
Κουµαρτζάκης,
Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάµου καί Σελίνου


