Η παραβολή του ασώτου υιού είναι αρκετή από µόνη της να µας διδάξει όλο το µυστήριο της πατρικής θεϊκής αγάπης και του τρόπου σωτηρίας και επιστροφής των ανθρώπων στον Θεό.
Έτσι, συνήθως, δίνεται µεγαλύτερη σηµασία στον άσωτο υιό και στον τρόπο σωτηρίας του, αλλά και στην παρουσία του πατέρα, ο οποίος µε την άφατη πατρική αγάπη του δέχεται πίσω τον άσωτο γιο του. Ο άλλος γιος όµως, ο αδελφός του ασώτου, µένει στο περιθώριο, χωρίς να ασχοληθεί κανείς µ’ αυτόν. Όµως, όταν ακούω την παραβολή αυτή, το µυαλό µου µένει σ’ αυτόν τον τύπο του ανθρώπου, γιατί αισθάνοµαι ότι εµείς οι «θρήσκοι» µοιάζουµε µ᾽ αυτόν οι περισσότεροι. Κινδυνεύουµε από το σύνδροµο αυτού του ανθρώπου. Είναι ένας µεγάλος κίνδυνος, που παραµονεύει όλους µας. Στο Ευαγγέλιο γίνεται αναφορά για τον µεγαλύτερο γιο µε λίγα λόγια. Όταν επέστρεψε ο άσωτος υιός και έγινε η υποδοχή του από τον πατέρα και διέταξε να φέρουν την πρώτη στολή για να τον ντύσουν, και να θυσιάσουν το µοσχάρι το σιτευτό και να γίνει χαρά και ευφροσύνη στο σπίτι, γιατί ο άσωτος ήταν σαν νεκρός που επέζησε, και χαµένος και βρέθηκε, λέει η παραβολή στη συνέχεια: «Ἦν δέ ὁ υἱός αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ».
Ο µεγαλύτερος υιός ήταν στον αγρό εργαζόµενος στην εργασία του πατέρα του. «Καί ὡς ἐρχόµενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συµφωνίας καί χορῶν», και όταν έφτασε στο σπίτι άκουσε όλη αυτή την ιστορία. Αυτό που µας παραπέµπει στην πιο πάνω στιγµή, που γράφει για τον άσωτο υιό, είναι όταν στράφηκε πίσω και πλησίασε στο σπίτι, και ενώ ήταν ακόµη µακριά, ο πατέρας του έτρεξε και τον αγκάλιασε και τον καταφίλησε και «ἐπέπεσε ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ». «Καί ἰδών αὐτόν ὁ πατήρ ἐσπλαγχνίσθη». Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστοµος έναν ωραίο λόγο: «πώς τον είδε ο πατέρας, αφού ήταν µακριά;» Οι οφθαλµοί του πατέρα έχουν µεγάλο βλέµµα και µεγάλη δύναµη. Τον είδε µε τα µάτια της ψυχής του, µε την αγάπη του και την ευσπλαγχνία του.
Είχε πέσει στ’ αλήθεια πολύ χαµηλά. Είχε αµαρτήσει βαριά. Είχε προδώσει την εµπιστοσύνη και την αγάπη του Πατέρα. Είχε ξεστρατίσει σε άτακτη ζωή. Να ο γκρεµός, η τελική καταστροφή έχασκε µπροστά του. Αλλά πώς να γυρίσει πίσω;Αυτός µε τόση αυτοπεποίθηση, όσο και αυθάδεια, είχε απαιτήσει: «πάτερ, δός µοι τό ἐπιβάλλον µέρος τῆς οὐσίας »! Πατέρα, δος µου το µερίδιο της περιουσίας που µου ανήκει! Κι όταν ο φιλόστοργος πατέρας του «διεῖλε», µοίρασε σ’ αυτόν και τον αδελφό του «τόν βίον», την περιουσία, αυτός άρπαξε το µερίδιο του και αµέσως «ἀπεδήµησεν εἰς χώραν µακράν». Ταξίδεψε σε µακρινή χώρα. Με τι πρόσωπο ν’ αντικρίσει τώρα το πατρικό βλέµµα;
Αλλά ήταν και οι φίλοι του, µε τους οποίους «διεσκόρπισε τήν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». ∆ιασκόρπισε την περιουσία του ζώντας βίο άσωτο. ∆ε θα τον ειρωνεύονταν, αν τον έβλεπαν ν’ αλλάζει γνώµη;Ήταν κι εκείνος ο µεγάλος του αδελφός, ο οποίος είχε µείνει στο σπίτι, άψογος, τυπικός απέναντι στον Πατέρα. Τι θα έλεγε, όταν τον έβλεπε να επιστρέφει;
Ποια δικαιολογία άραγε θα µπορούσε να επιστρατεύσει, τι πρόσχηµα να βρει, για να γυρίσει πίσω, να ξεφύγει επιτέλους από την αθλιότητα εκείνη, όπου είχε καταντήσει; Αλλά όχι. ∆εν υπήρχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να επιστρέψει. Χωρίς δικαιολογίες και προσχήµατα. Τώρα, που ήρθε στα συγκαλά του, πήρε αµετάκλητα και την απόφασή του. Θα επιστρέψει έτσι όπως είναι. Αποτυχηµένος, άθλιος, αξιοθρήνητος και ταπεινωµένος. Θα προβάλλει ένα και µόνο επιχείρηµα. Τη µετάνοιά του. Θα πει:
«Πάτερ, ἥµαρτον»! «Ἥµαρτον εἰς τόν οὐρανόν», «Ἥµαρτον… καί ἐνώπιόν σου»! «Πάτερ, ἥµαρτον»!«Οὐκέτι εἰµί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου» Το είπε και το έκανε. «Ἀναστάς ἤλθε πρός τόν πατέρα αὐτοῦ». Σηκώθηκε και ήλθε στον πατέρα του.Ασφαλώς στο δρόµο η καρδιά του γοργοκτυπούσε από αγωνία. Ήταν τόσο δύσκολο το εγχείρηµά του. Ταπεινωµένος, συντετριµµένος, εξουθενωµένος, βάδιζε βυθισµένος στις σκέψεις του, κρατώντας γερά ως οδηγό του και σωσίβιο τον εξοµολογητικό λόγο: «Πάτερ, ἥµαρτον».
Αλλά τι βλέπει; Όνειρο µήπως; Ο πατέρας του τον διέκρινε από µακριά και τρέχει προς το µέρος του για να τον συναντήσει, να τον υποδεχθεί θερµά. Έρχεται, πέφτει γεµάτος πόνο και πόθο και ευσπλαχνία «ἐπί τόν τράχηλον αυτοῦ» και τον «καταφιλεῖ», τον πνίγει µε ασπασµούς πατρικής αγάπης! Ο άσωτος γιος όµως δε χάνει τα λόγια του, ούτε ξεθαρρεύει. Με το κεφάλι σκυµµένο από ντροπή, µε δάκρυα καυτά στα µάτια, κράζει σπαραχτικά και οµολογεί: «Πάτερ ἥµαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου»! Είµαι ένοχος, άσωτος, αποστάτης! Είµαι ανάξιος, να λέγοµαι γιος σου! Πατέρα µου, συγχώρεσε µε!…
Ο πατέρας δε δίνει απόκριση άλλη από εκείνη, που ήδη έµπρακτα είχε δώσει. Γυρίζει µόνο «πρός τούς δούλους αὐτοῦ» και µε φωνή που τη ραγίζει λυγµός χαράς τους παραγγέλνει:
— Φέρετε γρήγορα «τήν στολήν τήν πρώτην καί ἐνδύσατε αὐτόν»! θέλω να πάρει καινούργια όψη το παιδί µου! Ακόµη, «δότε δακτύλιον εἰς τήν χεῖρα αὐτοῦ», να φαίνεται ότι είναι άρχοντας εδώ µέσα! Και «ὑποδήµατα εἰς τούς πόδας» να του βάλετε! Και «τόν µόσχον τόν σιτευτόν», το θρεφτάρι µας, που το φυλάγουµε για τις µεγάλες γιορτές, τώρα να το σφάξετε και να στρώσετε τραπέζι, για να «εὐφρανθῶµεν»!Ποια άλλη µέρα θα βρεθεί πιο γιορτινή απ’ αυτή; Ο γιος µου, «νεκρός ἦν καί ἀνέζησε»! «Ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη»! Ήταν πεθαµένος και ξαναζωντάνεψε και χαµένος και βρέθηκε.
Θα µπορούσε ο άσωτος να βρει πολλές δικαιολογίες, να προσκοµίσει πολλά ελαφρυντικά. Θα µπορούσε να πει: «Πατέρα, λάθος έγινε. Ήταν η κακιά ώρα, οι φίλοι που µε παρέσυραν, η δύσκολη ηλικία… ήρθαν και αλλεπάλληλες οι αναποδιές… ποιος µπορεί να προβλέψει ένα λιµό; Ατύχησα…» Αλλά όχι. Ο άσωτος είχε το θάρρος και την τιµιότητα να αναλάβει τις ευθύνες του, να οµολογήσει ξεκάθαρα την ενοχή του, να αντιµετωπίσει κατάµατα την πραγµατικότητα και τις όποιες συνέπειες των πράξεων του. Είχε τον ηρωισµό να κλάψει, να µετανοήσει, να ταπεινωθεί, να πει το «ήµαρτον».
Πολλοί νέοι σήµερα µπροστά σε κάποιες πτώσεις τους τα χάνουν. Ή απελπίζονται ή προσπαθούν να ξεφύγουν και να ξεχάσουν ή επιστρατεύουν δικαιολογίες και επεξηγήσεις, για να κατοχυρωθούν. Όµως, όλοι αυτοί οι τρόποι — διέξοδοι φυγής — ψευτοβολεύουν και µπαλώνουν τις καταστάσεις. ∆ε γιατρεύουν, δεν εξιλεώνουν την ψυχή. Μία είναι η σωστή αντιµετώπιση της ενοχής. Η τίµια αποδοχή της. Και στη συνέχεια η κατανυκτική µετάνοια, η συντριβή, η Εξοµολόγηση, η επανόρθωση, η επιστροφή.
«Πάτερ, ήµαρτον»!
Ω! Μόλις αρθρώσουµε την ευλογηµένη αυτή φράση, όλα µεταµορφώνονται, επανορθώνονται, τακτοποιούνται. Θεία χάρη και έλεος φωτίζει την ψυχή. Μας ανακουφίζει. Ενθουσιασµός ιερός µας συνεπαίρνει, να επανορθώσουµε κάθε παλιά εκτροπή, ζηµιά, αδικία… να κερδίσουµε το χαµένο δρόµο, το χαµένο χρόνο…
Κι ο στοργικός Πατέρας µας ακούγεται ν’ απαντά: «Ἐνδύσατε αὐτόν τήν στολήν τήν πρώτην»! «Ὁ υἱός µου οὗτος… ἀνέζησε»! Ξαναβρήκε τη ζωή!
Το κλειδί του Θεού είναι αυτό που βρήκε και ο Τελώνης: «ὁ Θεός ἱλάσθητί µοι τῷ ἁµαρτωλῷ». Ούτε τα µάτια του δεν σήκωσε στον ουρανό. Κτυπούσε το στήθος του και ζητούσε από τον Θεό να τον λυπηθεί. Ο άλλος έλεγε µεν «ευχαριστώ», αλλά δεν ήταν, όπως πίστευε, «σαν τους άλλους ανθρώπους», ή όπως τον Τελώνη. Έκανε ελεηµοσύνες, νήστευε και ήταν καλός!
Το ίδιο και ο άσωτος, πώς κέρδισε τον Θεό; Με τον ίδιο τρόπο. Είπε: «πάτερ, ἥµαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου». Αµέσως έγινε δεχτός από τον πατέρα. Ο άλλος πήγε «δικαιωµατικά»: «εγώ είµαι τόσα χρόνια και σου δουλεύω και ποτέ δεν παρήλθα καµία εντολή σου». Όλα, βέβαια, αυτά που είπε ο αδελφός του ασώτου ήταν αληθινά και ανθρωπίνως ίσως να είχε και δίκαιο. Όµως δεν ήξερε τον πατέρα του, δεν µπορούσε να τον πλησιάσει, δεν τον έµαθε ποτέ, ήταν ξένος προς αυτόν.
Λέει τη Μεγάλη Παρασκευή για τον ληστή: «κλεῖδα βαλών τό µνήσθητί µου ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου» και αµέσως άνοιξε την πόρτα του Παραδείσου και µπήκε µέσα. Το Ευαγγέλιο τελικά έλεγαν οι Πατέρες είναι τόσο εύκολο αλλά και τόσο δύσκολο. Όποιος δεν βρει το κλειδί, κτυπάει πάνω στην πόρτα. Αυτό το κλειδί του Θεού πρέπει να βρούµε. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και όλη η ευλογηµένη περίοδος του Τριωδίου συνεχώς µας το έχει µπροστά µας. Την ταπείνωση, τη µετάνοια, τη µίµηση του Θεού. Πώς θα µιµηθούµε τον Θεό; Έγινε άνθρωπος, για να τον δούµε και
να µάθουµε πώς θα τον µιµηθούµε. Ποιοι τον µιµούνται; Αυτοί που τον ακολουθούν παντού: στο Πάθος, στον Σταυρό και σε όλα εκείνα τα οποία χαρακτήρισαν τη ζωή Του, για να µπορέσουµε να δούµε και τη δική µας Ανάσταση.
*Ο π. ΜΕΛΧΙΣΕ∆ΕΚ ΑΜΠΕΛΙΚΑΚΗΣ είναι Αρχιµανδρίτης του Οικουµενικού Θρόνου, εφηµέριος Στερνών.


