«ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν µου τῶν ἐλαχίστων, ἐµοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε’ 40).
Ως γνωστόν κάθε χρόνο, την τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, η Ορθόδοξη Εκκλησία µας εορτάζει την Κυριακή της Απόκρεω.
Λέγεται Κυριακή της Απόκρεω διότι από την Κυριακή αυτή µέχρι και το Πάσχα απέχουµε από το κρέας. Την Κυριακή αυτή, οι Άγιοι και θεοφόροι Πατέρες µας, εθέσπισαν να γίνεται αναφορά και µνεία, στην ∆εύτερη Παρουσία του Κυρίου µας και την κρίση που θα γίνει σε όλους τους ανθρώπους της γης, ζώντας και νεκρούς. Από τον πρώτον άνθρωπον τον Αδάµ, µέχρι και τον τελευταίον που θα γεννηθεί έως την ώρα της ∆ευτέρας Παρουσίας.
Η µέλλουσα Κρίση είναι θεµελιώδης πίστη της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία θα επισυµβεί στο τέλος αυτού του πρόσκαιρου κόσµου και περιγράφεται σαφέστατα στο ευαγγέλιο του Ματθαίου (25,31-46).
Ο Θεός δεν είναι µονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήµων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσµο, µας λέγει το Ευαγγέλιο, και µάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύµφωνα µε τα έργα µας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σηµερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσεως. Και λέµε «γεγονότος», γιατί η παγκόσµια κρίση αποτελεί για την πίστη µας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγµατικότητα, που οµολογείται σ’ αυτό το Σύµβολο µας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ἐρχόµενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς…».
Καλούµεθα, λοιπόν, σήµερα να συνειδητοποιήσουµε τρία πράγµατα. Πρώτον, ότι Κριτής µας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσµον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσµον.
Αυτός που έγινε για µας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωµα να µας κρίνει, αν αφήσαµε να µείνει µέσα µας και στην κοινωνία µας ανενέργητη η θυσία Του. ∆εύτερον θα κρίνει όχι µόνο τούς Χριστιανούς, ούτε µόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρίση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χριστιανούς και µη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη.
Η στάση µας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους µας. Καθολική – παγκόσµια η κρίση, καθολικό – παγκόσµιο και το κριτήριο.
Ο παγκόσµιος νόµος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και µη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν µπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι’ αυτό έµειναν µακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόµο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύµνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν µπορούν να µείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωµα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε… ∆εν µπορεί να τ’ αγνοήσει κανείς, χωρίς προηγουµένως να παύσει να έχει συναισθήµατα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού µέσα του.
Η µέλλουσα κρίση είναι αναπόφευκτη και απορρέει από την απόλυτη δικαιοσύνη του Θεού. Την παρέλευση αυτού του φθαρτού και τραυµατισµένου από την αµαρτία κόσµου θα επισφραγίσει η µεγάλη και αδέκαστη κρίση του Χριστού, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδο στη νέα πραγµατικότητα της βασιλείας του Θεού. Οι άνθρωποι, ως ελεύθερα όντα, πρέπει να τοποθετηθούν στη βασιλεία του Χριστού ανάλογα µε τη δική τους επιλογή σε αυτή τη ζωή. Ύψιστο κριτήριο της κρίσεως θα είναι η στάση και συµπεριφορά τους απέναντι στους συνανθρώπους τους. Η θετική ή η αρνητική στάση τους θα κρίνει τελικά αν θα είναι κληρονόµοι της βασιλείας του Θεού, ή θα είναι προορισµένοι να ριχτούν στην αιώνια κόλαση, όπου «εκεί έσται ο κλαυθµός και ο βρυγµός των οδόντων» (Ματθ.24,51).
Το συγκλονιστικό µεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν µε υπέροχα χρώµατα οι ύµνοι της ηµέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν… τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐλέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δηµοσιεύονται»!
Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι µόνο υπενθυµίζει την ανετοιµότητά µας να εµφανισθούµε µπροστά στο βήµα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής µας, την οποία δαπανάµε µέσα σε έργα µαταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. ∆εν δικαιούµεθα ενώπιον του κριτού µας για όσα ο κόσµος θεωρεί µεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέσεις, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό µάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη µας.
Κρινόµεθα βάσει της έµπρακτης εφαρµογής της αγάπης µας. Όχι ως άτοµα δηλαδή, αλλά ως µέλη της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτοµα, αυτόνοµα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουµε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι µεγαλύτερες αρετές, αν µείνουν απλώς ατοµικές, είναι µετοχές χωρίς αντίκρυσµα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Γιατί δεν βρήκαν την πραγµάτωση τους µέσα στην ανθρώπινη κοινωνία. ∆εν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όµως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή µας. Αν όλα αυτά γίνονται για µια ατοµική δικαίωση και όχι ως διακονία των αδελφών, των πλησίον, µας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεµπτουσία της ευσέβειας.
Ο κόσµος έχει µάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόµη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όµως της πίστεως δεν ισχύει ο νόµος αυτός. Η ατοµική ευσέβεια δεν µπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύεται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι µόνο το «ταµιείον». Εις το ταµιείον του καταφεύγει ο Χριστιανός για τον πνευµατικό του ανεφοδιασµό. Ποτέ όµως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της ατοµικότητας του. Αν η πνευµατικότητα µας είναι ορθή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουµε µια για πάντα: Το επιχείρηµα των γλυκανάλατων χριστιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καµµιά δύναµη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σηµαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». ∆ιαφορετικά είµασθε κατά λάθος ανάµεσα σε χριστιανούς. Η θέση µας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.
Αισθάνοµαι όµως την ανάγκη να προλάβω στο σηµείο αυτό µια απορία. Αν κρινόµασθε βάσει της έµπρακτης αγάπης µας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σηµασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγµατος αγώνας; Αν δεν έχει διαστάσεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;
Η ενθύµηση της φοβερής µελλούσης Κρίσεως στην αρχή του Τριωδίου είναι απαραίτητη, διότι απώτερος σκοπός του όλου πνευµατικού αγώνα µας είναι να βρεθούµε εκ δεξιών του ∆εσπότη Χριστού, κατά τη µεγάλη Kρίση. Αυτό είναι αποτυπωµένο κάλλιστα στην υπέροχη υµνωδία της ηµέρας.
Όταν ο Χριστός µας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του µπορούσαν να νοηθούν όχι µόνο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ’ Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, µπορούν να έχουν λόγους να κριθούν µόνον για την αγάπη τους, µολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύναται να έχει παρά µόνο φαινοµενικά αγάπη. Και µόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισµα και «άγιο Πνεύµα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανική. Το ζήτηµα όµως πρέπει, νοµίζω, να τεθεί κατ’ άλλο τρόπο. Όταν εµείς σήµερα ακούµε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια µετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουµε από την αγάπη µας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά: «ὁ… µὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι µὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνοµα τοῦ µονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ’ 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονοµία η κρίση είναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χριστού. Κριτήριο µένει η αγάπη. Αγάπη όµως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η µόνη αληθινή. Αυτή µονάχα δικαιώνει και σώζει…
*Ο π. Μελχισεδέκ Αμπελικάκης είναι Αρχιµανδρίτης του οικουµενικού θρόνου, εφηµέριος Στερνών.


