Βρισκόµαστε στο µέσον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, και η Αγία µας Εκκλησία προβάλλει σήµερα τον Σταυρό του Χριστού, για να µας δώσει θάρρος και δύναµη στη συνέχιση του δύσκολου πνευµατικού µας αγώνα.
«Καθάπερ γὰρ πάλαι ἐν τῇ ἐρήµῳ τὸν χαλκοῦν ὄφιν οἱ δηχθέντες προσβλέποντες ἐῤῥύοντο θανάτου· οὕτω δὴ καὶ νῦν οἱ τὸ τῆς νηστείας µεσοπορήσαντες στάδιον, τούτῳ προσψαύοντες, τὸν νοητὸν ὄφιν νεκρὸν δεικνύουσι, καὶ αὐτοὶ ἀθανατίζονται, καὶ κοινωνοὶ τῶν παθηµάτων τοῦ Χριστοῦ διὰ τῆς ἐγκρατείας δεικνύµενοι, κοινωνοὶ καὶ τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ ἀναδείκνυνται», θά µᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος ( Εἰς τὴν προσκύνησιν τοῦ τιµίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ, τῇ µέσῃ ἑβδοµάδι τῶν νηστειῶν, PG 52, 836). ∆ηλαδή, όπως παλαιά στην έρηµο όσοι πλήττονταν από τα φίδια και ενατένιζαν τον χάλκινο όφι γλίτωναν από βέβαιο θάνατο, κατά τον ίδιον τρόπο κι εµείς, έχοντας διανύσει το µέσον της Νηστείας και προσκυνώντας τον Τίµιο Σταυρό, δείχνουµε ότι ο µεν νοητός όφις είναι νεκρός, ενώ εµείς µετέχουµε της αθανασίας, και µε την εγκράτεια γινόµαστε µέτοχοι των παθηµάτων του Χριστού, και αναδεικνυόµαστε κοινωνοί της Αναστάσεώς Του
«Όστις θέλει οπίσω µου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω µοι» (Μάρκ. 8, 34)
Ο Σταυρός του Κυρίου προβάλλεται από την Εκκλησία µας στο µέσον της Σαρακοστής ως όραµα και τελική αναφορά, αλλά και ως αναψυχή και ανάπαυλα, προκειµένου ο χριστιανός να µπορέσει να ακολουθήσει τον Κύριο. Ακολουθώ τον Χριστό δηλαδή σηµαίνει σταυρώνοµαι µαζί Του, που θα πει αποκτώ τις προϋποθέσεις ανάστασης µε την Ανάστασή Του. Το Ευαγγελικό ανάγνωσµα της ηµέρας στοιχεί ακριβώς πάνω στο σκεπτικό αυτό, καθώς ακούµε τα λόγια του ίδιου του Κυρίου: «Όστις θέλει οπίσω µου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω µοι».
Ο Κύριος µέσα στο πλαίσιο της άπειρης αγάπης Του προς τον άνθρωπο, αγάπης που Τον οδήγησε πάνω στον Σταυρό, µας καλεί να Τον ακολουθήσουµε, γιατί Αυτός είναι ο Σωτήρας µας. Προς τούτο έρχεται και όχι µόνο µας ανοίγει τα µάτια για να δούµε τον ορθό προσανατολισµό µας, αλλά µας εντάσσει µέσα στον εαυτό Του, ώστε µε τη δική Του δύναµη να βρούµε τον βηµατισµό µας. Αν δεν συνέβαινε αυτό, αν ο Κύριος ερχόταν απλώς για να µας πει µόνοι µας να Τον ακολουθήσουµε, δεν θα διέφερε από τους άλλους τυράννους της ανθρωπότητας, και µάλιστα ακόµη περισσότερο: όντως θα «έπαιζε» µαζί µας, «διασκεδάζοντας» µε τις αδυναµίες µας και την επίγνωση από εµάς αυτών των αδυναµιών.
Η κλήση λοιπόν του Χριστού να Τον ακολουθήσουµε γίνεται, αφού έχει δώσει όλες τις δυνατότητες για κάτι τέτοιο. Κι είναι σηµαντική η επισήµανση ότι η κλήση αυτή γίνεται σε χρόνο διαρκείας: «ακολουθείτω µοι». Να ακολουθούµε τον Χριστό, πάντοτε και χωρίς διακοπές. Μία διακεκοµµένη ακολουθία του Χριστού – µία µαζί Του και µία όχι – συνιστά τη διψυχία που λέει ο άγιος Ιάκωβος, κύριο γνώρισµα της οποίας είναι η ακαταστασία. Ο ίδιος ο Κύριος µάλιστα σε άλλο σηµείο απεκάλυψε ότι κάθε µη ακολουθία Του δεν είναι στάση, που µπορεί να φέρει την επανεκκίνηση από το ίδιο σηµείο, αλλά οπισθοδρόµηση και εναντίωσή Του. «Ο µη ων µετ’ εµού κατ’ εµού εστι, και ο µη συνάγων µετ’ εµού σκορπίζει».
Ακριβώς λοιπόν πάνω σ’ αυτήν την αδιάκοπη ακολουθία του Χριστού, για να µην υπάρχουν οι αποκλίσεις που ακυρώνουν τη σωτηρία του ανθρώπου, έρχονται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Ίδιος.
Πρώτη προϋπόθεση είναι η ελευθερία του ανθρώπου. «Όστις θέλει οπίσω µου ακολουθείν». Όσο κι αν είναι εντελώς απαραίτητη η ακολουθία του Κυρίου – πιο απαραίτητη κι από τον ίδιο τον αέρα που αναπνέουµε – όµως ο Θεός δεν µας εκβιάζει. Μας δίνει την ώθηση, παρακολουθεί την πορεία µας, αλλά δεν µας υποκαθιστά. Τον τελευταίο λόγο για τη σωτηρία του δηλαδή τον έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Κι ο λόγος είναι γνωστός: ο Θεός µάς δηµιούργησε ελεύθερους. Η χριστιανική πίστη αναπτύσσεται µέσα στον αέρα της ελευθερίας.
∆εύτερη προϋπόθεση είναι η απάρνηση του εαυτού. «Απαρνησάσθω εαυτόν». Πρόκειται περί του εγωιστικού εαυτού, εκείνου που «τραβάει» τον άνθρωπο πάντοτε προς τα κάτω, στα πάθη της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας. ∆ιότι ναι µεν µας δόθηκε η ελευθερία από τον Κύριο, αφότου µάλιστα ενωθήκαµε µε Αυτόν διά του αγίου βαπτίσµατος, αλλά το τρεπτό της θελήσεώς µας εξακολουθεί και υφίσταται, συνεπώς εναπόκειται σε εµάς αν θα επιβεβαιώνουµε τη ζωή µας ως ακόλουθοι του Χριστού ή ως ακόλουθοι των παθών µας. Εδώ κατανοούµε την άσκηση βίας στον εαυτό µας, που λέει ο Κύριος: «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Οπότε η ακολουθία του Χριστού απαιτεί συνεχή κίνηση: µία αδιάκοπη και στο έπακρο ενεργητικότητά του. Η νήψη, ως εγρήγορση, λοιπόν είναι το κύριο χαρακτηριστικό του πιστού.
Και η τρίτη προϋπόθεση: «Και αράτω τον σταυρόν αυτού». Πρόκειται για τη συσταύρωσή µας µε Εκείνον, όπως το διατυπώνει ο απόστολος Παύλος: «Χριστώ συνεσταύρωµαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εµοί Χριστός».
Καταλαβαίνουµε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να παρακάµψουµε τον σταυρό, ακολουθώντας τον Κύριο, αφού ο Σταυρός υπήρξε το κύριο γνώρισµα της ζωής Του, απαρχής µέχρι τέλους. Τι σηµαίνει όµως άρση του σταυρού; Σηµαίνει ζωή κατά το πρότυπο του Κυρίου: απόλυτης υπακοής στον Θεό, θυσιαστικής αγάπης στον συνάνθρωπο, ταπείνωσης ως προς τον εαυτό. Με άλλα λόγια, κάνω κέντρο της ζωής µου το θέληµα του Θεού, άρα αγαπώ Εκείνον και την εικόνα Του τον άνθρωπο, κι αυτό µε τη βεβαιότητα ότι απλώς πορεύοµαι στη φυσιολογία της ζωής µου: «Όταν ποιήσητε πάντα τα διατεταγµένα υµίν, λέγετε ότι αχρείοι δούλοι εσµέν, ότι ο οφείλοµεν ποιήσαι, πεποιήκαµεν».
Η περίοδος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αλλά ολόκληρη η ζωή µας είναι µία σταυρική και ανηφορική πορεία, που στοχεύει στη νέκρωση του κοσµικού φρονήµατος και στη Ανάστασή µας από την φθορά της αµαρτίας και τον πνευµατικό θάνατο πού αυτή συνεπιφέρει. Είναι µία πορεία µε σηµείο αναφοράς τον Σταυρό του Κυρίου, που αποτελεί το καύχηµά µας, το στερέωµά µας, το κραταιό όπλο κατά του ∆ιαβόλου, τη σωτηρία µας, την ελπίδα µας, την απαντοχή µας στους πειρασµούς, το σύµβολο της θυσίας του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού και της Αναστάσεως του ανθρωπίνου γένους, το καύχηµα και την χαρά της Εκκλησίας. Η πορεία µας αυτή δεν είναι πάντα εύκολη. Αντίθετα, χαρακτηρίζεται ως σταυρός, τον οποίο σήµερα, µέσα από την περικοπή του Ευαγγελίου του Μάρκου, µας προτρέπει ο Χριστός να σηκώσουµε και να Τον ακολουθήσουµε, στο Γολγοθά και στην Ανάσταση. “Όποιος θέλει να έλθει πίσω µου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, κι ας σηκώσει τον σταυρό του κι ας µε ακολουθήσει”, θα µας πει, θέλοντας να µας δείξει ότι ο δρόµος της αυτοθυσίας, ο δρόµος της αγάπης, ο δρόµος µακριά από τον προσωπικό µας εγωισµό, είναι µεν δύσκολος, αλλά οδηγεί στη σωτηρία και την όντως ζωή. “Αλήθεια”, θα συνεχίσει, “ποιό το όφελος, αν κανείς κερδίσει όλο τον κόσµο, αλλά ζηµιωθεί την ψυχή του; ή τί µπορεί να δώσει ως αντάλλαγµα για την ψυχή του; γι αυτό και όποιος ντραπεί εµένα και τους λόγους µου σε τούτη τη γενεά την αµαρτωλή, και ο Υιός του ανθρώπου θα τον αποστραφεί όταν θα έλθει µέσα στην δόξα του Θεού-Πατρός, συνοδευόµενος από τους αγίους Αγγέλους”.
Πολλά τα νοήµατα και σκληρά τα λόγια του Χριστού. Αν θέλουµε να Τον ακολουθήσουµε, αν θέλουµε να είµαστε µαζί του, οφείλουµε αγόγγυστα και µε πίστη να σηκώσουµε τον δικό µας προσωπικό σταυρό και να Τον ακολουθήσουµε. ∆ύσκολη η πορεία και επίπονη. Η έκβασή της όµως δεν είναι άλλη από τη σωτηρία της ψυχής µας, από την εξασφάλιση της Αναστάσεως και της όντως ζωής. ∆ύσκολη η πορεία, µεγάλο όµως το αντάλλαγµα και σίγουρο, αφού το εγγυάται το αψευδές στόµα του Θεού. Αντίθετα, αν ακολουθήσουµε τον άλλο δρόµο, αν αρνηθούµε το Χριστό και περιφρονήσουµε τα λόγια Του, ή ακόµα αν δειλιάσουµε και απιστήσουµε και εγκαταλείψουµε τον πνευµατικό µας αγώνα, τότε κι Εκείνος θα µας αρνηθεί κατά τη ∆ευτέρα Παρουσία Του. Τότε θα έχουµε χάσει οριστικά την ψυχή µας, και θα στερηθούµε τη χαρά της Αναστάσεως και της αιωνιότητας. Όλα αυτά τα ενθυµούµαστε σήµερα, ώστε να µη δειλιάσουµε, να µην αποκάµουµε και εγκαταλείψουµε τον πνευµατικό µας αγώνα. Έχουµε διανύσει ήδη τη µισή Σαρακοστή, έχουµε αγωνιστεί, έχουµε κοπιάσει πνευµατικά. Ας πάρουµε δύναµη από τον ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου µας, ας τονωθούµε πνευµατικά από τα λόγια του Χριστού, και ας συνεχίσουµε τον καλόν αγώνα µας µε αµείωτη διάθεση.
Η εποχή µας, αλλά και η κάθε εποχή, διέπεται από το κοσµικό φρόνηµα, που είτε δεν κατανοεί είτε απορρίπτει τα λόγια του Ευαγγελίου, προτιµώντας όχι τον πνευµατικό αγώνα αλλά την άνεση και την ικανοποίηση των κάθε είδους απαιτήσεων και επιθυµιών που εξυπηρετούν τον προσωπικό µας εγωισµό. Αντί της αγάπης και της αυταπάρνησης προβάλλονται ο εγωκεντρισµός και η καταπάτηση του ανθρώπινου προσώπου, αντί των πνευµατικών και αιωνίων τα γήινα και πρόσκαιρα, αντί της αιωνίου δόξας η εφήµερη διασηµότητα η κενή νοήµατος και περιεχοµένου. Η Εκκλησία αντιθέτως προβάλλει, ιδιαίτερα σήµερα, τον Τίµιο Σταυρό του Κυρίου, το πανανθρώπινο Σύµβολο της σωτηρίας, το εχέγγυο της Αναστάσεως, το όπλο του χριστιανού, την ελπίδα του κάθε πιστού, την δόξα της Εκκλησίας, το καύχηµα των Αγγέλων. Τον Σταυρό που και µόνο το σηµείο του είναι αρκετό για να αποµακρύνει τον προαιώνιο εχθρό του Θεού και των ανθρώπων. Τον Σταυρό του Κυρίου µας, τον σταυρό της Εκκλησίας, τον δικό µας σταυρό, που νεκρώνει τον παλαιό άνθρωπο και µας αναγεννά µέσα στο φως της Αναστάσεως του Χριστού.
Η χριστιανική πίστη µάς καλεί σε µία συνεχή υπέρβαση του εαυτού µας. Όποιος είπε ότι ο χριστιανισµός είναι εύκολη υπόθεση, µάλλον είναι άγευστος της ζωής του. Το παρήγορο όµως είναι ότι κι αν κάπου αποκλίνουµε, αν στην καθηµερινή ζωή µας βλέπουµε την αδυναµία µας, όµως δεν απελπιζόµαστε. Η κάθε πτώση µας, αν µας οδηγεί σε ταπείνωση, λειτουργεί ανυψωτικά, γιατί και εκεί έρχεται ο Κύριος, ο Οποίος µας προσφέρει πολλαπλασίως τη χάρη Του. Το θέµα είναι µήπως ακολουθούµε δαιµονική οδό: να αµαρτάνουµε και να καυχόµαστε γι’ αυτό.
•Ο π. Μελχισεδέκ Αμπελικάκης είναι Αρχιµανδρίτης του οικουµενικού θρόνου, εφηµέριος Στερνών.


