Είµαι από τους τυχερούς αυτής της πόλης που πρόλαβα να παρακολουθήσω την παράσταση της θεατρικής οµάδας ∆εςΠολλες µε τίτλο «Το τέλος της µικρής µας πόλης» του ∆ηµήτρη Χατζή. Και θα εξηγήσω αµέσως γιατί:
Σε µια πόλη που όλα θυσιάζονται στο όνοµα του τουρισµού, που η «ανάπτυξη» γίνεται για εµάς χωρίς εµάς αλλά πολύ περισσότερο εναντίον µας, που το περιβάλλον δεν αντιµετωπίζεται ως κοινό αγαθό που πρέπει να προστατέψουµε, αλλά ως ένας ακόµα παράγοντας δηµιουργίας ιδιωτικού κέρδους, αυτή η παράσταση παραµένει τραγικά επίκαιρη, αλλά και ελπιδοφόρα.
Εξ άλλου οι ∆εςΠολλες µας έχουν συνηθίσει σε παραστάσεις µε κοινωνικό-πολιτικό περιεχόµενο. Τέτοιες παραστάσεις, δίνουν κουράγιο και ελπίδα σε αυτούς που αντιστέκονται, γιατί δείχνουν ότι υπάρχουν στην πόλη µας άνθρωποι, όπως αυτή η θεατρική οµάδα, που αντέχουν, που βαστάνε µε αξιοπρέπεια µπροστά στην κοινωνική βαρβαρότητα, που αγωνίζονται δηµιουργικά και αντιδρούν στην κανονικότητα της «ανάπτυξης», που διαλύει όχι µόνο την µικρή µας πόλη, αλλά πρωτίστως τους πολίτες.
Για τον συγγραφέα: Το έργο είναι η µεταφορά επί σκηνής του διηγήµατος «Ο τάφος», που συµπεριλαµβάνεται στην συλλογή διηγηµάτων «Το τέλος της µικρής µας πόλης» του ∆ηµήτρη Χατζή. Ο συγγραφέας (1913-1981) λογοτέχνης µε βασανισµένη ζωή ως αντιστασιακός και διωκόµενος κοµµουνιστής, εξέδωσε την συλλογή αυτή στην οποία υπήρχε και «Ο τάφος» το 1963 στην Ουγγαρία, όπου ήταν πολιτικός πρόσφυγας. Τα διηγήµατα αυτά δείχνουν µε ποιο τρόπο έγινε η ραγδαία εξέλιξη της ελληνικής επαρχίας του µεσοπολέµου, η διάλυση παραδοσιακών επαγγελµάτων και ανθρώπινων δεσµών, η βίαιη αστικοποίηση και η αµήχανη στάση του αγροτικού πληθυσµού στην επερχόµενη τραγική µετεξέλιξή του σε εργατικό δυναµικό. Στη συλλογή αυτή εκτός από «Το τέλος» υπάρχουν «Ο Σιούλας ο ταµπάκος», «Σαµπεθάι Καµπιλής», «Η θεία µας η Αγγελική», «Ο ντετέκτιβ», «Η διαθήκη του καθηγητή» και «Μαργαρίτα Περδικάρη».
Για τους συντελεστές: Η διασκευή έγινε από την Έλσα Ανδριανού, για λογαριασµό του ∆ΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων και η σκηνοθεσία της Κατερίνας Μαντίλ. Ερµηνεύουν οι ∆ώρα Γεωργιάδου, Γιώργος Γραµµατικάκης, Ιωάννα ∆ουρουντάκη, Μαριαλένα Παπατριανταφύλλου και Θέκλα Σιώκου. Βοηθός σκηνοθέτη/Φώτα/Ήχος Άρης Τσαούσης, διασκευή τραγουδιών Γιάννης Κατσικανδαράκης, Μάκης Καραδελόγλου. Άλλοι συντελεστές της παράστασης είναι Μανώλης Καντανολέων για τις φωτογραφίες, Χριστίνα Βασσάρα και Λουίζα Καλούση.
Λίγα λόγια για το έργο: Ο Αντώνης Τσιάγαλος, ντόπιος ευυπόληπτος πολίτης, οικογενειάρχης µε πέντε κόρες και επίτροπος της εκκλησίας των Αγίων Θεοδώρων, έχει νοικιάσει µια δηµοτική καντίνα δίπλα στο ποτάµι, εκεί που καταλήγει το παλιό γραφικό µονοπάτι. ∆ίπλα του έχει νοικιάσει µια άλλη δηµοτική καντίνα, που την έχει κάνει και σπίτι του ο µπάρµπα Σπούργος, ξένος, ολιγοµίλητος, χωρίς φιλίες και κακίες µε κανένα. Οι προσευχές του Τσιάγαλου είναι το µονοπάτι να γίνει κανονικός δρόµος και να φύγει ο Σπούργος για να έχει περισσότερη δουλειά. Πιάνει λοιπόν το ∆ήµαρχο, πιάνει και τον αστυνόµο και µε διάφορες βρωµιές και δωροδοκίες διώχνει το Σπούργο από εκεί που ήρθε, προσωρινά. ∆εν είχε όµως υπολογίσει την «ανάπτυξη», αφού ένα µοντέρνο µαγαζί θα γινόταν, µετά την κατασκευή του σύγχρονου δρόµου, µε ψυγεία, µε πίστα και πολύχρωµα φώτα και µε σταθµό για βενζίνα, για τους τουρίστες από την Αθήνα. Αυτό ήταν και το ουσιαστικό τέλος για τις δύο καντίνες.
Οι δύο ήρωες έχουν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα, και στάση ζωής. Ο ένας είναι ο ντόπιος οικογενειάρχης, φτωχός αλλά µε όνειρα να γίνει µεγάλος και να προικίσει τις κόρες του. Ο άλλος παραιτηµένος (ή φιλοσοφηµένος;) που έχει περάσει οικογενειακές πίκρες µε χαµένες περιουσίες και διαλυµένες αδελφικές σχέσεις, που βρήκε εκεί το απάγκιο του, το µέρος που ψαρεύει πέστροφες και τις ψήνει στην καντίνα. Βρήκε το µέρος που θα πεθάνει.
Στο τέλος ο Τσιάγαλος ντροπιασµένος για την εξέλιξη των πραγµάτων και µετανιωµένος για την επιµονή του στην κατασκευή του δρόµου έµεινε µε την φτωχή πελατεία, που δεν τολµούσε να πάει στο καινούργιο µαγαζί, ενώ ο Σπούργος (δεν είχε και τίποτα για να χάσει) πήρε την απόχη. «Αγοράζουν πέστροφες αυτοί» είπε.
Η σκηνοθεσία έδωσε µε εξαιρετικό τρόπο µέσα σε περιορισµένο χώρο και χρόνο την δυνατότητα της αµεσότητας των ηθοποιών µε το κοινό, που νοιώθει ότι είναι µέσα στο περιβάλλον της µικρής πόλης βιώνοντας τις διακυµάνσεις του εξελισσόµενου δράµατος. Οι ηθοποιοί έδωσαν τον καλύτερο τους εαυτό σε µια συγκινητική παράσταση, που µετέφερε επί σκηνής την ιστορία της ζωής στην ελληνική επαρχία, που «αναπτύσσεται» διαχρονικά, µε τις ίντριγκες, τις µεθοδεύσεις της τοπικής εξουσίας και την υποκρισία. Με στοιχεία µπρεχτικού µουσικού θεάτρου, που σατιρίζουν τον καθωσπρεπισµό, τον κυνισµό και την αδιαφορία της κοινωνίας για τον πόνο του άλλου, που κρίνει από την εµφάνιση και την τσέπη.
Μπράβο και περιµένουµε την επόµενη παράσταση!
*Ο Γιάννης Τσουκάτος είναι αρχιτέκτων µηχανικός


