«Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι η µοναδική απόδειξη ότι έχουµε πολιτισµό» είχε πει ο Γιάννης Τσαρούχης, ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης είχε αναφέρει για τον Τρικαλινό συνθέτη: «Πιστεύω ότι ο γνήσιος και αληθινός µουσικός είναι εκείνος που µπορεί να γεννά πηγαίες και αληθινές µελωδίες, όπως ακριβώς ο Μοντεβέρντι, ο Μπαχ, ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν, όπως ο Στραβίνσκι, ο Προκόφιεφ, ο Βέµπερν και ο Σοστακόβιτς, όπως ο Γκέρσουιν και ο Τσιτσάνης…».
Χωρίς καµία αµφιβολία ο Τσιτσάνης κατατάσσεται στους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες. Και µόνο η «Συννεφιασµένη Κυριακή» θα αρκούσε για να κερδίσει µια θέση ανάµεσα στους µεγάλους. Μεγάλους που διαχρονικά τους ξεχώριζε η δηµιουργική δύναµη της φαντασίας τους. Κάτι που βέβαια ίσχυε και για εκείνον, από παιδί ακόµα. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τα τραγούδια που έγραψε ως έφηβος: «Ο Τσιτσάνης στη ζούγκλα», «Οι µάγισσες της Αραπιάς», στην «Παραγουάη σε φίνο ακρογιάλι» κ.ά.
Η φαντασία του Τσιτσάνη χάρισε σε όλους εµάς σπουδαία τραγούδια, ωστόσο, για τον ίδιο δεν ήταν πάντοτε θετική η έκβαση της έµπνευσής του.
Στο βιβλίο «Τσιτσάνη εγκώµιον», που είχε κυκλοφορήσει, σε επιµέλεια του ∆ηµήτρη Μανιάτη, το 2015 από την εφηµερίδα «Τα Νέα», µε αφορµή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του µεγάλου συνθέτη και δεξιοτέχνη του µπουζουκιού, αναφέρεται ότι ο ίδιος ο Τσιτσάνης επικαλέστηκε το ανεξήγητο της… αχαλίνωτης φαντασίας του, για τα ταξίδια στην… Αραπιά και τη Λατινική Αµερική.
Ειδικότερα, στην αποκλειστική συνέντευξη που είχε δώσει στον Γιώργο Πηλιχό και δηµοσιεύτηκε µε τίτλο «Ο αληθινός Τσιτσάνης» στις 2 Ιουνίου το 1973 στα «Νέα», απαντώντας σε σχετικό ερώτηµα του δηµοσιογράφου είχε σχολιάσει χαρακτηριστικά: «Μην ψάχνετε να βρείτε σώνει και καλά µια εξήγηση πως έγραψα την “Αραπιά” η οποιοδήποτε άλλο από τα πρώτα τραγούδια µου. Πολλά παιδιά, στην ηλικία των δεκαπέντε – δεκαέξι ετών, κάνουν τα ταξίδια µε τη φαντασία τους σε υπαρκτούς ή ανύπαρκτους τόπους, γράφουν ποιήµατα, ονειρεύονται. Την ίδια εποχή που έκανα την “Αραπιά” ή λίγο αργότερα, έγραψα κι ένα χασαποσέρβικο, το “Φίνο ακρογιάλι”, όπου σε µια στροφή λέω: “Μες την Παραγουάη / σε φίνο ακρογιάλι / θα στήσουµε τσαντίρι ζηλευτό…”.
Αργότερα όταν το τραγούδι αυτό το έβγαλα σε δίσκο ήρθε κάποιος φίλος και µου είπε: “Πού το βρήκες το ακρογιάλι στην Παραγουάη, ρε Βασίλη; Η Παραγουάη δεν έχει θάλασσα!…”. Σας αναφέρω αυτό το παράδειγµα για να δείτε πως τότε που έγραφα τα πρώτα τραγούδια µου για Αραπιές, ζούγκλες και χώρες µακρινές σαν την Παραγουάη, δεν είχα συγκεκριµένες παραστάσεις, αλλά ταξίδευα µε τη φαντασία µου σε τόπους και χώρες που τ’ όνοµά τους απλώς είχε πάρει τ’ αυτί µου από µια κουβέντα ή το µάτι µου από κάποια σελίδα της µαθητικής γεωγραφίας».
Για το ίδιο τραγούδι, την «Παραγουάη» ο Πάνος Γεραµάνης σε ένα κείµενό του στα «Νέα» στις 28 ∆εκεµβρίου 1999, είχε αναφέρει το εξής ανεκδοτολογικό περιστατικό: «Οι περιπέτειες που είχε στο Γυµνάσιο µε τους καθηγητές του τον προβληµάτισαν και τον έκαναν πιο δυνατό σαν χαρακτήρα, αλλά και πιο προσεκτικό στη συµπεριφορά του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το επεισόδιο µε έναν καθηγητή του, όταν ο Τσιτσάνης, µαθητής ακόµα, είχε γράψει το τραγούδι “Μες την Παραγουάη σε φίνο ακρογιάλι”. Το έπαιξε και το τραγούδησε µε τ’ άλλα παιδιά της τάξης του σε µια εκδροµή. Ο καθηγητής πειράχτηκε πολύ, κάλεσε τον Βασίλη στο γραφείο του και του είπε: “Ώστε έτσι κύριε Τσιτσάνη! Η Παραγουάη έχει φίνο ακρογιάλι; Έλα, λοιπόν, τον Σεπτέµβριο να µας το δείξεις πού είναι”. Τον άφησε µετεξεταστέο στη Γεωγραφία. Και ο Βασίλης Τσιτσάνης ένα καλοκαίρι ολόκληρο το πέρασε κάτω από τη µουριά του σπιτιού το, µε το µπουζούκι και το βιβλίο της Γεωγραφίας».


