∆εν είναι λίγες οι φορές που ένας στίχος -ακόµα και µία λέξη- σε ένα ποίηµα ή ένα τραγούδι έχουν πυροδοτήσει ατελείωτες συζητήσεις σε παρέες γύρω από την ερµηνεία τους. Ακόµα και στον Τύπο έχουν καταγραφεί ιστορικά µεγάλες «µάχες» για τη σηµασία µίας λέξης και το τι ήθελε να πει ο ποιητής.
Η φράση «τι εννοεί ο ποιητής;» συµπυκνώνει διαχρονικά µε χιούµορ (ενίοτε και µια ελαφρά ειρωνεία) την αγωνία γύρω από τους ποιητικούς «χρησµούς» µε τους οποίους αναµετράται συχνά πυκνά ο ακροατής – αναγνώστης των στιχουργηµάτων και ποιηµάτων. Οι δε ποιητές και στιχουργοί πάµπολλες φορές εκπλήσσονται από τα νοήµατα και τις ερµηνείες που αποδίδει το κοινό στα δηµιουργήµατά τους. Ερµηνείες που δεν έχουν περάσει ούτε κατά διάνοια από το µυαλό τους αλλά «κουµπώνουν» µε τα βιώµατα και τις αγωνίες του «δέκτη».
∆εν είναι, όµως, λίγες και οι φορές που συµβαίνει το ανάποδο. Τότε που ο δηµιουργός επενδύει στις λέξεις του σκέψεις, παραστάσεις και εµπειρίες που υπερβαίνουν τη φαντασία του κοινού του. Είναι οι φορές που οι στίχοι και η ποίηση ανοίγουν νέους δρόµους στη σκέψη, προσφέροντας µία άλλη θέαση των πραγµάτων.
Σε µια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση αναφέρεται µε γλαφυρό τρόπο ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στο βιβλίο του «Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια…» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2010. Κορυφαίος στιχουργός ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αλλά και δεινός αφηγητής, στο βιβλίο του περιγράφει ένα ευτράπελο περιστατικό που συνέβη ένα βράδυ στο κέντρο που έπαιζε µουσική ο µεγάλος λαϊκός βάρδος Βασίλης Τσιτσάνης, όταν βρέθηκε εκεί ο δηµοσιογράφος, µεταφραστής και κριτικός κινηµατογράφου και λογοτεχνίας Κώστας Σταµατίου µαζί µε έναν Γάλλο συνάδελφό του: «Ο σπουδαίος δηµοσιογράφος, µεταφραστής και κριτικός του κινηµατογράφου και της λογοτεχνίας Κώστας Σταµατίου πήγε κάποτε µαζί µε έναν Γάλλο συγγραφέα, φίλο του, να ακούσουν τον Τσιτσάνη. Ο Τσιτσάνης ανέβηκε στο πάλκο και άρχισε να παίζει και να τραγουδάει. Ο Σταµατίου µετέφραζε στον Γάλλο, λέξη – λέξη, όλα τα τραγούδια. Κάποια στιγµή ο Τσιτσάνης έπαιξε την “Αχάριστη”. Όταν τραγούδησε τον στίχο “Πώς πέρασα, τρελή, στην ξενιτειά”, ο Σταµατίου κόµπλαρε: ∆εν ήξερε πως να ερµηνεύσει τη λέξη τρελή. Γιατί η λέξη αυτή στα γαλλικά σηµαίνει άρρωστο άνθρωπο, παράφρονα, έγκλειστο στο φρενοκοµείο. Στο διάλειµµα, έπιασε ο Σταµατίου τον Τσιτσάνη και τον ρώτησε: “Τι θέλεις να πεις µε τη λέξη τρελή στο τραγούδι σου;” Και ο Τσιτσάνης του απάντησε: “Όµορφη, αχάριστη, γυναίκα του µπελά, γυναίκα που σε αγαπάει, αλλά ρίχνει κι ολόγυρα µατιές, γυναίκα που πεθαίνεις γι’ αυτήν, αλλά δεν της έχεις και εµπιστοσύνη, γιατί µπορεί να σε προδώσει, γυναίκα για την οποία µπορείς να µείνεις άφραγκος, να σκοτώσεις, να καταλήξεις στη φυλακή, γυναίκα που πας στον παράδεισο όποτε την αγκαλιάζεις…”. Έλεγε, έλεγε… ο Τσιτσάνης κι ο Σταµατίου έγραφε. Κι όταν εξήγησε στον Γάλλο συγγραφέα τι σηµαίνει στα τσιτσανέικα “τρελή”, τον έστειλε κατευθείαν στο… ∆ροµοκαΐτιο!».


