» Απειλές για αντίποινα κατά ευρωπαϊκών επιχειρήσεων
Σε νέα φάση έντασης εισέρχονται οι σχέσεις Ηνωµένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης, µετά την απόφαση των ευρωπαϊκών ρυθµιστικών αρχών να επιβάλουν πρόστιµο ύψους 120 εκατοµµυρίων ευρώ στην πλατφόρµα κοινωνικής δικτύωσης X (πρώην Twitter), για παραβίαση των κανόνων διαφάνειας σχετικά µε το διαδικτυακό περιεχόµενο.

To Χ παραβιάζει εδώ και καιρό βασικούς κανόνες λειτουργίας προβάλλοντας επανειληµµένως σκηνές βίας, ρατσισµού και ακατάλληλου περιεχοµένου. Αυτό έχει σαν συνέπεια µετά και την δηµόσια χειρονοµία του Έλον Μάσκ που παρέπεµπε σε ναζιστικό χαιρετισµό, χιλιάδες χρήστες να κλείσουντους λογαριασµούς τους στο X, κατηγορώντας την πλατφόρµα για υποκίνηση µίσους, διακρίσεων και ρατσισµού.
Η αµερικανική κυβέρνηση πάντως αντέδρασε έντονα, κάνοντας λόγο για στοχευµένη και άδικη µεταχείριση αµερικανικών τεχνολογικών κολοσσών από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το Γραφείο του Εµπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ (USTR) κατηγόρησε την ΕΕ και ορισµένα κράτη-µέλη της για «διακριτική, επιθετική και παρενοχλητική ρυθµιστική πρακτική», τονίζοντας ότι η Ουάσιγκτον είναι έτοιµη να απαντήσει µε οικονοµικά και εµπορικά αντίµετρα.
Σε δηµόσια τοποθέτησή του στην ίδια την πλατφόρµα X, το USTR υπογράµµισε ότι, ενώ ευρωπαϊκές εταιρείες απολαµβάνουν πλήρη και ανεµπόδιστη πρόσβαση στην αµερικανική αγορά, οι αµερικανικές ψηφιακές υπηρεσίες αντιµετωπίζουν στην Ευρώπη ένα ολοένα και αυστηρότερο ρυθµιστικό περιβάλλον.
Το αµερικανικό νοµικό πλαίσιο, σύµφωνα µε την ανακοίνωση, επιτρέπει την επιβολή τελών, περιορισµών ή ειδικών επιβαρύνσεων σε ξένες υπηρεσίες, εφόσον διαπιστωθεί άνιση µεταχείριση.
Ως χαρακτηριστικά παραδείγµατα ευρωπαϊκών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται χωρίς περιορισµούς στις ΗΠΑ, αναφέρθηκαν οι γερµανικοί όµιλοι Siemens, SAP και DHL, καθώς και η σουηδική πλατφόρµα µουσικής ροής Spotify, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι τέτοιες εταιρείες θα µπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο πιθανών αντιµέτρων.
Το πρόστιµο και οι κατηγορίες κατά της X
Η απόφαση της ΕΕ βασίστηκε στον Κανονισµό για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ µε στόχο την αυστηρότερη εποπτεία των µεγάλων διαδικτυακών πλατφορµών. Σύµφωνα µε τις ευρωπαϊκές αρχές, η X απέτυχε να συµµορφωθεί µε βασικές υποχρεώσεις διαφάνειας, ιδίως όσον αφορά:
την ενηµέρωση για τη λειτουργία των αλγορίθµων προώθησης περιεχοµένου,
την αντιµετώπιση παραπληροφόρησης και χειραγώγησης της δηµόσιας συζήτησης,
τους µηχανισµούς ελέγχου και αναφοράς παράνοµου ή επιβλαβούς περιεχοµένου.
Το πρόστιµο των 120 εκατ. ευρώ θεωρείται δοκιµαστική κίνηση της ΕΕ, καθώς ανοίγει τον δρόµο για ακόµη αυστηρότερες κυρώσεις στο µέλλον, οι οποίες, βάσει του DSA, µπορούν να φτάσουν έως και 6% του παγκόσµιου κύκλου εργασιών µιας πλατφόρµας.
Πολιτικές αντιδράσεις και ρητορική σύγκρουση
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραµπ χαρακτήρισε την ευρωπαϊκή απόφαση «ύπουλη και εχθρική ενέργεια» («nasty one»), προειδοποιώντας ότι η Ευρώπη «πρέπει να είναι πολύ προσεκτική», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ουάσινγκτον δεν θα διστάσει να απαντήσει δυναµικά.
Στον αντίποδα, ο Γερµανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς υπερασπίστηκε την ευρωπαϊκή στάση, δηλώνοντας ότι η ΕΕ δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να εφαρµόζει τους νόµους της. «Όπως οι ευρωπαϊκές εταιρείες οφείλουν να τηρούν το αµερικανικό δίκαιο στις ΗΠΑ, έτσι και οι αµερικανικές επιχειρήσεις πρέπει να σέβονται τους κανόνες στην Ευρώπη», τόνισε.
Ιδιαίτερα αιχµηρός υπήρξε ο ιδιοκτήτης της X και επικεφαλής της Tesla, Ίλον Μασκ, ο οποίος απέρριψε πλήρως το πρόστιµο, καταγγέλλοντας «υπερρύθµιση» και «πολιτική λογοκρισία», φτάνοντας µάλιστα στο σηµείο να ζητήσει δηµόσια τη διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ευρύτερο πλαίσιο και πιθανές συνέπειες
Η υπόθεση εντάσσεται σε µια µακροχρόνια διατλαντική διαµάχη για τον έλεγχο της ψηφιακής οικονοµίας. Η ΕΕ επιδιώκει να θέσει κανόνες σε πλατφόρµες µε τεράστια επιρροή στη δηµόσια σφαίρα, ενώ οι ΗΠΑ θεωρούν ότι οι κανόνες αυτοί πλήττουν κυρίως αµερικανικές εταιρείες, όπως η X, η Meta, η Google και η Amazon.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι ενδεχόµενη κλιµάκωση θα µπορούσε να οδηγήσει σε εµπορικά αντίποινα, να πλήξει µεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ, να επιβαρύνει περαιτέρω τις ήδη τεταµένες σχέσεις ΗΠΑ–ΕΕ, σε µια περίοδο αυξηµένης γεωπολιτικής και οικονοµικής αβεβαιότητας.


