» Myriam Gerba (µτφρ. Ζωή Κόκκα, εκδόσεις Yusra)
Σε φάση πληµµυρίδας, λίγο πριν από τις γιορτές, µια έκπληξη. Από το 2019, σε σταθερό βηµατισµό, το έντυπο Yusra έχει καταφέρει να δηµιουργήσει έναν πυρήνα ανατροφοδοτούµενου διαλόγου για το εδώ και το τώρα, διευρύνοντας ολοένα το αναγνωστικό κοινό. Η είδηση της επικείµενης κυκλοφορίας ενός βιβλίου, η συστέγαση ενός εκδοτικού οίκου στο περιοδικό εγχείρηµα, δηµιούργησε, όπως ήταν αναµενόµενο, προσδοκίες. Προσδοκίες ποικίλες, µεταξύ άλλων, η συγχρονία. Η Κακιά, της Μίριαµ Γκούρµπα, σε µετάφραση Ζωής Κόκκα και επιµέλεια Γιώτας Τεµπρίδου, µε την ιδιαίτερη αισθητική στην έκδοση, ήταν πια στα ράφια των βιβλιοπωλείων.
Η Σοφία, διέσχιζε ένα βράδυ το γήπεδο µπέιζµπολ της γειτονιάς, ένιωσε µια παρουσία, ήρθε αντιµέτωπη µε τον βιαστή και δολοφόνο της. Το αίµα κύλησε σκούρο. «Ένας παρουσιαστής στις ειδήσεις περιέγραψε τον φόνο ως «τον µέχρι θανάτου ξυλοδαρµό µε ρόπαλο µιας περαστικής στο Όουκλι Παρκ»», η Σοφία, η βιασµένη και νεκρή Σοφία ήταν για τον παρουσιαστή στις ειδήσεις µια περαστική, µια ανώνυµη περαστική, σε λάθος σηµείο και σε λάθος στιγµή. Η Σοφία, όµως, ήταν και κάτι άλλο, µια Ιφιγένεια που θυσιάστηκε, στη θέση άλλων περαστικών στο Όουκλι Παρκ. Το προνόµιο, µεταξύ άλλων, εδράζεται και στην τυχαιότητα, στη συγκυρία, όχι στη σύνθετη µόνο, σε εκείνη που φέρνει στον κόσµο ένα άτοµο, µη λευκό, µη αρσενικό, µη πλούσιο, µη προνοµιούχο, αλλά και στην απλή συγκυρία, στην επιλογή διάσχισης ενός πάρκου, µια νύχτα. Η αφηγήτρια, που έχουµε κάθε λόγο να θεωρούµε πως ταυτίζεται µε τη συγγραφέα, περνούσε και εκείνη από το πάρκο αυτό. Μάλιστα, ένα βράδυ παραλίγο θα ήταν η Σοφία ή η Ιφιγένεια, εκείνη γλίτωσε, το κακό είναι και αυτό σχετικό. «Η Σοφία είναι πάντα µαζί µου. Με στοιχειώνει. Η ενοχή είναι φάντασµα».
Η ενοχή του ελάχιστου προνοµίου, της απλής σύµπτωσης, του τυχαίου που γεννά τον τρόµο του µη ελέγχου. Η αφηγήτρια θα πιάσει το νήµα από τη γέννησή της, σελίδα τη σελίδα θα πλησιάσει ως εκεί, µια ανάληψη από τον ταµιευτήρα του χρόνου, µια σειρά από συµπτώσεις, µια σειρά από αποφάσεις, µια σειρά από απλά γεγονότα, όπως η απλή επιλογή της διάσχισης ενός πάρκου µια συγκεκριµένη νύχτα. Η ενοχή εκλύεται από δύο παρεµφερή σηµεία, θα µπορούσα να είµαι εγώ, µπορεί να είµαι εγώ, δεν ήµουν εγώ, όχι ακόµα, ήταν η Σοφία, ήταν η κάθε Σοφία, η κάθε ανώνυµη και αβιογράφητη περαστική ενός πάρκου.
Φέτος το καλοκαίρι διάβασα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, ήταν µια από τις πιο δυνατές εµπειρίες. Η αφήγηση της αδερφής της Λιλιάνα ακόµα διευρύνεται µέσα µου. Κυρίως γιατί ήρθε να σπάσει το απόστηµα της περαστικής ενός πάρκου, των αρχικών ενός ονόµατος, τον αριθµό µιας ηλικίας, µια ακόµα προσθήκη σε ένα άθροισµα δολοφονηµένων γυναικών. Η αδερφή της έρχεται να συγκρουστεί µε αυτό. Η Λιλιάνα υπήρξε. Η Λιλιάνα υπήρξε και δολοφονήθηκε.
Υπήρχε µια περίοδος που το µόνο που ενδιέφερε την αφηγήτρια ήταν το διάβασµα και η γυµναστική, αδιαφορούσε για ό,τι άλλο, να δυναµώσει το µυαλό, να δυναµώσει το σώµα, να καταστεί πρώτα ένας άρτιος αµυντικός µηχανισµός, ύστερα επιθετικός, η απειλή ήταν παντού. Πιάνοµαι από το σηµείο αυτό για δύο λόγους, ο πρώτος, προσωπικός και υποκειµενικός, γιατί ένιωσα µια κάποιου είδους, ανεδαφική το παραδέχοµαι, ταύτιση, ένιωσα να καταλαβαίνω την εµµονή αυτή, µε την αδυναµία στον πυρήνα, αδυναµία που γεννοβολά διαρκώς τρόµο που θέτει επί κινδύνω την ίδια την ύπαρξη· ο δεύτερος είναι γιατί διακρίνω εδώ µια επιφάνεια επιθετικότητας από την πλευρά του προνοµίου του να νιώθεις άτρωτος και ασφαλής, νιώθω να ακούω, συνοδεία ενός µειδιάµατος, έναν ψίθυρο, ύφους αµέτρητων καρδιναλίων, προς τι τέτοια επιθετικότητα, προς τι τέτοια στάση, αρκεί να προσέχει, τι φοράει, µε ποιον κυκλοφορεί, πού πηγαίνει, η υπερβολή δεν µου αρέσει, νιώθω να λέει αυτός ο ψίθυρος, για να καταλήξει, χωρίς πρωτοτυπία, σε θεωρητικές ριπές, αυτό εδώ δεν είναι λογοτεχνία.
Υπάρχει αυτή η µερίδα του πληθυσµού, διόλου αναπάντεχα διαθέτει προνόµιο, που αντιµετωπίζει την πραγµατικότητα µε όρους θεάµατος, όταν βαρεθεί κάτι απλώς σταµατάει να παρακολουθεί, διατυµπανίζει τη βαρεµάρα που του προκαλούν όλα αυτά, βαρέθηκα λέει µε όλη αυτή την υπερβολή µε τις γυναικοκτονίες, κούρασε όλο αυτό. Και κάπως έτσι, στην προκειµένη περίπτωση, προστίθεται λίπασµα και κοπριά στο παρτέρι της ενοχοποίησης του θύµατος και όσων προστρέχουν σε αλληλεγγύη. Πού είναι τα παλιά τα χρόνια που η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, αφορούσε ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσµού, ωραίες εποχές, ωραία χρόνια, η οµορφιά των εικόνων και των λέξεων, η συντήρηση σε χαµηλή θερµοκρασία.
Επιστρέφω στο µυθιστόρηµα αυτό καθαυτό. Μετά τις πρώτες ποιητικές σελίδες, στις οποίες η αφηγήτρια µας µιλάει για εκείνο το βράδυ όταν η Σοφία βιάστηκε και δολοφονήθηκε, συνεχίζει µε ένα πιο στακάτο, πιο θυµωµένο, πιο γυµνό βηµατισµό, πιάνει την ιστορία της, της αφηγήτριας, από την αρχή. Η ποιητικότητα των πρώτων σελίδων, ίσως ξενίσει, ίσως φανεί κάπως γλυκερή, ιδιαίτερα σε σχέση µε τον τίτλο του µυθιστορήµατος, δικαιολογείται ωστόσο, ένας ελάχιστος φόρος τιµής στη Σοφία, στον οποίο η αφηγήτρια δεν κρύβει την αµηχανία που ένιωσε στο άκουσµα της είδησης, τις χαζές σκέψεις αναλογίας που της ήρθαν κατά νου, η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, το γιαούρτι, η Σοφία Λόρεν. Θα ήταν απάνθρωπη µια σοβαροφανής αντιµετώπιση, εκ των υστέρων σµιλεµένη, ανεξάρτητα από την όποια θεωρητική σκευή η χρονική απόσταση προσκόµισε. Ο τρόµος, ο θυµός, η οργή, η θλίψη, αρχικά προκαλούν µια αµηχανία, µια αποσύνδεση, µια συνθήκη εκτός πλαισίου, ένα κακό αστείο, ένα καθόλου αστείο λογοπαίγνιο, µια σκέψη βαλβίδα εκτόνωσης.
Στη συνέχεια, µε την άνεση που η χωροχρονική απόσταση προσφέρει απλόχερα, η αφηγήτρια θα πιάσει το νήµα από την αρχή, θα φτάσει ως εκείνο το βράδυ, θα αναµετρηθεί µε µια ενοχή άδικη αλλά υπαρκτή, όχι ενός στείρου ανθρωπισµού, κάτι του στυλ καλύτερα να είχαν βιάσει και δολοφονήσει εµένα, κροκοδείλια και υποκριτική στάση, αλλά µια ενοχή ανακούφισης, µια ενοχή σύµπτωσης, µια υπενθύµιση, ωστόσο, προς την ίδια την εαυτή της. Θυµός και οργή ακόλουθα της θλίψης και του φόβου.
Ας διευκρινίσουµε, ωστόσο. Το περιεχόµενο της αφήγησης από µόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η όποια αρχική δυναµική του σύντοµα θα εξασθενούσε και επειδή δεν έχει τη µορφή θεωρίας ή δηµοσιογραφικού λόγου δεν θα είχε το απαραίτητο καύσιµο. Η Κακιά διαβάζεται σε υψηλή ένταση. Συµβαίνει και εδώ, όπως ακόµα πιο εµφανώς µου συνέβη διαβάζοντας Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, να υπάρχει µια διαρκής αµφιθυµία, ο ζόφος και η αναγνωστική απόλαυση, τι ντούετο, η ενοχή του αναγνώστη που απολαµβάνει µια σκληρότητα, που αντί να αποστρέφει το βλέµµα βυθίζεται στην ανάγνωση. Η Γκούρµπα λεκτικοποιεί την οργή, τον φόβο, τον θυµό, τη θλίψη, αρνείται να διαπραγµατευτεί τα αίτια, αρνείται να διδάξει, δεν επαναφέρει διαρκώς το ζήτηµα του προνοµίου, εκείνο υπάρχει εκεί και κινείται παράλληλα, το θα µπορούσα να είµαι εγώ δεν είναι µια υποκριτική λούπα συναισθηµατικού εκβιασµού και χειραγώγησης, θα µπορούσε να είναι εκείνη, θα µπορούσε να είναι όποια άλλη, θα µπορούσε να είναι εκείνη αλλού, µέρα µεσηµέρι µέσα στο αυτοκίνητό της γυρίζοντας σπίτι της αρνούµενη να δεχτεί τον έλεγχο ενός ένστολου τέρατος, για παράδειγµα.
Η Γκούρµπα καταφέρνει και κάτι ακόµα σηµαντικό, µε έναν τρόπο φαινοµενικά παράδοξο. Μιλάει για την εαυτή της, δεν επιχειρεί να µιλήσει στο όνοµα της φυλής και του φύλου, όχι περισσότερο απ’ όσο αυτά συνθέτουν µαζί µε άλλα την ταυτότητά της. Και όµως, αντί αυτό να έχει ως αποτέλεσµα µια εγωκεντρική ιδιώτευση, µια αναχωρητικότητα µε ρεαλιστικό µανδύα, η Κακιά πετυχαίνει να συµπεριλάβει, να ενσωµατώσει, να αποτυπώσει το ζόφο. Το κάνει επειδή δεν το κάνει. Το κάνει γιατί δεν το εκβιάζει. Γιατί δεν το περιορίζει. Λέξεις κενές η ειλικρίνεια και η ρεαλιστική αποτύπωση. ∆εν αρνούµαι, φλέρταρα µαζί τους, να τις προσθέσω στις αρετές. Είναι ωστόσο κενές. Είναι κενές γιατί δεν διακυβεύεται αυτό εδώ. Υπάρχει αυτή η παρεξήγηση, ηθεληµένη σε µεγάλο βαθµό, η αυτοµυθοπλασία να κρίνεται µε βάση την ακρίβεια και την αλήθεια. Θυµάµαι και οργίζοµαι µε εκείνον τον γόνο που αµφισβήτησε τον βιασµό που διαπραγµατεύεται ο Λουί στο δεύτερο βιβλίο του. Πρόσφατα έγραψα ένα κείµενο για τις Αδέσποτες σκύλες της Ντάλια ντε λα Σέρδα, διακρίνω ένα νήµα σύνδεσης µεταξύ των δύο βιβλίων, άσχετα που τις Αδέσποτες σκύλες τις περιβάλλει ένα (λεπτό) χαρτί µυθοπλασίας.
Η Κακιά είναι ένα µυθιστόρηµα γεµάτο από ένταση, ένα παράδοξα τρυφερό και γεµάτο από οργή ανάθηµα, µια αφήγηση γύρω από ένα εγώ που δηµιουργεί ωστόσο έναν τόπο κοινό, που δεν ενισχύει απλώς την εικόνα µας για τον κόσµο, δεν επιβεβαιώνει ή σοκάρει, άραγε ποιους;, τα όσα γνωρίζαµε από πριν, δεν έρχεται µε προγραµµατικές θέσεις και προθέσεις, και ίσως γι’ αυτό τα καταφέρνει και σε αυτό το πεδίο, πέρα από εκείνο της καλής λογοτεχνίας.


