18.4 C
Chania
Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου, 2026

Ηθοποιός

» Anne Enright

(µτφρ. Μαρία Φακίνου, εκδόσεις Καστανιώτη)

Είναι µια λίστα, ολοένα µεγαλώνει, γεµάτη ονόµατα βιβλίων και συγγραφέων, που ακόµα δεν έχω διαβάσει, που για κάποιο λόγο και από κάποιο µονοπάτι εισήλθαν και κάθισαν, δεν έχει τέλος. Είναι µια λίστα δυστυχώς προχειροφτιαγµένη, λείπει η καταχώρηση του νήµατος, πώς συναντήθηκα µαζί τους, ποιος µου µίλησε, πού διάβασα, πώς δελεάστηκα.

Είναι η παγίδα που η αυτάρεσκη σκέψη στήνει, θα το θυµάµαι, λες και το πιστεύεις, και ύστερα από λίγο το ξεχνάς, έτσι πάει το παιχνίδι αυτό, α-λήθεια. Ανάµεσά τους, το όνοµα της Ιρλανδής Ένραϊτ, η καταγωγή, κάποιο διακειµενικό νήµα, κάποιο κείµενο, ποιος ξέρει τι και πώς, βρέθηκε στη λίστα. Πρόσφατα, σχετικά, κυκλοφόρησε η Ηθοποιός, σε µετάφραση Μαρίας Φακίνου, µια ακόµα προσθήκη στην περιώνυµη σειρά Συγγραφείς απ’ όλο τον κόσµο. Ένα γραµµάτιο προς τακτοποίηση, σ’ ένα συνολικό χρέος µη βιώσιµο.

Η αφηγήτρια, Νόρα Ο’Ντελ, σε πρώτο πρόσωπο, απευθυνόµενη στον σύντροφό της, υφαίνει µε διπλό υφάδι δύο ζωές, της µητέρας της, διάσηµης θεατρικής ηθοποιού, και της δικής της, ενός παιδιού αγνώστου πατρός µεγαλωµένου στα πέριξ της λάµψης και της πτώσης µιας διασηµότητας, και όπως κάθετες και οριζόντιες σειρές από κλωστές τοποθετούνται µε ακρίβεια και γνώση του τελικού σχεδίου, οι δυο ζωές αποκαλύπτονται, διακλαδώνονται και αναπόφευκτα µπλέκονται µε την κυρίως ιστορία, το χωροχρονικό αποτύπωµα µιας παρελθούσας εποχής.

Μια αφήγηση πρωτοπρόσωπη µε διάθεση σύνθεσης µέσω µεγάλων ποσών ανάληψης από τον παρελθοντικό ταµιευτήρα, εκεί όπου τα γεγονότα στέκουν πια ακίνητα και συντελεσµένα, όσα στο εκάστοτε παρόν έµοιαζαν και ήταν δυναµικά και ανοιχτά, µια τέτοια αφήγηση οφείλει να διαθέτει µια ένταση, ένα νεύρο, να απαντάει µε τον τρόπο της στο γιατί της αφήγησης. Στην κακή ή µέτρια λογοτεχνία µια απάντηση σε αυτό το γιατί µπορεί να είναι ένα γεγονός ή ένα εύρηµα, κάτι το ξεχωριστό που συνέβη αληθινά ή µυθοπλαστικά στο παρελθόν του αφηγηµατικού υποκειµένου, σπάνια όµως από µόνο του αρκετό ώστε πάνω του να οικοδοµηθεί η συνολική κατασκευή, έδαφος µάλλον σαθρό, έτσι όπως η πυκνότητα εξαντλείται γύρω από ένα µεµονωµένο σηµείο και το υπόλοιπο περιστρέφεται αδιάφορα γύρω του. Για παράδειγµα εδώ, µια µέτρια λογοτεχνική απόπειρα θα περιοριζόταν στο σχήµα παιδί στη σκιά µιας διασηµότητας, παιδί που ελευθερωµένο πια, ύστερα από τον µητρικό θάνατο, θα µάζευε το κουράγιο του να δηλώσει παρούσα, να πει: να εδώ είµαι κοιτάξτε µε. Και αυτό, ακόµα και αν η ιστορία ήταν στηριγµένη σε πραγµατικά γεγονότα, ελάχιστη υποβοήθηση θα πρόσθετε στο αφηγηµατικό όχηµα, σύντοµα θα ξέµενε από καύσιµα πριν καν βγει στις ανηφόρες.

Είναι αυθαίρετο και παρακινδυνευµένο να επιχειρήσει κανείς να εντοπίσει συγγραφικές προθέσεις και επιδιώξεις πίσω από ένα βιβλίο, ίσως να µην είµαι τόσο απόλυτος και αυστηρός και να το θέσω ως κοµµάτι της ανάγνωσης, πράξη πρωτίστως υποκειµενική, που έρχεται σε ολική ρήξη µε τη σχολική πραγµατικότητα αλλά και την κακή κριτική του τι θέλει να πει ο ποιητής. ∆ιαβάζοντας την Ηθοποιό σκεφτόµουν έντονα τη θέση του εντός µιας εποχής στην οποία το αυτοµυθοπλαστικό κυριαρχεί, η αλήθεια της αφήγησης, ειδικά της πρωτοπρόσωπης δείχνει να επικρατεί, τόσο ως παραγωγή όσο και ως πρόσληψη. Σκεφτόµουν, λοιπόν, τη θέση ενός µυθοπλαστικού βιβλίου όπως αυτό, που ακόµα και η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια αποτελεί συγγραφικό παράγωγο, και άρα και η ιστορία στο σύνολό της, παρά τα όσα ψήγµατα συνάφειας και αλήθειας φέρει, και ένιωθα πως είναι µια πράξη αρκετά ρηξικέλευθη, να κατασκευάσει η Ένραϊτ µια ηθοποιό µε µια κόρη αγνώστου πατρός, να την οπλίσει µε το απαραίτητο νεύρο, να τοποθετήσει στο πλευρό της έναν σιωπηλό σύντροφο προς τον οποίον απευθύνεται η αφήγηση αυτή, ρηξικέλευθο γιατί αποµακρύνεται από τον κύκλο της αφήγησης του εγώ, τοποθετεί στο επίκεντρο τη µυθοπλασία χωρίς να κλείνει το µάτι λιγότερο ή περισσότερο πως όλα αυτά συνέβησαν, πως όλα αυτά ως γεγονότα, σκέψεις και συναισθήµατα υπήρξαν, αλλά και βέβαια υπήρξαν, εκεί που ανέκαθεν υπήρξαν, στη συγγραφική σύλληψη και εκτέλεση, πριν το εγώ αποκτήσει την υποχρέωση ή την ανάγκη του πραγµατικού και του αληθινού, πριν οι αναγνώστες χρειαστούν µεγεθυντικό φακό πιστοποίησης της αλήθειας για την ανάγνωσή τους.

Και το βιβλίο αυτό υπήρξε αναγνωστικά απολαυστικό µε τον τρόπο που η λογοτεχνία είναι απολαυστική, όποια και αν είναι η πρώτη της ύλη, αρκεί να πρόκειται για καλή λογοτεχνία. Μοιάζει τόσο απλό, σίγουρα δεν είναι τόσο. Η αυτοµυθοπλασία είναι κάτι που συχνά πυκνά είναι του γούστου µου, αναρωτιέµαι τότε, είτε µου άρεσε είτε όχι το εκάστοτε βιβλίο, αν αυτό σχετίζεται µε την αλήθεια που φέρει, τείνω να καταλήξω οριστικά στο συµπέρασµα πως η αλήθεια είναι -στη λογοτεχνία αλλά και στη ζωή εν γένει- µια έννοια σχετική, σίγουρα υποκειµενική, πολλαπλών διαδροµών προσέγγισης και περιδιάβασης. Επανέρχοµαι σε όσα παραπάνω είπα πως «µια τέτοια αφήγηση οφείλει να διαθέτει µια ένταση, ένα νεύρο, να απαντάει µε τον τρόπο της στο γιατί της αφήγησης», κάτι το οποίο ελάχιστα έχει να κάνει µε το αν το περιεχόµενο είναι µε στενούς όρους αληθινό ή πραγµατικό. Η Ένραϊτ, σε µια εποχή που, συνεπικουρούµενη σίγουρα από τα κοινωνικά δίκτυα και την κουλτούρα που αυτά διαµορφώνουν, η λογοτεχνία µετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο στο βίωµα και στο τραύµα, επιλέγει να αφηγηθεί τη συγκεκριµένη ιστορία.

Και το κάνει τεχνικά άρτια, χωρίς η κατασκευή να υπολείπεται εκείνου του δύσκολα περιγράψιµου κάτι, πείτε το ψυχή ή όπως αλλιώς επιθυµείτε, που η καλή λογοτεχνία διαθέτει. Η τεχνική αρτιότητα σε µεγάλο βαθµό έχει να κάνει µε τη λεπτοµερή γνώση του αφηγηµατικού υποκειµένου, η συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά τη Νόρα και γνωρίζοντάς την σε τέτοιο βάθος δύναται να αποτυπώσει αφηγηµατικά τη σχέση της κόρης µε τη νεκρή µητέρα, κατεβαίνοντας σε βάθη πέρα από τα όποια βιογραφικά βράχια στα οποία ο καθείς µας έχει πρόσβαση, εγκαταλείποντας την επιφάνεια του τετριµµένου και του στερεοτυπικού της σχέσης µάνας κόρης. Και αυτό, διόλου παράδοξα και αντιφατικά, αντί να προσδίδει ιδιωτεία στην αφήγηση ή να την περιορίζει ποικιλοτρόπως, την καθιστά έδαφος κοινό, πέρα από το προφανές, όχι γιατί όλοι έχουµε µια µητέρα διάσηµη και ζήσαµε στη σκιά της ή γιατί περάσαµε µια ζωή γυρεύοντας την ταυτότητα του πατέρα µας ή για ό,τι άλλο, αλλά γιατί κατέρχεται σε βάθη σκοτεινά, εκεί όπου το φως δεν φτάνει, εκεί που το αιτιοκρατικό αδυνατεί να δώσει απαντήσεις, στην επικράτεια του γιατί έχουµε ανάγκη τη λογοτεχνία, την αφήγηση εν γένει. Ίσως, τελικά, η αδυναµία προσδιορισµού της συγγραφικής πρόθεσης ή επιδίωξης, αυτό το άγνωστο γιατί επέλεξε η Ένραϊτ να αφηγηθεί αυτή την ιστορία, να εµπλουτίζει περαιτέρω µε εκείνο το δύσκολα περιγράψιµο κάτι το µυθιστόρηµα.

∆ιαβάζοντας την Ηθοποιό σκεφτόµουν έντονα δύο άλλα βιβλία. Το ένα, η Ανησυχία της Λιν Ούλµαν, είναι µάλλον προφανές αφού το αυτοµυθοπλαστικό σύµπαν αναπόφευκτα περιλαµβάνει τους πλανήτες των διάσηµων γονέων, το άλλο, ωστόσο, Το πίσω δωµάτιο της Κάρµεν Μαρτίν Γκάιτε, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί το γιατί το σκεφτόµουν, ως αίσθηση, ως αφηγηµατική ατµόσφαιρα, δεν ξέρω, µια συγγένεια εκλεκτική, ξεκάθαρα υποκειµενική, διαισθητική.

Ένα όνοµα διαγράφηκε από τη λίστα µε τους προς γνωριµία δηµιουργούς, όµως τουλάχιστον τρία ακόµα βιβλία της που κυκλοφορούν στα ελληνικά προστέθηκαν στη διπλανή λίστα µε τα βιβλία που θέλω να διαβάσω, έτσι πάει το παιχνίδι αυτό, έτσι το χρέος εκτοξεύεται.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα