Η φράση: «και πως [το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης] θα κλειούσε, δεν χάλασε ο κόσµος» ειπώθηκε πριν από ενενήντα χρόνια, το 1936. ∆εν γεννάται λοιπόν λόγος ανησυχίας για τους αναγνώστες του σηµερινού άρθρου. Το δηµοσίευµα αυτό στοχεύει να φωτίσει ένα γεγονός του παρελθόντος, άγνωστο στις λεπτοµέρειές του, αλλά άξιο της προσοχής µας. Μέσα από αυτό αναδεικνύονται αφενός οι νοοτροπίες των ανθρώπων της εποχής αναφορικά µε τη σηµασία του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης (ΙΑΚ) και αφετέρου οι προτεραιότητες των, ένα µήνα πριν από την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου (∆ικτατορία Μεταξά).
Ας δούµε πρώτα το πολιτικό κλίµα µέσα στο οποίο γίνονταν οι συζητήσεις για τα ζητήµατα του ΙΑΚ: Στις βουλευτικές εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, τις τελευταίες πριν από την ∆ικτατορία του Μεταξά, εκπροσωπούνταν στην Βουλή εννέα κόµµατα και πολιτικοί σχηµατισµοί. Τα δύο ισχυρότερα, το Κόµµα Φιλελευθέρων (υπό την αρχηγία του Θεµιστοκλή Σοφούλη) και το Λαϊκό Κόµµα (υπό την αρχηγία του Παναγή Τσαλδάρη) κατέλαβαν 126 και 72 έδρες αντίστοιχα, χωρίς κανένα να εξασφαλίζει την απόλυτη πλειοψηφία. Το πολιτικό αδιέξοδο οδήγησε τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ στην ανάθεση της εντολής σχηµατισµού κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο ∆εµερτζή.
Στις εκλογές αυτές, στην Κρήτη κυριάρχησε το Κόµµα των Φιλελευθέρων (το οποίο, ας σηµειωθεί, το 1935, απείχε από την εκλογική διαδικασία) µε επιµέρους διαφοροποιήσεις ανά νοµό: Στον νοµό Χανίων είχαν εκλεγεί έξι βουλευτές των Φιλελευθέρων (Μ. Βολουδάκης, Ευστρ. Γεωργιλαδάκης, Εµµ. Μουντάκης, Εµµ. Μπακλατζής, Στ. Πιστολάκης, Π. Πολυχρονίδης) και ένας του Λαϊκού Κόµµατος (Γρ. Παπαδόπετρος). Στο Ρέθυµνο τρεις από το Κόµµα των Φιλελευθέρων. Στο Ηράκλειο, πέντε Φιλελεύθεροι, ένας από το Λαϊκό Κόµµα και ένας από τη «Γενική Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωση» (πολιτικός συνασπισµός των Π. Κονδύλη, Ι. Ράλλη και Γ. Θεοτόκη). Στον νοµό Λασιθίου επικράτησε ένας τοπικός πολιτικός σχηµατισµός, η «Παλαιοδηµοκρατική Ένωση Κρήτης», η οποία εξασφάλισε την εκλογή τριών βουλευτών.
Το 1936 ήταν µια χρονιά γεµάτη από απρόσµενα γεγονότα. Τη χρονιά αυτή πέθαναν αιφνιδίως σχεδόν όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί που είχαν διαδραµατίσει καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις του Μεσοπολέµου: ∆υο µέρες µετά τις εκλογές του 1936 απεβίωσε ο Π. Κονδύλης. Στις 18 Μαρτίου ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στο Παρίσι. Στις 13 Απριλίου ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος ∆εµερτζής. Στις 17 Μαΐου ο κυριότερος πολιτικός αντίπαλος του Ελ. Βενιζέλου, ο Παναγής Τσαλδάρης. (Μετά την επιβολή της ∆ικτατορίας, την κοινή µοίρα των θνητών ακολούθησαν ο Αλέξανδρος Ζαΐµης, τον Σεπτέµβριο, και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, τον Νοέµβριο του 1936).
Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου ∆εµερτζή και υπό τον φόβο της ακυβερνησίας, ο Ιωάννης Μεταξάς (το «Κόµµα των Ελευθεροφρόνων» του οποίου αντιπροσωπευόταν στη Βουλή µε µόλις επτά βουλευτές) έλαβε ψήφο εµπιστοσύνης και σχηµάτισε κυβέρνηση (13-4-1936). Την κυβέρνησή του εµπιστεύθηκαν οι βουλευτές του Μεταξά και οι βουλευτές του πολιτικού συνασπισµού Κονδύλη-Ράλλη-Θεοτόκη και στήριξαν µε ψήφο ανοχής ή µε επιφυλάξεις τα κόµµατα των Π. Τσαλδάρη, Θ. Σοφούλη, Γ. Καφαντάρη και Αλ. Παπαναστασίου. Μόνο το ΠΑΜΕ (πολιτικός σχηµατισµός του ΚΚΕ) και ο Γ. Παπανδρέου αρνήθηκαν να της δώσουν ψήφο εµπιστοσύνης.
Μέσα σε αυτή την ιστορική και πολιτική συγκυρία η ∆ιοικούσα Επιτροπεία του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης απέστειλε, τον Ιούνιο του 1936, τον Χαράλαµπο Κατσιαδάκη, στην Αθήνα, για να παρουσιάσει στους Κρητικούς βουλευτές τη δεινή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης και να ζητήσει την έµπρακτη υποστήριξη της Κυβέρνησης. Ο διευθυντής του Ι.Α.Κ., Νικόλαος Β. Τωµαδάκης, είχε λάβει άδεια και βρισκόταν στην Ιταλία, γι’ αυτό και η διαχείριση του ζητήµατος ανατέθηκε στον µοναδικό τότε υπάλληλο του Αρχείου.
Το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης είχε ιδρυθεί από το 1920 µε απλή διοικητική πράξη του Γενικού ∆ιοικητή Κρήτης, Σωτηρίου Κροκιδά. και είχε αναγνωριστεί, έπειτα από διαρκείς αγώνες, το 1928, ως ΝΠ∆∆. Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, το Ίδρυµα αυτό δεν συντηρούταν από το κράτος. Τα λειτουργικά του έξοδα και οι µισθοί των δύο υπαλλήλων του γινόταν µεγάλη προσπάθεια να εξασφαλιστούν είτε από «Εράνους υπέρ του Αρχείου» είτε από τη δίλεπτη φορολογία του εξαγόµενου από το νοµό Χανίων λαδιού. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των ετών (1920-1936), η λειτουργία του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης ήταν επισφαλής. Ως τότε λειτουργούσε χάρη στην αυταπάρνηση του Ιδρυτή του και των υπαλλήλων του. Η συνεχιζόµενη όµως παντελής απουσία κρατικής οικονοµικής υποστήριξης και η έλλειψη σταθερού ετήσιου προϋπολογισµού επρόκειτο να το οδηγήσουν γρήγορα σε αναστολή της λειτουργίας του ή ακόµη και σε οριστικό κλείσιµό του.
Ο Χ. Κατσιαδάκης ανέβηκε στην Αθήνα, για να συναντηθεί µε τους Κρήτες βουλευτές, να τους εκθέσει το πρόβληµα για να βρεθεί µια λύση. Ωστόσο, δεν βρήκε ανταπόκριση και ήρθε αντιµέτωπος µε την αδιαφορία τους για το ζήτηµα του ΙΑΚ. Το ζήτηµα της επιβίωσης του Αρχείου εθεωρείτο επουσιώδες και γι’ αυτό αµελητέο. Οι σχετικές συζητήσεις για το θέµα προκαλούσαν ακόµη και τον γέλωτα, σύµφωνα µε τα γραφόµενα του Κατσιαδάκη. Η αδιαφορία αυτή δικαιολογείτο µε το επιχείρηµα ότι τα κρίσιµα εθνικά θέµατα, της οικονοµίας, το αγροτικό και το προσφυγικό, δεν άφηναν περιθώρια ενασχόλησης µε ελάσσονα ζητήµατα, όπως του ΙΑΚ, του µοναδικού τότε αρχείου της Μεγαλονήσου και ένα από τα σπουδαιότερα αρχεία της χώρας. Η ενδεχόµενη αναστολή της λειτουργίας του ή ακόµη και η κατάργησή του ήταν γι’ αυτούς γεγονός ασήµαντο, χωρίς καµία συνέπεια.
Όπως αναφέρει ο Κατσιαδάκης στην έκθεσή του προς την Επιτροπεία από το σύνολο των Κρητών βουλευτών, ο µόνος που διαφοροποίησε τη στάση του και επέδειξε ενδιαφέρον ήταν ο βουλευτής Χανίων Μανούσος Γ. Βολουδάκης. Έπειτα, και οι βουλευτές, Πολυχρόνης Πολυχρονίδης και Εµµανουήλ Μπακλατζής, αναθεώρησαν την άποψή τους και βοήθησαν στο να φτάσει το θέµα στον Υπουργό Εσωτερικών. Παραθέτω ένα απόσπασµα από την εκτενή αναφορά του υπαλλήλου του Αρχείου:
«Προς την Σεβαστήν ∆ιοικούσαν Επιτροπείαν του Αρχείου / Κύριε Πρόεδρε / […]
Κατά την εν Αθήναις παραµονήν µου εφρόντισα ώστε δια νοµοθετικής οδού το Ίδρυµα (Ιστορικόν Αρχείον Κρήτης) ει δυνατόν, να εξασφαλισθή του λοιπού οικονοµικώς, διότι αν εξακολουθήση η σήµερον κρατούσα κατάστασις είναι καταδικασµένον να κλείση ελλείψει πόρων.
∆εν παραλείπω ν’ αναφέρω, και παρακαλώ να µη παρεξηγηθώ, ότι ο µόνος εκ των βουλευτών της Κρήτης και ιδίως του νοµού Χανίων, όστις ενδιαφέρθη ενεργώς, ήτο ο κ. Μ. Βολουδάκης, ενώ δια τους άλλους το ζήτηµα του Αρχείου ήτο ζήτηµα πάρεργον και πολλάκις των προξενούσε και τον γέλωτα. Λυπούµαι που αναγκάζοµαι να καυτηριάσω την στάσιν των, αλλά δεν δύναµαι να πράξω άλλως. Τα µεγάλα ζητήµατα των αγροτών και των προσφύγων δεν των επέτρεπον, κατά την δικαιολογίαν των, ν’ ασχοληθούν ουδέ επί λεπτόν για το Αρχείον µας, διότι και πως θα κλειούσε, δεν χάλασε ο κόσµος, όπως έλεγαν (Μπακλατζής, Πολυχρονίδης, Ασκούτσης, Παπαδόπουλος και ά.) Επεκοινώνησα µε άπαντας σχεδόν τους αντιπροσώπους της Κρήτης, κατόπιν δε της ενεργούς επεµβάσεως του κ. Μ. Βολουδάκη παρά τω κ. Γεν. ∆ιοικητή Κρήτης κατωρθώθη επικοινωνία Γενικού ∆ιοικητή Κρήτης και κ. επί των Εσωτερικών Υπουργού, ακολουθούντων ως επικούρων και των κ.κ. Πολυχρονίδη και Μπακλατζή. […]
Επειδή η Επιτροπεία κατόπιν των υποσχεθέντων και εφ’ όσον ο κ. Μ. Βολουδάκης, µέλος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, ως εµφαίνεται εκ της αποσταλείσης προς Υµάς επιστολής του, ην συνηµµένως υποβάλλω, ανέλαβε το ζήτηµα του Αρχείου υπό ιδίαν του ευθύνην, επειδή δε και η περαιτέρω παραµονή µου εις Αθήνας θα εζηµίωνε το Ίδρυµα ποικιλοτρόπως, επανήλθον ενταύθα, ελπίζω δε ότι δεν απέχει πολύ ο καιρός όπου το Ίδρυµα θα εξασφαλισθή οικονοµικώς.
Ευπειθέστατος /ο Ταξινόµος του Αρχείου / Χ. Κατσιαδάκης (υπογραφή)».
Ο Μ. Βολουδάκης ήρθε σε συνεννόηση µε τον Γενικό ∆ιοικητή Κρήτη Πότη Ε. Σφακιανάκη και το αίτηµα της οικονοµικής εξασφάλισης του Αρχείου υπεβλήθη στον Υπουργό Εσωτερικών, Θεόδωρο Σκυλακάκη. Ο Υπουργός, παρουσία των τριών βουλευτών και του υπαλλήλου του ΙΑΚ, αναγνώρισε το αίτηµα ως δίκαιο και πρότεινε να συσταθεί ένας Οργανισµός για το ΙΑΚ, όπως του Ταµείου Αγροφυλακής. ∆ιαβεβαίωνε µάλιστα δια του ∆ιευθυντή του Υπουργείου ότι ο Οργανισµός αυτός θα ψηφιζόταν µέχρι στον Αύγουστο.
Επειδή όµως η λύση αυτή δεν ικανοποιούσε πλήρως το ΙΑΚ, πραγµατοποιήθηκαν εµπιστευτικές συζητήσεις και µε τον Υπουργό Οικονοµίας, Γεώργιο Μαντζαβίνο, µε σκοπό την επέκταση της δίλεπτης φορολογίας του ελαίου «υπέρ του ΙΑΚ» και στους υπόλοιπους νοµούς της Κρήτης. Ο Υπουργός ανταποκρίθηκε θετικά, αποδεχόµενος την επέκταση αυτή, στο πρώτο σχετικό φορολογικό διάταγµα, υπό την προϋπόθεση ότι το θέµα θα έµενε, µέχρι τη δηµοσίευση του διατάγµατος, απολύτως µυστικό, ώστε να αποφευχθούν οι αναµενόµενες αντιδράσεις από τους ∆ήµους και τις Κοινότητες της υπόλοιπης Κρήτης.
Έπειτα από αυτές τις διαβεβαιώσεις, ο Μ. Βολουδάκης απέστειλε στον Πρόεδρο Κωνσταντίνο Καλεµικιέρη και τη ∆ιοικούσα Επιτροπεία του ΙΑΚ την παρακάτω επιστολή:
«ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Γ΄ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ Αθήναι, 28-6-1936
Φίλε κ. Πρόεδρε
∆ια το Ιστορικόν Αρχείον εγένετο ενέργεια στο Υπουργείον Εσωτερικών και εζήτησα από Υπουργόν δια Νοµ. ∆ιατάγµατος να αναλάβη η Κρήτη την συντήρησιν και να γίνη οργανισµός όπως του Ταµείου Αγροφυλακής και θα ψηφισθή από της Κοινοβ. Επιτροπής.
Επίσης ο Υπουργός των Οικονοµικών εδέχθη να επεκταθή η φορολογία του ελαίου και στους λοιπούς νοµούς της Κρήτης.
Κατόπιν τούτων συνέστησα στον εκπρόσωπόν σας κ. Χ. Κατσιαδάκην να αναχωρήση διότι η περιπλέον παραµονή του στας Αθήνας ήταν περιττή και διότι εγώ θα παρακολουθήσω την αποπεράτωσιν των υποσχεθέντων παρά των υπουργών.
Με πολλήν αγάπη
Μ. Γ. Βολουδάκης»
Ο υπάλληλος του Αρχείου επέστρεψε στα Χανιά αλλά η ελπίδα του «ότι δεν απέχει πολύ ο καιρός όπου το Ίδρυµα θα εξασφαλισθή οικονοµικώς» διαψεύστηκε πολύ σύντοµα. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936 και οι παγκόσµιες πολιτικές, οικονοµικές και πολεµικές εξελίξεις δεν άφηναν κανένα περιθώριο για ενασχόληση µε τα προβλήµατα του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης. Ούτε ο Οργανισµός ψηφίστηκε ποτέ, ούτε η δίλεπτη φορολογία του λαδιού επεκτάθηκε στους άλλους νοµούς της Κρήτης. Έπρεπε να περάσουν ακόµη µερικά χρόνια έως ότου το ΙΑΚ αναγνωριστεί ως δηµόσια υπηρεσία για να συντηρείται από το κράτος. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1941, το κτήριο του Παλαιού Τελωνείου, όπου στεγαζόταν τότε το ΙΑΚ, έπαθε σοβαρές φθορές από τους γερµανικούς βοµβαρδισµούς και κατέστη ετοιµόρροπο. Το 1959 εκδόθηκε άδεια για την κατεδάφιση του Παλαιού Τελωνείου και τη µεταφορά του ΙΑΚ στην οικία Φερλάτσο (οδός Ι. Σφακιανάκη 20), όπου στεγάζεται µέχρι σήµερα.
Περιορίστηκα στην παρουσίαση ενός γεγονότος του παρελθόντος (1936) σχετικά µε την τύχη του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης. Ο ιστορικός του µέλλοντος µετά από χρόνια θα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει, να συγκρίνει και να αποτιµήσει αδέκαστα την πορεία και την τωρινή (2026) κατάσταση του Ι.Α.Κ.
*Ο Κωνσταντίνος Π. Φουρναράκης είναι προϊστάµενος του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης


