Σάββατο, 27 Νοεμβρίου, 2021

Ιστορία του καπιταλισμού

Jurgen Kocka
Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2021, σελ. 198

Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο το οποίο παρουσιάζει την “Ιστορία του καπιταλισμού” εξεδόθη πρόσφατα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Συγγραφέας του ο ομότιμος καθηγητής στο ελεύθερο πανεπιστήμιο του Βερολίνου Jurgen Kocka (1941- ) ένας από τους σημαντικότερους σήμερα ακαδημαϊκούς στο τομέα της κοινωνικής ιστορίας.

Ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο όρος καπιταλισμός είναι αμφιλεγόμενος με την έννοια ότι μπορεί να οριστεί με ποικίλους τρόπους ενώ συχνά δεν ορίζεται καθόλου. Ο J. Kocka θεωρεί ότι τρείς στοχαστές το έργο των οποίων διαμόρφωσε τη συζήτηση σχετικά με την έννοια του καπιταλισμού είναι ο Κ. Μάρξ, ο Μ. Βέμπερ και ο Γ.Α. Σουμπέτερ. Ο Κ. Μαρξ ανέλυσε διεξοδικά το καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και η ερμηνεία του επηρέασε τις επόμενες γενεές όσο κανείς άλλος. Γι αυτόν ο καπιταλισμός ήταν συνυφασμένος με μία ανεπτυγμένη αγορά, τη κατανομή της εργασίας και την έμφαση στη συσσώρευση πλούτου.

Περιέγραψε την εκμετάλλευση των εργατών από τους καπιταλιστές με την ιδιοποίηση της υπεραξίας των εργαζομένων. Η ανάλυση του Κ. Μαρξ ήταν πρωτότυπη και γοητευτική και σε αυτήν αναφέρθηκαν πολλοί μετέπειτα στοχαστές με κριτική διάθεση.

Ο Μ. Βέμπερ εξέτασε το καπιταλισμό στα πλαίσια του δυτικού εκσυγχρονισμού και δεν πίστευε στην ανωτερότητα του καπιταλιστικού συστήματος. Θεωρούσε ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός ήταν δημιούργημα της Δύσης και προϋπέθετε την ορθολογικότητα. Στο έργο του συνέδεσε το πνεύμα του καπιταλισμού με την “προτεσταντική-καλβινιστική ηθική”. Ο Μ. Βέμπερ διέκρινε τα αρνητικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού ενώ οι αναλύσεις του παραμένουν επίκαιρες μέχρι σήμερα. Ο Γ. Σουμπέτερ συνέδεσε τη δυναμική της καπιταλιστικής οικονομίας με τη δημιουργία καινοτομιών. Αναγνώρισε τη μεγάλη αποδοτικότητα του καπιταλιστικού συστήματος ενώ προέβλεψε τη μελλοντική παρακμή του.

Η δημιουργία καινοτομιών επιτρέπει την ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων και τη παρακμή των παλαιών την οποία χαρακτήρισε σαν “δημιουργική καταστροφή” η οποία ενυπάρχει στο καπιταλιστικό σύστημα και τροφοδοτεί το δυναμισμό του.

Ο συγγραφέας αναφέρει ότι πριν από τον Ευρωπαϊκό μεσαίωνα όπου παρατηρούνται τα πρώτα στοιχεία του καπιταλιστικού συστήματος θα πρέπει να γίνει αναφορά στη Κίνα, στους Άραβες και στην Ευρώπη τη περίοδο πριν το 1500. Τη περίοδο αυτή αναπτύχθηκε το εμπόριο και οι ανταλλαγές Ανατολής-Δύσης. Το εμπόριο μακρινών αποστάσεων κυρίως με πλοία και με ζώα απαιτούσε την ύπαρξη κεφαλαίων αλλά και κερδών τυπικών χαρακτηριστικών του καπιταλισμού. Η δημιουργία κεφαλαίων, η ανάληψη ρίσκου, η ύπαρξη κερδών και η επακόλουθη συσσώρευση κεφαλαίου-πλούτου αποτελούν χαρακτηριστικά ενός “πρώιμου εμπορικού καπιταλισμού” ο οποίος αναπτύχθηκε στη Κίνα, σε Αραβικές περιοχές, στην Ινδία και σε περιοχές της Ευρώπης τη περίοδο από το 600 Μ.Χ. μέχρι το 1500 Μ.Χ. Ο εμπορικός καπιταλισμός αναπτύχθηκε καθυστερημένα και στην Ευρώπη αναφέρει ο J. Kocka.

Σαν παράδειγμα παραθέτει τη Χανσεατική Ένωση περιπλανώμενων εμπόρων μεγάλων αποστάσεων οι οποίοι συνεργαζόταν, συνέπρατταν οικονομικά/κεφαλαιουχικά μεταξύ τους και είχαν αναπτύξει τραπεζικές και λογιστικές τεχνικές. Η ίδια ανάπτυξη του εμπορικού καπιταλισμού παρατηρήθηκε στις πόλεις της βόρειας Ιταλίας μεταξύ του 12ου και του 15ου αιώνα. Έτσι αντίθετα με την Αραβία και τη Κίνα ο πρώιμος εμπορικός καπιταλισμός της Δυτικής Ευρώπης εμπεριείχε πέραν του εμπορίου και στοιχεία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού με κύριους φορείς τους εμπόρους. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας τη περίοδο αυτή δεν παρατηρήθηκαν στοιχεία καπιταλισμού στη γεωργία και τη βιομηχανία. Στις μεσαιωνικές κοινωνίες κυριαρχούσαν η οικονομία της επιβίωσης και η οικιακή παραγωγή ενώ ο πρώιμος εμπορικός καπιταλισμός αποτελούσε καπιταλιστικές νησίδες σε μη καπιταλιστικό περιβάλλον. Σύμφωνα με τον Κ. Μαρξ ο καπιταλισμός είναι συνδεδεμένος με το αίμα και τη δυσωδία το οποίο είναι εν μέρει αληθές, σύμφωνα με το συγγραφέα, και αφορά τη περίοδο της αποικιοκρατίας και της δουλείας με τη συμμετοχή αδίστακτων τυχοδιωκτών και μισθοφόρων και τη μεταφορά σκλάβων κυρίως από την Αφρική στα αγροκτήματα/φυτείες των αποικιών. Ο συνδυασμός του εμπορικού καπιταλισμού και της αποικιοκρατίας γέννησε τις μεγάλες πολυμετοχικές επιχειρήσεις οι οποίες ανέπτυξαν πρόωρα, τον 17ο αιώνα, θεσμούς του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την “Ολλανδική εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών”.

Τη περίοδο αυτή αναπτύχθηκαν περισσότερο οι τραπεζικές εργασίες και η πίστη ενώ δημιουργήθηκαν μεγάλα κέρδη σε συνδυασμό με εταιρικές καταρρεύσεις και ζημίες. Στα τέλη του 17ου αιώνα άρχισαν να δημιουργούνται και οι κεντρικές τράπεζες ενώ γύρο στα μέσα του 18ου αιώνα είχε εδραιωθεί στην Ευρώπη ο εμπορικός και χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός. Η ανακάλυψη της Αμερικής οδήγησε στη δημιουργία αγροτικών φυτειών για τη παραγωγή διατροφικών προϊόντων προορισμένων για την Ευρωπαϊκή αγορά οι οποίες απέφεραν σημαντικά κέρδη. Το απαραίτητο εργατικό δυναμικό για τις φυτείες αυτές προήλθε από τη Αφρική όπου περίπου 11-12 εκατ. άτυχοι Αφρικανοί κατέληξαν να εργάζονται σαν σκλάβοι στο νέο κόσμο. Η εξέλιξη του καπιταλισμού συνέβαλε στην εδραίωση της δουλείας που χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερη βιαιότητα. Στην Ευρώπη το φεουδαρχικό σύστημα καθυστέρησε τη διείσδυση των αρχών του καπιταλισμού στο πρωτογενή τομέα. Σταδιακά όμως ο καπιταλισμός επεκτάθηκε στη γεωργία όπου καθοριστικό ρόλο έπαιξε η ιδιωτικοποίηση της κοινοτικής γης με τη μορφή περιφράξεων και τη δημιουργία μεγάλων κτημάτων κατάλληλων για την ανάπτυξη του αγροτικού καπιταλισμού.

Έτσι, αρχικά στην Ολλανδία και την Αγγλία, αγρότες μη μπορώντας να επιβιώσουν στη ύπαιθρο μετακινήθηκαν στις πόλεις και απετέλεσαν το εργατικό δυναμικό της μετέπειτα εκβιομηχάνισης.

Η βιοτεχνία στην Ευρώπη ήταν οργανωμένη στα πλαίσια της οικιακής οικονομίας και της αυτοκατανάλωσης. Σταδιακά όμως ο καπιταλισμός εισέβαλε στο τομέα της μεταποίησης αρχικά στα πεδία της πρωτοβιομηχανικής οικοτεχνίας και της κατ’ οίκον εργασίας κυρίως σε χειροτεχνικά εργαστήρια των πόλεων. Έμποροι που είχαν κεφάλαια χρηματοδοτούσαν τα εργαστήρια αυτά για τη παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων προϊόντων τα οποία προωθούσαν σε υπερτοπικές αγορές αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη. Συνεπώς πριν από τη βιομηχανική επανάσταση ο καπιταλισμός μετέβαλε ριζικά τον κόσμο της παραγωγής στη γεωργία και τη μεταποίηση. Μέχρι το 16ο-17ο αιώνα, αναφέρει ο J. Kocka, οι θεολογικές και φιλολογικές απόψεις στη Ευρώπη κυριαρχούντο από επιφυλακτικότητα και εχθρότητα απέναντι στο καπιταλισμό. Μέσα όμως από το πνεύμα του διαφωτισμού η “αξία του καπιταλισμού” αναβαθμίστηκε. Σε αυτό συνέβαλε όσο λίγοι, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, ο Σκωτσέζος διαφωτιστής Άνταμ Σμιθ ο οποίος ανέλυσε διεξοδικά τα κύρια χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής οικονομικής πρακτικής.

Ο Άνταμ Σμιθ δεν ήταν μόνο οικονομολόγος αλλά και ηθικός φιλόσοφος και πίστευε ότι η αγάπη του ατόμου προς τον εαυτό του και η επιδίωξη του προσωπικού οφέλους θα πρέπει να συνδυάζονται με το γενικό καλό. Θεωρούσε ότι το κράτος θα πρέπει να δημιουργήσει τους κατάλληλους θεσμούς για τη ρύθμιση των σχέσεων κοινωνίας-αγοράς ενώ το καπιταλιστικό σύστημα θα μπορούσε να αποφέρει ευημερία και ελευθερία όχι μόνο στους εμπόρους, τους επιχειρηματίες και τους κεφαλαιούχους αλλά και σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι μετά το 18ο αιώνα ο καπιταλισμός διείσδυσε σε όλες τις σφαίρες της οικονομικής δραστηριότητας. Ο αγροτικός καπιταλισμός μετεξελίχθηκε σε αγροβιομηχανία.

Ο εμπορικός καπιταλισμός αναπτύχθηκε περαιτέρω με την ανάπτυξη της μαζικής κατανάλωσης και τη δημιουργία μεγάλων εμπορικών αλυσίδων. Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός επεκτάθηκε στα χρηματιστήρια, τις εταιρείες επενδύσεων, τα αμοιβαία κεφάλαια κ.α.

Ωστόσο η πιο ριζική αλλαγή στο καπιταλισμό, αναφέρει ο συγγραφέας, επήλθε μετά το 1800 με τη βιομηχανική επανάσταση η οποία απετέλεσε μία σύνθετη διαδικασία κοινωνικοοικονομικής μεταβολής. Αργότερα μετά το 1990 ο καπιταλισμός συνέβαλε αλλά και επηρεάστηκε από την επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης. Στη πορεία εξέλιξης του οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων αντικαταστάθηκαν από διευθυντές/μάνατζερ εξειδικευμένα δηλαδή στελέχη τα οποία μπορούσαν να ανταποκριθούν επαρκώς στις απαιτήσεις διεύθυνσης σύνθετων επιχειρήσεων.

Η περαιτέρω εξέλιξη του καπιταλισμού οδήγησε στη χρηματιστικοποίηση του όπου παρατηρείται η μετάβαση από το “καπιταλισμό της αποταμίευσης” στο “καπιταλισμό των δανεικών”.

Στη πορεία εξέλιξης αλλάζει και η μισθωτή εργασία. Τα αρχικά στάδια της εκβιομηχάνισης (τουλάχιστον στη Δύση) χαρακτηριζόταν από τη μαζική διάδοση της μισθωτής εργασίας ενώ αργότερα οι εργαζόμενοι απέκτησαν σημαντικά δικαιώματα. Η σταθερή εργασία χαρακτηρίστηκε σαν “κανονική η τυπική εργασία”. Στα τέλη όμως του 20ου αιώνα εμφανίζονται μορφές “άτυπης εργασίας” οι οποίες είναι επισφαλείς και κακοπληρωμένες. Η πορεία του καπιταλισμού σε βάθος χρόνου επηρεάστηκε αφ’ ενός από το κράτος και αφ ετέρου από την αγορά. Η εκτενής παρέμβαση του κράτους στη αγορά αναφέρεται σαν “κοινωνικός καπιταλισμός” ενώ η περιορισμένη παρέμβαση του σαν “φιλελεύθερος καπιταλισμός ή καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς”. Η πτώση του τοίχους του Βερολίνου το 1989, αναφέρει ο J. Kocka, σηματοδότησε τη σταδιακή επικράτηση του φιλελεύθερου καπιταλισμού ενώ η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 και η πανδημία COVID-19 ανέδειξαν τη σημασία και την αναγκαιότητα της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Όμως η αξία της παρέμβασης του κράτους στην οικονομία είχε αναδειχθεί και παλαιότερα με τη επιτυχία, μετά το 1960, των 4 τίγρεων της Ασίας. Επιβεβαιώθηκε ξανά τα τελευταία 20 χρόνια με το οικονομικό θαύμα της Κίνας όπου επεκράτησε μία ιδιότυπη μορφή καπιταλισμού κατευθυνόμενη από το κράτος (χωρίς τις πολιτικές ελευθερίες που γνωρίζει η Δύση) η οποία ονομάσθηκε “πολιτικός καπιταλισμός”. Οι απόψεις σήμερα, αναφέρει ο συγγραφέας, για τη συμβολή του καπιταλισμού στη κοινωνικοοικονομική ευημερία διίστανται. Ορισμένοι τον θεωρούν σαν φορέα εκπολιτισμού που συμβάλλει στη κοινωνική ευημερία ενώ άλλοι τον επικρίνουν έντονα. Αυτό που όμως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η πρόοδος στο βιοτικό επίπεδο, στην υγεία και την ελευθερία ευρύτατων ομάδων του πληθυσμού σε πολλά μέρη του πλανήτη. Οι εναλλακτικές λύσεις έχουν αποδειχθεί κατώτερες ως προς την επίτευξη ευημερίας και την οικονομική αποδοτικότητα ενώ η κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού μετά το 1990 συνέβαλε στην ιστορική επανεκτίμηση/επαναξιολόγηση του.

Οι κριτικές σήμερα στο καπιταλισμό επικεντρώνονται κυρίως στις μεγάλες οικονομικές ανισότητες και αδικίες που προκαλεί. Ο J. Kocka θεωρεί ότι η μεταρρύθμιση του συνιστά μία διαρκή αποστολή όπου θα πρέπει να εντοπισθούν και να επινοηθούν εναλλακτικές εκδοχές του. Στη πορεία αυτή της μεταρρύθμισης, καταλήγει, η κριτική στο καπιταλισμό έχει κεντρικό ρόλο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα