Παρασκευή, 14 Μαΐου, 2021

Η θυσία του Καλλικράτη

Πριν το σφουγγάρι του χρόνου μαζί με τον εκμοντερνισμό και την ξενόφερτη παγκοσμιοποίηση, εξαφανίσουν και τα τελευταία απομεινάρια της παράδοσης και της Εθνικής μας κληρονομιάς, είναι ανάγκη να περισώσουμε όσα η μνήμη μπορεί ακόμη να μας επαναφέρει ατόφια, γνήσια, αληθινά.
Χωρίς ακρότητες κι ανώφελες αντιπαραθέσεις. Χωρίς ιδιοτέλεια και στείρα πολυλογία. Οι άνθρωποι που ζούν ακόμα κι έζησαν από κοντά τα γεγονότα, προθυμοποιούνται να βοηθήσουν , αρκεί να τους πλησιάσουμε και να πιστέφουν πως έχουν χρέος ν’ αφήσουν πολύτιμη κληρονομιά, όσα γνωρίζουν στις ερχόμενες γενιές, την ιστορία αυτού του τόπου.
Mε τις σκέψεις αυτές ξεκινούσαμε το οδοιπορικό μας στον Καλλικράτη Σφακίων το 2002. Το δημοσίευμα εκείνων των ημερών στα “Χανιώτικα νέα”, αναδημοσιεύουμε σήμερα με αφορμή τις εκδηλώσεις μνήμης.

Σύντομη ιστορία του Καλλικράτη
Το χωριό Καλλικράτης Σφακίων βρίσκεται σε υψόμετρο 750 μ. Απέχει από τα Χανιά περίπου 70 χιλιόμετρα και ο δρόμος περνά μέσω Ασφέντου.
Άλλη πρόσβαση υπάρχει μέσω Ασή Γωνιάς. Σήμερα ο δρόμος είναι άσφαλτος και από τις δύο προσβάσεις και η μετάβαση είναι εύκολη.
Κείται σε μικρό οροπέδιο και αποτελείται από 4 οικισμούς: (Πάνω Ρούγα, Πιπιλίδα, Αιόδος και Κάτω Ρούγα).
Το χειμώνα σκεπάζεται από χιόνι και οι κάτοικοι κατεβαίνουν στον Πατσιανό, Καψοδάσος κ.λπ. για να παραχειμάσουν.
Παράγει κυρίως κτηνοτροφικά προϊόντα, μέλι, κρασί , αχλάδια κ.λπ.
Οι Σφακιανοί γενικά φημίζονται σαν οι πιο ψηλοί και πιο ωραίοι άνδρες της Κρήτης.
Ύστερα από τη μάχη του Φραγκοκάστελλου, το Μάη του 1828, ο Σήφης Καυκαλάκης παρουσιάστηκε στον Καποδί- στρια, ο οποίος θαύμασε τον πελώριο και αρρενωπό άνδρα και τον ρώτησε, αν οι άνδρες της Κρήτης είναι όλοι τέτοιοι.
Στον Καλλικράτη δεν κατοίκησαν ποτέ Τούρκοι. Την επανάσταση του 1770 οι Τούρκοι κατέλαβαν τον Καλλικράτη στις 26 Απριλίου και τον κατέστρεψαν.
Το 1821 στις 5 Ιουλίου τον κατέλαβαν πάλι οι Τούρκοι.
Ενώ στις 21 Ιουλίου του ίδιου έτους 1.000 Τούρκοι, με αρχηγό τον Ομέρ Γερλή, πήγαιναν από τον Καλλικράτη στο Ασκύφου.
Στο μικρό οροπέδιο Άμπελος τους περικύκλωσαν 300 επαναστάτες και ύστερα από 2ήμερη μάχη τους εξολόθρευσαν όλους, εκτός 54, που τους έπιασαν αιχμαλώτους.
Κι ο λαϊκός τραγουδιστής, δεν μπορούσε να αφήσει απαρατήρητο το γεγονός και με τρόπο απλό και σκοπτικό , αλλά καυστικό συγχρόνως, το αποθανάτισε:

Στην Άμπελο ο Γερλή Αγάς
Έκατσε τυροκόμος,
Μα εχάλασέ ντου το τυρί
Και βρώμισεν ο κόσμος…

Και πάλι το 1867 ο Ρεσίτ πασάς κατέλαβε τον Καλλικράτη ύστερα από σκληρές μάχες κι έσφαξε όσους βρήκε στο χωριό.
Στη θέση Ξυνό νερό υπάρχει ιαματική πηγή. Υπάρχει επίσης παλαιότατη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με πολλές λαϊκές παραδόσεις.
Δυτικά της Εκκλησίας βρίσκεται πηγάδι με το αθάνατο νερό και το ρυάκι κληματόρεμα που ακούεται υποχθόνια βοή.
Σήμερα στο μνημείο των εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς, αναγράφονται τα ονόματα 19 ανδρών και 8 γυναικών.
Κατά τις μαρτυρίες των κατοίκων οι γυναίκες ήσαν 9 και πιθανόν η ένατη να είναι μια Βλαχάκη από την Ασή Γωνιά, που την είχε φέρει κάποιος Χαιρέτης στον Καλλικράτη και τη σκοτώσανε.
Επίσης μαρτυρίες αναφέρουν ότι συνολικά οι εκτελεσθέντες ήσαν 23 άνδρες και όχι 19 που αναγράφονται στο μνημείο.

Μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα των Γερμανών

1. Ο Γαλανάκης Ευστάθιος – Δάσκαλος από το Ροδάκινο διηγείται:
Μετά τα γεγονότα της Βιάννου το Σεπτέμβριο του 1943, οι Γερμανοί βαδίζοντας Δυτικά έκαναν εκκαθαρίσεις. Πέρασαν τα χωριά Αλώνες, Ρουμπάδο, Αρολίθι, κι έφτασαν στην Καλή Συκιά.
Στη θέση Τζιλίβδικας έγινε μια επίθεση εναντίον των Γερμανών από τις ομάδες των Μπαντουβά, Κατσιά κ.α., στην οποία έδρασε και ένας Μανουσέλης (Γιατίπης).
Αρχηγός των Γερμανών ήταν ο Σούμπερτ.

2. Ο Μανουσέλης Νικήτας – Καφετζής διηγείται.
Του Μπαντουβά η ομάδα ήθελε να πάει στη Μέση Ανατολή από ένα λιμανάκι κοντά στου Πρέβελη με Αγγλικό υποβρύχιο.
Αντί να πάει το Αγγλικό, από προδοσία, πήγε Γερμανικό. Δεν ήξεραν όμως τα συνθήματα κι υποψιάστηκαν οι αντάρτες και γύρισαν πίσω.
Αλλά είχαν κυκλωθεί από τους Γερμανούς από τη χερσαία περιοχή.
Δώσανε μάχη στον Τζιλίβδικα, κοντά στην Καλή Συκιά. Εκεί έδρασε ο Μανουσέλης Νικόλαος (Γιατίπης). Μετά οι Γερμανοί, πιάσανε τσοι Σελια- νούς και τους βάζανε στους φούρνους για να ομολογήσουνε ποιοι πήραν μέρος στη μάχη.
Εμολοήσανε το Γιατίπη, από τον Καλλικράτη. Αυθημερόν εβγήκαν στον Καλλικράτη περίπου 2.000 Γερμανοί.
Την πρώτη μέρα που ήρθανε δεν είχαμε ενημερωθεί, για τα γεγονότα της Καλής Συκιάς.
Ήρθανε οι Γερμανοί, με μουλάρια φορτωμένα πυρομαχικά και φεύγανε οι χωριανοί να κρυφτούν. Στήσανε τα πολυβόλα τους, στους Δρυγιάδες απέναντι και παίζανε.
Πιάσανε το χωριό, όπου βρήκανε μόνο μικρά παιδιά. Εγώ φοβήθηκα, και πήγα στη στέρνα, εκεί σμίγω ένα Χαιρετάκη.
Απής (άμα) εβράδιασε πήγαμε σ’ ένα σπηλιάρι κι εκεί κοιμηθήκαμε νηστικοί.
Απής εξημέρωσε, πήγαμε σ’ ένα χάλαρο να ξανοίγουμε τσοι Γερμανούς κι εκεί σμίξαμε τους χωριανούς μα δεν εκατεβαίνανε στο χωριό, γιατί φοβούνταν.
Εσείς, μας λένε, πηγαίνετε στο χωριό, δε σας πειράζουν.
‘Εξω από το χωριό, ο άλλος φοβήθηκε και τόβαλε στα πόδια, μια στιγμή γυρίζω και βλέπω οι Γερμανοί να μας ξαμώνουνε.
Μας επαίζανε και οι μπάλες περνούσαν ανάμεσα από τα πόδια μας.
Γυρίζουμε σ’ ένα σελάκι και δεν μας βρίσκανε, εκεί μπήκαμε σε μια ασφενταμέ μέσα.
Σε 5” φτάνουνε δυό Γερμανοί κι εσταθήκανε σε απόσταση 20 μέτρα και κάμανε ηλιοκάλυβο (το χέρι πάνω από το μέτωπο) και ξανοίγανε να μας σκοτώσουνε.
Απής εφύγανε, μπήκαμε πάλι στο δάσος του Φτερέ, εξαντλημένοι από την πείνα.
Εξεπέσαμε σε μια σπηλιά, που ήσαν 30 χωριανοί κι ένας πρώτος μου ξάδερφος, που σκοτώθηκε μετά στο κλεφτοπέραμα, Μανουσέλης Μανούσος.
Είχανε μια κοματέ αίγες και βράζανε σ’ ένα γαζοντενεκέ.
Μου βάλανε σ’ ένα κουτί από γάλα ζουμί κι ένα κομμάτι κρέας, λέω πως θάταν το νοστιμότερο της ζωής μου.
Κατά τις 7 η ώρα ο πατέρας μου παρουσιάζεται και τωνέ βάνει μια φασαρία: «Επαέ θα σας βρούνε οι Γερμανοί και θα σας σκοτώσουνε, να κατεβείτε όλοι στο χωριό».
Ο μόνος απ’ αντέδρασε ήταν ο Μανούσος κι ακολούθησαν οι άλλοι.
Σαν δε θέλανε, πήρε εμένα και ήρθαμε στο χωριό. Εγώ μόλις μπήκα στο σπίτι έφαγα και κοιμήθηκα. Κατά τις 5 πριν ξημερώσει, με τάνυξε από τα μαλλιά να πάμε στα οζά.
Στα τελευταία σπίτια, ένας Γερμανός με όλη την εξάρτηση μας σταμάτησε.
Όλο το χωριό ήταν τυλιγμένο ανά 5 μέτρα κι ένας Γερμανός.
Μας παίρνει και μας φέρνει στου Τσι- βολέ το σπίτι, όπου σ’ ένα τραπεζάκι καθόταν ένας Γερμανός με γυαλάκια, θάταν φαίνεται αξιωματικός και μιλούσε Ελληνικά.
Λέει στον πατέρα μου, εσύ θα καθίσεις εδώ και το πίκουλο θα πάει στα οζά να τα ποτίσει.
Κόβει και μου δίδει ένα σημείωμα και το πάω στους σκοπούς, τόδειξα και μ’ αφήκαν και πέρασα.
Μετά όσοι ή σαν μέσα στον κλειό, τους συγκέντρωσαν στην εκκλησία.
Μερικές γυναίκες που πιάσανε, δεν είχαν σκοπό να τις σκοτώσουνε.
Γι αυτό χωρίσανε τους άνδρες και τους λένε, όσοι παραδόσετε τα όπλα θα σας αφήσουμε ελεύθερους. Ο πατέρας μου, θεώρησε καλό να πει πως είχε ένα όπλο και να του δώσουν ένα στρατιώτη να πάει να το φέρει.
Μόλις βγήκε έξω από το χωριό, άρχισε να παλεύει το στρατιώτη, που φαίνεται πως ήταν Έλληνας, γιατί μιλούσε καθαρά Ελληνικά: «κερατόγερε θα σου δείξω εγώ…» και κατάφερε ο πατέρας μου και τον σκότωσε.
Πήραν τους υπόλοιπους και πήγαν να βρούν κατάλληλο μέρος να τους εκτελέσουν.
Στο δρόμο, εκεί που θεωρήσανε κατάλληλο το μέρος, εκτελέσανε ένα τον Πολάκη Παύλο, πήρε τη σφαίρα στο λαιμό, πηδούσε σαν τον κόκορα και πετούσε αφρούς το αίμα από το λάρυγγα.
Ένας μου πρώτος θείος, του πατέρα μου αδερφός, ο Σήφης, απής είδε το αποτρόπαιο θέαμα, θεώρησε καλό να φύγει, για να μην τους βλέπει μπροστά του να του ξαμώνουν κατά την εκτέλεση.
Μπήκε λοιπόν σ’ ένα ρυάκι, δεν τον είδαν, δεν ήθελαν να τον σκοτώσουν, πάντως γλύτωσε.
Τσοι δε άλλους τσοι πήγανε σ’ ένα κατάλυμα (ερειπωμένο σπίτι) και τους εκτελέσανε.
Πήγα στο κατάλυμα, αν και μικρό παιδί τότε, και τους είδα τον ένα πάνω στον άλλο.
Στη συνέχεια πιάσανε τα σπίτια και τα καίγανε.
Εκηρύξανε το χωριό «νεκρή ζώνη» και δεν μπορούσε κανείς να κυκλοφορήσει για 3 μήνες τουχάχιστον, μερικοί αναφέρουν ως το Μάϊο του 1944. Όποιον έπιαναν τον σκοτώνανε.
Τελευταίο ίσως θύμα της επιχείρησης των Γερμανών στον Καλλικράτη υπήρξε ο Χιωτάκης Στυλιανός του Νικολάου, που σκοτώθηκε τον Απρίλιο του 44, από απόσπασμα Γερμανών κοντά στο Ασφένδου, επειδή κρατούσε όπλο.
Μαζί του κάποιος Βουγιούκαλος , που κρατούσε περίστροφο, πρόλαβε και το έκρυψε και γλύτωσε. Ας ευχηθούμε να μην ξανάρθουνε τέτοιες ημέρες στον τόπο μας.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες