Δευτέρα, 10 Μαΐου, 2021

Η Πρωτοχρονιά του Πετράκη

 

Ένα χρόνο ολάκερο μάζευε όνειρα κι έπλαθε σχέδια στο μυαλό του για να τα κάνει πράξη ετούτη την ημέρα. Ετούτη την αυγή. Μόλις ξημερώσει. Έκπληξη για τη μάνα του από το στερνοβύζι της, το επτάχρονο Πετράκη.

Eίχε καταφέρει να μάθει τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα με την χαρακτηριστική ντοπιολαλιά του νησιού της Σαπφώς και ιδιαίτερα του χωριού τους, τα Τελώνια.
Τα έλεγε μπερδεμένα, μα στο τέλος, με τη βοήθεια και τα γέλια των πιο μεγάλων τεσσάρων αδερφών του τα ξεμπέρδεψε. Και να δεις, τα κατάφερε. Έκανε και πρόβες. Με ένα τρίγωνο στο χέρι.
Το τρίγωνο όμως του το πήρανε οι μεγάλοι. Βλέπεις, ο Πετράκης ήταν όπως λέμε, της σφαλιάρας. Δεν είχε προσωπικότητα. Δεν είχε γνώμη, και δεν του δίνανε σημασία. Για πείσμα τους όμως κι αυτός, ένα μεσημέρι, παρακάλεσε το θείο Δημητρό, τον καφετζή, που ήτανε κάτω απ’ το σπίτι τους, και τον πήγε στον Πηνέλη, τον σιδερά και του έφτιαξε ένα ολοκαίνουργιο τρίγωνο. Κι ο σιδεράς, να δεις, δεν ήθελε λεφτά από ένα τέτοιο λιλιπούτειο πελάτη.
Μα ο Πετράκης φοβότανε.
―Θείε Δημητρό, είπε εμπιστευτικά στον καφετζή, θα μου το πάρουν πάλι οι μεγάλοι. Κι εγώ θέλω να πω με τούτο τα κάλαντα στην μαμά μου.
―Μη σε νοιάζει Πετράκη. Θα το φυλάξω εδώ και θα έρθεις την Πρωτοχρονιά μόλις ξυπνήσεις και σε ντύσει η μητέρα σου, θα έρθεις, λέω, που είσαι γουρλής, έχεις και μάνα και πατέρα, να μου κάνεις ποδαρικό. Κατάλαβες;
―Κατάλαβα θείε Δημητρό. Θα κατέβω. Θα το πω στη μαμά μου και θα με αφήσει να κατέβω.
―Α μπράβο.

Τρεις βδομάδες ήτανε φευγάτος ο κυρ Γιώργης στην Αθήνα. Ο Παύλος ο γιατρός, ο ίδιος, τον είχε πάει, με το μοναδικό αυτοκίνητο τότε στα Τελώνια, μέχρι το καράβι, 65 χιλιόμετρα μακριά και σε λίγες μέρες, λέει, θα γύριζε. Μα περάσανε μέρες πολλές. Κι ο Πετράκης περιμένει τα δώρα του.
Για δουλειές είχε πάει. Δικές του κι αλλωνών δουλειές. Θα γύρναγε, λέει, τα Χριστούγεννα. Με όλες τις παραγγελιές στις αποσκευές του. Δεν ήτανε παραγγελιοδόχος μηδέ και εμπορευόμενος. Φιλότιμος και καλοσυνάτος άθρωπος ήτανε. Κάθε που πήγαινε να δει τα αδέρφια του, ή και σε γιατρούς ακόμα, οι χωριανοί τρέχανε, ο καθένας και μια εξυπηρέτηση να ζητήσει από τον κυρ Γιώργη τον πατέρα του Πετράκη.
«Μην είσαι τόσο καλός και σε εκμεταλλεύονται» του γκρίνιαζε η γυναίκα του μα αυτός δεν του ήτανε μπορετό να αλλάξει. Μερικές φορές είχε πληρώσει κι από την τσέπη του, αλλά είπαμε. Το κουσούρι, κάτω απ’ την ψυχή είναι. Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το κουσούρι.
Ο Πετράκης, μια αληθινή μπάλα του είχε ζητήσει κι όχι σαν τις πάνινες που του έφτιαχνε η μάνα του με κουρέλια. Και μια σοκολάτα, που δυσεύρετες ήτανε στο μικρό χωριουδάκι όπου μένανε.

Μα περνούσανε οι μέρες και αργούσε να γυρίσει. Κι είδηση, καμιά. Τηλέφωνα ανύπαρκτα τότε, μόνο κανένα τηλεγράφημα μπορούσε να στείλει μα, τίποτα.
Αρχίσανε να ανησυχούν μάνα και παιδιά, ακουγότανε κι από καλοθελητές πληροφορίες άσχημες, να σκάσουν από την αγωνία.
Κι ο Πετράκης περιμένει. Τα δώρα, μα πιο πολύ τον πατέρα του.
Περάσανε τα Χριστούγεννα, τίποτα. Μάθανε πως είχε αρρωστήσει και πήγε στο νοσοκομείο. Τίποτα άλλο.
Κι οι μέρες, οι ώρες, φορτωμένες αγωνία περνούσανε.

Δυο μέρες από τον παλιό χρόνο απομείνανε, χωρίς άλλη είδηση.
Ο καιρός είχε φτιάξει, χιόνια δεν είχε εφέτος, μηδέ βροχές και παγωνιές πολλές.
Μέρες που θυμίζανε Άνοιξη ήρθανε να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο.
Ροδόχρωμη και μαυλιστηκή ξετυλιγότανε, στεφάνωνε τον Όρδυμνο με το μοναστήρι το «Υψηλό» του Αϊ Γιάννη στην κορυφή, απλωνότανε, ειρηνικός καταχτητής, μπογιάντιζε την περήφανη κορφή του ανημέρωτου Βατουσιανού Κουρατσώνα με τα καματερά πρόβατα αποκουρασμένα να ετοιμάζονται μετά της νύχτας το μηρυκασμό για καινούργιο σβάρνισμα στις κακοτράχαλες οροπλαγιές και κατρακυλούσε ελπιδοφόρα η καινούργια ετούτη μέρα. Φώτιζε το φιδωτό δρόμο, αγκάλιαζε τα σκαρφαλωμένα στις πλαγιές Τελώνια και κατηφόριζε λίγο κόμα για να σταματήσει εκεί στην εκκλησιά της Αγίας Κυριακής που καλοδέχεται τους οδοιπόρους της ζωής.
Μεγάλη κι ατέλειωτη φάνταζε η χειμωνιάτικη ετούτη μέρα για τη μάνα με τα πέντε παιδιά της που προσμένανε με αγωνία τον ερχομό του.

Και ο Πετράκης περιμένει, λαχταρά και κάνει το σταυρό του στα εικονίσματα να γυρίσει ο πατέρας του. Δεν σκέφτεται τα δώρα. Τον πατέρα του μονάχα σκέφτεται. Και κλαίει.
Παραμονή Πρωτορονιάς σήμερα, ήρθε το φορτηγό που έκανε την συγκοινωνία, λεωφορεία δεν υπήρχανε στο νησί, κι ως ξεφορτώνανε σακιά κοφίνια βαλίτσες μα και πιθάρια άδεια για κρασί ή λάδι, νάσου κι ο κυρ Γιώργης.
Τρέξανε παιδιά και γυναίκα, ριχτήκανε στην αγκαλιά του τον γιομίσανε φιλιά κι όλο ρωτάγανε πώς τα πέρασε και γιατί άργησε.
―Μαθεύτηκε, πως πήγες στο νοσοκομείο. Αλήθεια είναι, ρώτησε η κυρά Γιώργενα.
―Δυνατό πόνο στα νεφρά είχα, αφόρητο, και πήγα στον Ευαγγελισμό, πέτρα μικρή ήτανε που τη δεύτερη μέρα με πολύ δυνατό πόνο, βγήκε μαζί με αίματα στην λεκάνη όταν πήγα και χρειάστηκε μικρή θεραπεία. Τώρα είμαι τελείως καλά, θα κάνουμε όλοι μαζί Πρωτοχρονιά.

Μόλις ξύπνησε, ο Πετράκης, τρεχάλα στο καφενείο από κάτω με ένα πλατύ χαμόγελο και ένα ρόδι στο χέρι.
―Καλή Χρονιά, θείε Δημητρό…
Μαζί με ευχές και το τρίγωνο, ο κυρ Δημητρός του έδωσε και μελομακάρονα να είναι γλυκός ο καινούργιος χρόνος.
Και νάτος τώρα, χαρούμενος, με το τρίγωνο στο χέρι και τα μελομακάρονα, λέει τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα στην Τελωνιάτικη ντοπιολαλιά, στη μητέρα και στον πατέρα του.
Καλημέρα τσι τ’ Αγιού Βασλιού
γεια σ’ χαρά σ’ γα Βασίλ’
καλουσύν’ μαλουσύν’
ούλου μάλαμα τς ασήμ’.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες