Όταν ανέλαβα τo 1997 να γράψω τα λήµµατα για το έργο της αγαπητής φίλης Ασπασίας Παπαδοπεράκη και του αδελφού της Θωµά για το τετράτοµο Λεξικό των Ελλήνων Καλλιτεχνών (εκδ. οίκου Μέλισσα), κυριεύτηκα από θαυµασµό. Ως ιστορικός της τέχνης, ειδικευµένης στην Ιταλική αναγεννησιακή γλυπτική, αναγνώρισα αµέσως την ενότητα ύφους που χαρακτηρίζει το έργο της Ασπασίας, και το ελληνικό πνεύµα που το διαπνέει. Έκρινα ότι ήταν ικανό να συµβάλλει (µέσα από το πρίσµα της τέχνης), στην εθνική αυτογνωσία, όπως σήµερα αναγνωρίζεται από την κριτική.
Το λαµπρό αυτό και σπάνιο γνώρισµα καλλιτεχνικού έργου στις µέρες µας, είχα επισηµάνει το 1997 στο λήµµα που συνέθεσα για την Παπαδοπεράκη στο Λεξικό της Μέλισσας (τόµ. Γ΄, 418-420).
Γνώριζα πράγµατι, χάρη στη στενή και εγκάρδια σχέση µας, που διήρκεσε ως τον θάνατό της, ότι στόχος της ήταν η τέχνη της να αντλεί νάµατα από τον ελληνικό πολιτισµό και την ελληνική φύση. Αυτό πράγµατι διασφάλισε την διαχρονική αξία του έργου της, και το κατέστησε µέρος της πολιτιστικής κληρονοµιάς του τόπου µας, ιδιαίτερα της Κρήτης. Η δυναµική και ακατάβλητη σφακιανή ιδιοσυγκρασία της, για την οποία ήταν περήφανη, δεν θα της επέτρεπε, εξάλλου, χαµηλότερα µέτρα. Κυρίευε κάθε ιδέα-αφετηρία έργου ως το ακρότατο σηµείο της.
Αυτό έγινε και µε τα προπλάσµατα για το ορειχάλκινο άγαλµα της Μαρίας Κάλλας (Πλατεία Μαδρίτης, Αθήνα, 1981-83), για τα οποία δούλευε, κατά δική της οµολογία, επί δύο χρόνια αποκλειστικά και αδιάκοπα. Τότε την είχα επισκεφθεί στο σπίτι της στα Εξάρχεια, και συνεπαρµένη καθώς ήµουν κοιτώντας τα προσχέδια της µορφής της Κάλλας, την άκουσα να µου λέει ότι όταν έφτιαχνε το γύψινο πρόπλασµα της µεγάλης αοιδού, «την αισθανώταν και την άκουγε να της µιλά στη καρδιά της!».
∆ιέθετε αναµφίβολα την καθαρή και διεισδυτική όραση, την πνευµατική εγρήγορση, αλλά και τη µελέτη των πηγών που χρειάζονταν για να ενδοσκοπήσει όλες εκείνες τις ισχυρές προσωπικότητες (Καζαντζάκης, Θεοτοκόπουλος, Κορνάρος, Καβάφης, Τ. Κανελλόπουλος, Θεοδωράκης κ.ά.) των οποίων φιλοτέχνησε τα πορτραίτα σε σχέδιο, σε προτοµές από κάποιο υλικό, ή σε µετάλλια. Κάτω από το διεισδυτικό βλέµµα της, το εκλεκτό αυτό είδος της ευρωπαϊκής τέχνης — η προσωπογραφία και η προτοµή —, γνώρισε την πνευµατικότερη έκφρασή του. Φτάνει να εστιάσει κανείς στο πορτραίτο του Καβάφη (αντίγραφο του οποίου µου είχε χαρίσει), για να το διαπιστώσει.
Οι ολόσωµες µορφές της διακρίνονται από τη γεωµετρικότητα της φόρµας που παραπέµπει στον κυβισµό, όµως δεν είναι άθροισµα από κατατοµές, αλλά η αναζήτηση του παλµού της ζωής και της βαθιάς ρίζας του ελληνισµού, σύµφωνα µε την άποψη της ίδιας, που ήθελε οι ανθρώπινες µορφές της να συνηχούν και να εναρµονίζονται µε τις τεκτονικές δοµές του ελληνικού τοπίου. Η ελληνική φύση, κυρίως τα νησιά του Αιγαίου, µε την λιτή αρχιτεκτονική και το «γειτόνεµα του γλαυκού» (Ελύτης) αποτελούν µία από τις κυριότερες εµπνεύσεις της, όπως φανερώνουν οι µορφές ανδρών και γυναικών στα ∆εκατέσσερα Αιγιοπελαγίτικα Θεατρικά Συµβάντα (σχέδια που άρχισαν το 1979), ενώ µια άλλη πηγή του έργου της είναι η αρχαϊκή γλυπτική, τη συµµετρία και τις αναλογίες της οποίας µελέτησε µε εµβρίθεια.
Το µέτρο και η τάξη που οδηγούσαν τη σµίλη του αρχαϊκού γλύπτη — αυτή η καθαρά ελληνική αρετή κατά το λόγο του Rodin—, αποτελούν το βασικό άξονα της δηµιουργίας της. Έργα της όπως, Τρία άλογα (1974, ορείχαλκος, Συλλογή Rothschild, Παρίσι και ελληνικές ιδιωτικές συλλογές), και Τρεις Άγγελοι (1979, πωρόλιθος, Ηράκλειο), είναι βασισµένα στην έννοια της συµµετρίας, βασικό γνώρισµα του ελληνικού στοχασµού — τόσο του καλλιτεχνικού όσο και του φιλοσοφικού — και λειτουργούν ως σύµβολα µε αρχαίες καταβολές. Έργα της ωριµότητα της είναι οι περίφηµες τεκτονικές γυναικείες µορφές, στις οποίες ξεχωρίζουν οι Τέσσερις γυναίκες σε συζήτηση στο Πόρτο Χέλι (1984, πωρόλιθος) η µορφή της Κάλλας, και οι Γυναίκες της Αντίστασης στη Κρήτη.
Το πρώτο έργο αισθητοποιεί µια θεωρία αναλογιών, και εκφράζει διαµέσου της κυβιστικής αφαίρεσης, τη σχέση των µορφών µε την ελληνική φύση και αρχιτεκτονική. Το ίδιο συµβαίνει και µε την κιονωτή µορφή της Κάλλας, στην οποία οι µετρήσεις δεν επινοήθηκαν για να επιβάλουν ένα µοντέλο αναλογιών στην αναπαράσταση του ανθρωπίνου σώµατος (όπως στην αρχαϊκή γλυπτική), αλλά για συµβάλλουν στη δηµιουργία µιας τεκτονικής µορφής εναρµονισµένης µε τον υπαίθριο χώρο, και ικανής να αποδώσει τον δυναµικό χαρακτήρα της µεγάλης αοιδού. Η κλειστή τεκτονική φόρµα είναι το χαρακτηριστικό γνώρισµα και των Γυναικών της Αντίστασης (1985-86) από τη µακέτα των 22 γυναικών που εκτελέστηκαν από τους Ναζί στο χωριό Σκούρβουλα, του ∆ήµου Φαιστού Ηρακλείου. Τρεις από τις µορφές αυτές σε ορείχαλκο και σε πωρόλιθο δεσπόζουν στα χωριά Σκούρβουλα, Μαγαρικάρι και Κρουσώνας Ηρακλείου για να θυµίζουν τον ηρωισµό της Κρητικιάς που πολέµησε τον βάρβαρο εισβολέα και θυσιάστηκε για την ελευθερία. Στον Κρουσώνα, το µνηµείο της Αντίστασης φτάνει τα 3,20 µ.!
Η Παπαδοπεράκη δηµιούργησε επίσης σκηνικά, µάσκες και κοστούµια για το θέατρο, όπως τα θαυµάσια σκηνικά της για τον Ερωτόκριτο του Κορνάρου. Συνάµα υπήρξε πολυγραφότατη. ∆ηµοσίευσε αρκετές µελέτες για το έργο της και τη σύγχρονη ελληνική γλυπτική, καθώς και για τις αναλογίες και τα µέτρα στην αρχαία αιγυπτιακή και ελληνική γλυπτική, και αξιέπαινη είναι η µελέτη της για τον «Θησαυρό των Σιφνίων» στους ∆ελφούς (περιοδ. Αρχαιολογία, 15, 1985). Εξέδωσε επίσης βιβλία µε σχέδια και µελέτες για έργα που φιλοτέχνησε, όπως Η Μορφή του Κ. Π. Καβάφη (Εκδόσεις Μάκεδος 1987), Σχέδια και Μελέτες για 21 γλυπτά της περιόδου 1967-1999 (ιδιωτική έκδοση, 1999), Μελετώντας τον Θεοτοκόπουλο (Εκδόσεις Μουσείου Μπενάκη 2002), Εικαστική Θεώρηση της Μορφής του Θεοτοκόπουλου (Ηράκλειο: Εκδόσεις Βικελαίας ∆ηµοτικής Βιβλιοθήκης, 2005), Περί Γλυπτικής (Εκδόσεις «Φοίνικα» 2011), Γιαννούλης Χαλεπάς: Προσωπικές Σχέσεις και Μελέτη στο έργο του (Εκδόσεις «Φοίνικα» 2019), Στην ποιητική των γραµµών (Τριλογία): Η Αιγαιοπελαγίτικη Λαϊκή Αρχιτεκτονική / Aegean Folk Architecture (Εκδόσεις Ευρυδίκη 2023), Η ∆ιαδροµή της Μοντέρνας Τέχνης: στο ιστορικό της πλαίσιο / The path of Modern Art: in its historical context (Εκδόσεις Ευρυδίκη 2024), Για τη Χρυσή Τοµή / On the golden mean (Εκδόσεις Ευρυδίκη 2024).
Και δεν δίστασε να ασχοληθεί και µε το έργο ποιητών (βλ. Ο Επικούρειος ποιητής Κ. Π. Καβάφης, Εκδόσεις Σήµα 2007 και 2009), αλλά και µε λογίους της βενετοκρατούµενης Κρήτης όπως µαρτυρούν οι εκδόσεις, Ο Λουκρήτιος στον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου και η εποχή στην ποίησή του (Εκδόσεις Κοροντζή 2015), Θεοτοκόπουλος – Κορνάρος – Χορτάτσης (Ηράκλειο: Εκδόσεις Βικελαίας ∆ηµοτικής Βιβλιοθήκης 2017). Πολλές οι διακρίσεις που έλαβε µε κορυφαία την βράβευση της Ακαδηµίας Αθηνών (2009) για το σύνολο του έργου της. Ας είναι αιώνια στις καρδιές µας η µνήµη της! Aξιοποίησε στο έπακρο το τάλαντο που της έδωσε ο Θεός, και άφησε έργο που εµπλουτίζει τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισµό, και προβάλει φώτα πορείας για σύγχρονους και µελλοντικούς καλλιτέχνες σε ιδεώδη ευγενή και ακατάλυτα.
*Η Χρύσα ∆αµιανάκη είναι Ιστορικός Ευρωπαϊκής Τέχνης και Πολιτισµού στο Πανεπιστήµιο του Σαλέντο (Ιταλίας)


