ΤΑ ΒΡΑ∆ΙΑ του Οκτώβρη, στις δέκα, µετά από ένα φορτωµένο από παιχνίδι ή διαβάσµατα απόγιοµα και το λιτό µας δείπνο, βαριεστηµένοι από την κούραση, λέγαµε «εν φωναίς», όχι όµως και «εν οργάνοις», τη βραδινή προσευχή µας στον Άγιο ∆ηµήτριο: τον πολιούχο και προστάτη της πόλης και ηµών των παιδιών:
• «Μέγαν εύρατον εν τοις κινδύνοις, σε υπέρµαχον η οικουµένη…”»
…ΗΜΑΣΤΑΝ τα παιδιά της οµώνυµης Παιδόπολης που βρισκόταν στην αρχή της παλιάς οδού 26ης Οκτωβρίου -παράλληλης της Λαγκαδά- που οδηγούσε στον Παλιό Σιδηροδροµικό Σταθµό. Γύρω µας πετρωτοί δρόµοι (καλντερίµια), παλιά σπίτια µε ξεχαρβαλωµένες στέγες, ξενοδοχεία-πορνεία, µπόχα από υπαίθρια ουρητήρια, ταπεινά καφενεία µε χαρτοπαίκτες και καπνό ντουµάνι από τσιγάρα και ναργιλέδες.
Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ γιόρταζε το τριήµερό της (26-28 Οκτωβρίου). Ετοιµαζόµασταν για τον επίσηµο εκκλησιασµό και την παρέλαση, µε ξ ε χ ω ρ ι σ τ ή τη δική µας παρουσία! Αισθανόµασταν µια περίεργη ζεστασιά στη µεγάλη αγκαλιά της πόλης που χωρούσε κάθε είδους πρόσφυγες (ανταρτόπληκτους, Θρακιώτες, Μικρασιάτες ή Πόντιους). Συνέρρεαν σωρηδόν στην περιβαρδάρεια περιοχή τα Σαββατοκύριακα και τις µέρες σχόλης. Περισσότερο δε στο Μεγάλο τριήµερο Εορταστικό Πανηγύρι, µε την ευκαιρία των εορτασµών του Αγίου, της απελευθέρωσης της πόλης από τους Τούρκους και της 28ης Οκτωβρίου. Η µεγάλη σηµαιοστολισµένη χωµάτινη πλατεία µε το νικηφόρο στρατηλάτη Κωνσταντίνο έφιππο, στητό στο κέντρο της, γέµιζε. Πολλοί “επισκέπτες” χώνονταν στους γύρω κινηµατογράφους και στα µαγαζιά, ή πήγαιναν στα περίφηµα “λαδάδικα” λίγο πιο κάτω. Ο Θερµαϊκός ήρεµος στο βάθος, συµβιβασµένος µε τον ήπιο καιρό, συµµετέχει στο ”Αη-∆ηµητράκη, µικρό καλοκαιράκι”
…ΣΤΟΥΣ περιβαρδάρειους κινηµατογράφους Αττικόν, Πάνθεον, Ίλιον κ.λπ., απολάµβανε κανείς, µε ένα 5δραχµο δακρυφόρες κοινωνικές ελληνικές ταινίες, ή ξένες φανταχτερές ιστορίες· υπήρχαν οι χολιγουντιανές καουµπόϊκες κι οι θρησκευτικές ή ιπποτικές περιπέτειες του “αµερικάνικου ονείρου”. Μάλιστα, σε Σινεµασκόπ προβολή, µε την τεράστια ηµικυκλική οθόνη! Οι θεοσκότεινες κινηµατογραφικές αίθουσες, όλες β΄ προβολής, εντυπωσίαζαν φοβερά τους νεοεισερχόµενους. Εκείνες οι ταινίες µεγάλωσαν γενιές και γενιές -και τις δικές µας. Στους λαϊκούς αυτούς “ναούς του θεάµατος” που γέµιζαν από τις 10 το πρωί (!), εύρισκες χαρακτηριστικούς τύπους να πουλούν σάντουιτς µε µουστάρδα, τσιγάρα ανά µονάδα, ψευτολεµονάδες ή πορτοκαλάδες σε µικρά πλαστικά µπουκάλια, αλλά και τον περίφηµο πωλητή ξηρών καρπών, τον “Τσάκα-Τσούκα!” Οι περισσότεροι κινηµατογραφόφιλοι ήταν ρακένδυτοι, ετερόκλητοι, µε περίεργες “λαλιές”: έρχονταν µε το φαγητό τους -ξηρά τροφή- σε µια µαντίλα και τα τσιγάρα. Οι ταινίες ήταν πρόφαση για αλλαγή περιβάλλοντος, για ξεκούραση και σεξουαλική…εκτόνωση. Έτσι, στη διάρκεια της προβολής ήταν πιο εκδηλωτικοί µε τη ροή της ταινίας (“Γράµµατα, χασάπη!) Αν υπήρχαν και σκηνές “ακατάλληλες”, γινόταν ο χαµός!
ΗΤΑΝ κινηµατογράφοι που έτσι κι αλλιώς συνδέθηκαν µε την καθηµερινότητα της “φτωχοµάνας” Θεσσαλονίκης· σήµερα αποτελούν πικρή ανάµνηση-ένα κοµµάτι της ιστορίας της. Ναί! Η φτώχεια ήταν πρωτοφανής: τα γύρω χωριά ήταν ερηµωµένα, κατεστραµµένα από τον ανταρτοπόλεµο. Η αστυφιλία που ευνοούσαν οι συνθήκες και ανεχόταν οι τότε δεξιές ελληνικές κυβερνήσεις, άρχιζε να αναπτύσσεται απρογραµµάτιστα και κακόγουστα (πρώτες πολυκατοικίες). Η ζωή προχωρούσε και ήθελε την ανανέωσή της, αλλά εµείς δεν την φανταζόµασταν ποτέ τόσο άναρχη.
ΑΚΟΜΗ θυµάµαι τα µεγαλύτερα από µας παιδιά στην παοδόπολη, που µας έλεγαν πως σ’ αυτό το τεράστιο διώροφο στρατιωτικό κτήριο που µας φιλοξενούσε, την 26 Οκτωβρίου του 1912 υπεγράφη το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης από τους Τούρκους στους Έλληνες! Μας έλεγαν επίσης ότι η γιορτή του Αγίου ∆ηµητρίου ήταν παραδοσιακή για τους γεωργούς και τις οκτωβριανές εργασίες τους: τα οργώµατα τέλειωναν, οι βοσκοί άφηναν τα θερινά βοσκοτόπια κι έφερναν τα κοπάδια στα χειµαδιά. Ήταν ο µήνας που δοκιµάζονταν τα νέα κρασιά, επειδή όπως έλεγαν, στη γιορτή του Αγίου γινόταν η ζύµωση. Μετά το µικρό καλοκαίρι του Αγίου, έµπαινε δριµύς ο µακεδονικός χειµώνας, µε το τσουχτερό κρύο του Βαρδάρη και τα πρώτα χιόνια στις κορυφές του Χορτιάτη…
Ο,ΤΙ µάθαµε εκείνα τα χρόνια ήταν από τη στάση των πιο µεγάλων συµπαιδοπολιτών µας (πρότυπα για µας), των δασκάλων και καθηγητών µας, καθώς και απ’ τις εµπειρίες που κουβαλούσαµε ως «βαριά κληρονοµιά» της µικρής ζωής µας: άλλος ήταν γιος αντάρτη, άλλος εθνικόφρονα, άλλος αποπαίδι µιας διαλυµένης οικογένειας κι άλλος επαναπατρισθείς από το «Σιδηρούν Παραπέτασµα». Όλοι όµως είχαµε κοινή µοίρα: να ξεφύγουµε από µια χαµοζωή. Έτσι κι αλλιώς, νιώθαµε ότι είµαστε κάτω από τις φτερούγες του «Αγίου ∆ηµητρίου», τον οποίον γιορτάζαµε ευφρόσυνα, χαρούµενα. Η 26η Οκτωβρίου ήταν ιδιαίτερη µέρα: φορούσαµε τα καλά µας, πηγαίναµε στην µεγάλη εκκλησία του Αγίου «καθ΄οµάδες», προσκυνούσαµε το λείψανο του «Μυροβλήτη»· µάλιστα µια φορά µας επέτρεψαν να κατεβούµε στις κατακόµβες της εκκλησίας, στα υπόγειά της, όπου αισθανθήκαµε ένα ανείπωτο δέος και σέβας ευρισκόµενοι στους χώρους του µαρτυρίου του Αγίου και του τάφου του…
ΤΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ εκείνων των ηµερών είχαµε συνήθως «καλό φαγητό» και το απόγευµα παίρναµε δίωρη ή τρίωρη έξοδο, ανάλογα µε την ηλικία µας. Η έξοδός µας ήταν για καµιά ταινία ή για παρακολούθηση παδοσφαιρικού αγώνα, αλλά και “αγώνων πάλης” (κατς) µε τα αστέρια της εποχής: τον Τζίµ Λόντον, τον Καρπόζηλο, τον Ναθαναήλ κ.α. Η επίσκεψη σε κάποιον συγγενή -για όσους είχαν- ήταν µια άλλη “λύση”, όπως και µια χαλαρή βόλτα στην παραλία!
ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ για µας (ήµασταν η µοναδικη Γυµνασιοπαιδόπολη στη χώρα) ήταν «το» σ χ ο λ ε ί ο που ονειρευόµασταν: κάτι σαν το Πανεπιστήµιο σήµερα. ∆εν µπορούσαν, εκείνα τα χρόνια να µορφωθούνε όλοι. Υπήρχε ο βαρύς φραγµός των εισαγωγικών εξετάσεων, η οικονοµική αδυναµία του καθενός να στέλνει απ΄το χωριό στην πόλη το παιδί του και επιπλέον, για µας τους παιδοπολίτες, ο βαρύς πέλεκυς τού να βγάζουµε σε κάθε τάξη 17½ ! Όλα αυτά αποτέλεσαν µια αγχώδη αλλά τελικά ευεργετική δοκιµασία!
ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ της δεκαετίας 1951-1961 τα (εξατάξια τότε) Γυµνάσια ήταν µετρηµένα στα δάκτυλα των δυο χεριών. Ήµασταν µαθητές του Στ’ Γυµνασίου στην οδό Συγγρού, λίγο ποιο κάτω από την τότε Νοµαρχία. Το σχολείο µας ήταν υποβαθµισµένο, αφού έπαιρνε µαθητές από τη φτωχή περιβαρδάρεια περιοχή. Όµως, ήταν αυτό που είχε τους περισσότερους αριστούχους (εξαιτίας των παιδοπολιτών), συνεπώς και τους πιο πολλούς εισακτέους στο ΑΠΘ. Επίσης, ήταν το σχολείο µε τις καλύτερες αθλητικές επιδόσεις στις “γυµναστικές επιδείξεις” των σχολείων της πόλης. Όσο για το τριήµερο του Αγίου, ήταν το πιο υπέροχό µας “διάλειµµα”.


