» Έρευνα καταγράφει την εφιαλτική καθηµερινότητα για οικογένειες, εργαζόµενους και φοιτητές
Με τα πλέον µελανά χρώµατα αποτυπώνεται το οξύ πρόβληµα της στεγαστικής κρίσης στα Χανιά στην έρευνα του Σωµατείου Μισθωτών Τεχνικών Χανίων που παρουσιάστηκε στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ το Σάββατο.
Η έρευνα πραγµατοποιήθηκε από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο του 2025 σε δείγµα περισσότερων από 800 ατόµων και αποτυπώνει µε αριθµούς αυτό που οι κάτοικοι της πόλης βιώνουν µε ένταση τα τελευταία χρόνια: τη ραγδαία άνοδο των ενοικίων, τη συρρίκνωση των διαθέσιµων κατοικιών και την αδυναµία χιλιάδων ανθρώπων να στεγαστούν µε αξιοπρέπεια.
Η εικόνα που προκύπτει είναι ξεκάθαρη και ιδιαίτερα ανησυχητική: η πλειονότητα των Χανιωτών δεν έχει ιδιόκτητη στέγη και οι περισσότεροι ενοικιαστές δαπανούν δυσανάλογα µεγάλο µέρος του εισοδήµατός τους για να εξασφαλίσουν στέγη.
Οικογένειες, εργαζόµενοι, φοιτητές, βρίσκονται αντιµέτωποι µε πανάκριβα ενοίκια, αδυνατούν να βρουν στέγη στο κέντρο της πόλης και κάθε… τρεις και λίγο βρίσκονται σε αναζήτηση νέας κατοικίας.
Το 72% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι ζει σε ενοίκιο, το 18% σε ιδιόκτητη κατοικία και ένα 10% φιλοξενείται. Η επισφαλής στέγαση είναι µια θλιβερή πραγµατικότητα, καθώς το 30,5% ζει σε συγκατοίκηση – κυρίως νεότερες ηλικίες και εργαζόµενοι του τουρισµού ή της εστίασης.
ΕΝΟΙΚΙΑ ΣΤΑ ΥΨΗ
Τα ενοίκια βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Σύµφωνα µε τα στοιχεία, το 74% όσων ζουν σε γκαρσονιέρες πληρώνει από 251 έως 400 ευρώ, ενώ για τα διαµερίσµατα δύο δωµατίων, πάνω από τους µισούς (53%) καταβάλλουν ποσά άνω των 600 ευρώ. Για τα τριάρια, το 60% πληρώνει από 451 έως 700 ευρώ, ενώ στα µεγαλύτερα διαµερίσµατα τα ενοίκια ξεπερνούν συχνά τα 800 ευρώ. Πάνω από τους µισούς ενοικιαστές (55%) είδαν το ενοίκιό τους να αυξάνεται την τελευταία διετία.
ΖΩΗ ΥΠΟ… ΠΙΕΣΗ
Στην έρευνα σκιαγραφείται η καθηµερινότητα των πολιτών στα Χανιά. Εργαζόµενοι που διαθέτουν το µισό µισθό τους για να πληρώνουν το ενοίκιο, φοιτητές που επιλέγουν δωµάτιο χωρίς θέρµανση ή ανεπαρκή συντήρηση, οικογένειες που µετακινούνται από σπίτι σε σπίτι κάθε χρόνο γιατί το ακίνητο «µπαίνει στο Airbnb».
Το 38% των συµµετεχόντων δηλώνει ότι το ενοίκιο αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο του εισοδήµατός του, ενώ το 33% αφιερώνει το µισό και το 14% πάνω από το µισό. Αυτή η εικόνα υπερβαίνει κατά πολύ το όριο επιβάρυνσης που θεωρείται αποδεκτό διεθνώς για τη στέγαση (30% του εισοδήµατος), καταδεικνύοντας ότι η στέγη στα Χανιά έχει εξελιχθεί σε άπιαστο… όνειρο για πολλούς.
ΠΟΙΟΙ ΠΛΗΤΤΟΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ
Η σύνθεση του δείγµατος φωτίζει το ποιοι πλήττονται περισσότερο: το 29,6% είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι, το 13,3% εποχιακοί εργαζόµενοι, ενώ σηµαντική είναι και η παρουσία φοιτητών, ελεύθερων επαγγελµατιών και ανέργων. Στις µικρότερες ηλικίες, 18–34 ετών, κυριαρχεί η αδυναµία απόκτησης ανεξάρτητης στέγης, γεγονός που συνδέεται άµεσα µε την αύξηση της συγκατοίκησης. Για πολλές νέες οικογένειες, το όνειρο της αυτόνοµης κατοικίας µοιάζει µακρινό.
90% των ερωτηθέντων εντοπίζει ως βασικό εµπόδιο στη στέγη τα υπέρογκα ενοίκια, το 77% την έλλειψη διαθέσιµων επιλογών και το 65% το γεγονός ότι πολλά σπίτια νοικιάζονται µόνο για τους χειµερινούς µήνες. Το 20% δηλώνει ότι οι ιδιοκτήτες αρνούνται να κάνουν συµβόλαιο, ενώ το 7,6% ανέφερε άρνηση ενοικίασης σε αλλοδαπούς.
Το 81% των συµµετεχόντων αναζήτησε κατοικία µέσα στα τελευταία δύο χρόνια. Πάνω από ένας στους τέσσερις (27%) αναγκάστηκε να µετακοµίσει επειδή το σπίτι µετατράπηκε σε τουριστικό κατάλυµα, ενώ 38% χρειάστηκε έως και έξι µήνες για να βρει νέα κατοικία. Ένας στους πέντε, σύµφωνα µε την έρευνα, δεν έχει ακόµη καταφέρει να βρει σπίτι που να καλύπτει τις ανάγκες του.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
Η τουριστική πίεση και η εξάπλωση των βραχυχρόνιων µισθώσεων φαίνεται -σύµφωνα µε την έρευνα- να αποτελούν τον πυρήνα του προβλήµατος, που ωθεί τα ενοίκια προς τα πάνω και συρρικνώνει το διαθέσιµο απόθεµα κατοικιών για τους µόνιµους κατοίκους.
Η πόλη των Χανίων, ένας από τους δηµοφιλέστερους προορισµούς στην Ελλάδα, βλέπει ολόκληρες γειτονιές να αλλάζουν χαρακτήρα. Κατοικίες που άλλοτε στέγαζαν οικογένειες και εργαζοµένους, µετατρέπονται σε τουριστικά διαµερίσµατα µε τιµές απλησίαστες για τη µόνιµη διαβίωση. Οι φοιτητές, ιδιαίτερα όσοι προέρχονται από άλλα µέρη της χώρας, αποτελούν τα πρώτα θύµατα αυτού του φαινοµένου: αναγκάζονται είτε να συγκατοικήσουν είτε να εγκαταλείψουν την πόλη µετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους, αδυνατώντας να βρουν οικονοµική στέγη.
Η κρίση όµως δεν πλήττει µόνο τη νέα γενιά. Εργαζόµενοι στον ιδιωτικό τοµέα, νοσηλευτές, εκπαιδευτικοί, δηµόσιοι υπάλληλοι ή εποχιακοί βρίσκονται αντιµέτωποι µε την ίδια ασφυξία. Τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τους µισθούς, ενώ η εποχικότητα της τουριστικής αγοράς δηµιουργεί φαινόµενα αναγκαστικής µετακίνησης: κατοικίες διατίθενται µόνο για χειµερινή ενοικίαση, αφήνοντας δεκάδες εργαζοµένους κάθε άνοιξη να αναζητούν εκ νέου στέγη.
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ – ΛΥΣΕΙΣ
Η έρευνα δεν περιορίζεται στη διαπίστωση του προβλήµατος, αλλά καταγράφει και τις προτάσεις των πολιτών. Το 69,9% ζητά περιορισµό ή απαγόρευση της τουριστικής χρήσης κατοικιών σε συγκεκριµένες περιοχές, το 77,7% προτείνει θέσπιση πλαφόν στα ενοίκια ανάλογα µε τα τετραγωνικά και την κατάσταση του ακινήτου, ενώ το 63,2% θεωρεί αναγκαία την αξιοποίηση του ανεκµετάλλευτου δηµόσιου κτηριακού αποθέµατος για στέγαση. Περισσότεροι από τους µισούς (61,4%) τάσσονται υπέρ της κρατικής χρηµατοδότησης για κοινωνική κατοικία, ενώ το 52,9% ζητά επιδότηση φοιτητικών και µακροχρόνιων µισθώσεων. Οι απαντήσεις αυτές συνθέτουν µια ξεκάθαρη κοινωνική απαίτηση: την ανάγκη για δηµόσια πολιτική στέγασης, που να αντιµετωπίζει τη στέγη ως κοινωνικό δικαίωµα και όχι ως πεδίο επενδυτικής εκµετάλλευσης.
Η έρευνα ολοκληρώνεται µε ένα σαφές µήνυµα: χωρίς κρατική παρέµβαση και ουσιαστικές πολιτικές για την κατοικία, η κατάσταση θα επιδεινωθεί. Η κοινωνική συνοχή των Χανίων κινδυνεύει να διαρραγεί αν η πόλη συνεχίσει να λειτουργεί µε όρους αγοράς που αποκλείουν τους ίδιους τους κατοίκους της. Για τους συµµετέχοντες, το ζητούµενο είναι ξεκάθαρο: στέγη προσιτή, αξιοπρεπής και σταθερή για όλους.
Μια πρωτοφανής κατάσταση στα Χανιά

Μιλώντας στα «Χανιώτικα νέα», ο πρόεδρος του Σωµατείου Μισθωτών Τεχνικών, Ανδρέας Τριανταφύλλου, σηµείωσε ότι η έρευνα «αποτελεί µια πρώτη σοβαρή καταγραφή δεδοµένων τέτοιου τύπου για τα Χανιά. Υπάρχουν συµπεράσµατα τα οποία έχουν πολύ ενδιαφέρον, όπως το ότι το 65,2% των ανθρώπων που ψάχνουν για σπίτι, τα σπίτια που βρίσκουν νοικιάζονται µόνο τους χειµερινούς µήνες. Αυτό δείχνει πού έχει στραφεί η πόλη των Χανίων».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «η κατάσταση είναι χειρότερη από ό,τι ήταν πέντε χρόνια πριν. Ειδικότερα µετά τον covid και τις καραντίνες, η κατάσταση έχει αλλάξει δραµατικά στην πόλη» και ότι «δεν υπάρχει κανένα δείγµα από τη δηµοτική Αρχή που να δείχνει ότι υπάρχει κάποια προσπάθεια για βελτίωση της κατάστασης, για λύση του προβλήµατος. Είναι από τα ζητήµατα συζήτησης, το πώς µπορούµε να πιέσουµε τη δηµοτική Αρχή, ίσως και το κεντρικό κράτος σε κάποιες περιπτώσεις µε κάποιους τρόπους, να διεκδικήσουµε κάποια πράγµατα».
Η εκπρόσωπος της Ένωσης Ενοικιαστών/στριών Θεσσαλονίκης, Βάσω Κουτσουπιά, είπε ότι η κατάσταση στη Θεσσαλονίκη «είναι λίγο καλύτερη από ό,τι στα Χανιά, δύσκολη παρ’ όλ’ αυτά. Παίζει πολύ µεγάλο ζήτηµα µε τα ενοίκια και τη στεγαστική κρίση. Και µε τις αυξήσεις των ενοικίων και µε τα κόκκινα δάνεια και τις εξώσεις και γενικά µε όλη αυτή την επισφάλεια που µαστίζει κυρίως τους νέους τα τελευταία χρόνια. Είναι τα πράγµατα ασφυκτικά και ανέλπιδα, για αυτό ιδρύσαµε το σωµατείο ενοικιαστών. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε παράδοση σωµατείου ενοικιαστών και ενοικιαστριών. Είναι το πρώτο που φτιάχνεται παρόλο που έχουµε τη σφοδρότερη στεγαστική κρίση στην Ευρώπη. Οπότε η δικιά µας φωνή στο δηµόσιο διάλογο δεν υπάρχει. Ξεκινάει σιγά – σιγά να υπάρχει. Το να αλλάξουµε λίγο τον δηµόσιο λόγο. Κάπως τα πράγµατα στον δηµόσιο λόγο µπαίνουν σε µια αντιπαράθεση. Έχουµε και εµείς λόγο στο τραπέζι πια. Υλικές νίκες θα πετύχουµε άµα µεγαλώσουµε και άµα το κίνηµα γίνει πιο µαζικό. Θα πετύχουµε όµως». Η µεταδιδακτορική ερευνήτρια σε θέµατα πόλης και µετανάστευσης, Εύα Παπατζανή, σηµείωσε ότι η κατάσταση µε το στεγαστικό ζήτηµα «είναι σύνθετο, οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Και σε πολιτικές προηγούµενων ετών και σηµερινές. Ουσιαστικά αυτό που κάνουν όλες µαζί είναι ότι περιορίζουν την πρόσβαση σε αυτό που ονοµάζεται οικονοµικά προσιτή κατοικία, ειδικά στον ενοικιαζόµενο τοµέα».



