Κοιτούσα την Πηνελόπη και ήταν πανέµορφη. Από την κορυφή ως τα νύχια, είχε µια οµορφιά απαράµιλλη. Την κοιτούσα µαγεµένος και από την κορυφή του Έβρου, έως τα νύχια κάτω στην Κρήτη και ακόµα πέρα κάτω στην Γαύδο, η οµορφιά της δεν λιγόστευε καθόλου.
Κάποιες φορές µάλιστα, αν την δεί κάποιος ξηµέρωµα εκεί κατά τον Όλυµπο, ή ακόµα και στα Μετέωρα, η οµορφιά της σου κόβει την ανάσα. Κι’ αν πείς και για το Πήλιο την χώρα των Κενταύρων, ή τα πετρόχτιστα γεφύρια της εκεί στα Ζαγοροχώρια, η µια οµορφιά ξεπερνάει την άλλη. Κι αν πάλι βρεθείς ηλιοβασίλεµα στην Σαντορίνη, τότε µε ευθύνη θα σταθείς απέναντι σε ‘κείνη.
Τώρα θα µου πείτε γιατί Πηνελόπη και όχι Ελλάδα; Και σας απαντώ. Υπάρχει πιο κατάλληλο όνοµα από το Πηνελόπη, για µια όµορφη, πιστή, ενάρετη γυναίκα, µε τόσους µνηστήρες να την διεκδικούν και να την περιτριγυρίζουν; Όχι δεν υπάρχει. Κάθε που περνούν όµως είκοσι χρόνια και ο Οδυσσέας δεν φαίνεται να΄ρθεί, εκείνη πιάνει το κέντηµα από την αρχή.
Η ιστορία µας είναι ίδια και απαράλλαχτη µε αυτή της Πηνελόπης, µε µόνη διαφορά, πως ο Οδυσσέας δεν φάνηκε ακόµα και πέρασαν πολλά εικοσάχρονα από τότε που έφυγε. ∆υστυχώς όσον αφορά τον Οδυσσέα η ιστορία δεν είχε το ίδιο καλό τέλος. ∆εν καθάρισε το βασίλειο από τους χαραµοφάηδες στο βιός του. Πλησίασε την Ιθάκη κάποια στιγµή, ναι την πλησίασε αρκετά. ∆υστυχώς όµως το µαχαίρι του προδότη τον µαχαίρωσε, λίγο πρίν µπεί στην εκκλησιά ηµέρα Κυριακή, ηµέρα του Σταυρού. Μάτωσαν τα ασπρόρουχα που φορούσε και ήταν τα µοναδικά που είχε γιατί µε αυτά τον έθαψαν στη γή. ∆εν είχε άλλα µιάς και τα ξεπούλησε όλα, για να έρθει πίσω στην Ιθάκη, να υπηρετήσει την Βασίλισσά του την Πηνελόπη. Τον ζητούσαν για βασιλιά σε άλλα τρία κράτη, αλλά αυτός επέλεγε την αγαπηµένη του Πηνελόπη. Ήρθε, έφτασε, πήγε να προσευχηθεί να βοηθήσει ο Θεός να τα καταφέρει, αλλά πρίν µπεί στην εκκλησιά, έφυγε από το χέρι ενός προδότη, µε ηττηµένη την Πηνελόπη. Ναι προδότης τον µαχαίρωσε, γιατί η Πηνελόπη ποτέ δεν νικήθηκε από τους εχθρούς της, αλλά από τους προδότες και τους εφιάλτες της. Ακόµη και οι µικρές ήττες της, ήταν πιο λαµπρές από τις νίκες της. Έφυγε λοιπόν ο άρχοντας από το χέρι Έλληνα προδότη και δεν έφτασε ποτέ στην αγαπηµένη του.
Τότε ήταν που σκέφτηκαν κάποιοι να παρουσιαστούν και να κάνουν τον Οδυσσέα. Να υποδυθούν τον Οδυσσέα, για να κοροϊδέψουν την Πηνελόπη. Να εισπράξουν τα αργύρια και να την αφήσουν πλέον έρµαιο στα χέρια των µνηστήρων. Το προσπάθησαν πολλοί 200 χρόνους τώρα. Μα την καρδιά ερωτευµένης γυναίκας δεν την ξεγελάς και µάλιστα όταν έχει γνωρίσει τον τέλειο άνδρα.
Τα χνώτα τους βρωµούσαν, τα χέρια τους δεν ήταν στιβαρά να πιάσουνε το τόξο. ∆εν ξέρανε να διεκδικήσουν µια γυναίκα στο ύψος της Πηνελόπης, και αυτὸ φαινόταν από µακριά. ∆εν την γνώριζαν κάν κι’ αυτό φαινόταν. Ακόµη και οι σκύλοι της Ιθάκης και ο Άργος τους περιφρονούσαν. Ούτε την γριά Ευρύκλεια την τροφό δεν µπορούσαν να ξεγελάσουν. Όταν πάει να τους πλύνει τα πόδια, αυτά δεν ἔχουν την σηµαδιακή ουλή, και βρωµάνε.
Τότε σκέφτηκαν να την ασχηµύνουν, να νοµίσει πως δεν την θέλει κανένας, για να ξεπουληθεί ύστερα εύκολα στους µνηστήρες. Άρχισαν λοιπόν να µαυρίζουν τις πόλεις της. Την Αθήνα την κόρη του ουρανού, την Αθήνα που σπούδασε αιώνες και αιώνες τα ελληνικά γράµµατα στα αρχοντόπουλα της Μεσογείου και πέρα από αυτήν. Την κατάντησαν βρωµιάρα ελεεινή και την παρέδωσαν σε παλιούς νικηµένους, που ωστόσο πήραν τα απάνω τους και ορέγονταν και αυτοί τις οµορφιές της.
Τους δρόµους γύρω από την κόρη τ’ ουρανού, τους άφηναν γεµάτους σκουπίδια και δεν τους καθάριζαν. Οι αστοί έφευγαν µακριά να σωθούν από την βρωµιά. Ξεπουλούσαν το βιός τους για δεκάρες, που το αγόραζαν ύστερα οι µνηστήρες και οι µίµοι του Οδυσσέα.
Μόνο από µια πλατεία που σε ένα κτήριο συχνάζουν όλοι οι φτιασιδωµένοι που παριστάνουν τον Οδυσσέα, κράτησαν πιο µακριά την βρωµιά και την σήψη, για να µην την βλέπουν και τους χαλάει την διάθεση της προδοσίας.
Τα βουνά της, τα δάση της τα καίνε χρόνια τώρα, κι αυτή γυρνά να συγυρίζει µες τις στάχτες ό,τι απέµεινε, λερωµένη και καρβουνιασµένη.
Ακόµα όµως και βρώµικη, καµένη, άσχηµη και ατηµέλητη, η ίδια αντιστεκόταν και δεν υπέκυπτε στα σχέδια των µνηστήρων. Έτσι αυτοί που παρίσταναν τον Οδυσσέα, σκέφτηκαν να πουλήσουν κοµµάτι-κοµµάτι το βασίλειό της, για να µην έχει τίποτα. Εξαρτηµένη λοιπόν και χωρίς βασίλειο, σκέφτηκαν πως σίγουρα θα έσκυβε το κεφάλι στους µνηστήρες και τις ορέξεις τους.
Ξεκίνησαν πουλώντας όλο τον ορυκτό πλούτο που είχε κρυµµένο στα υπόγειά της κάτω από τη γή. Με αυτό ξεµπέρδεψαν εύκολα και κανείς δεν το πήρε µυρωδιά. Πέρασαν λίγα χρόνια για να δούν αντιδράσεις και αµέσως µετά άρχισαν να τα πουλάνε όλα, χωρίς φραγµούς, απροκάλυπτα, χωρίς ντροπή, χωρίς αισχύνη. 200 χρόνια ξεπουλάνε σπυρί-σπυρί την Ιθάκη της.
Της ζήτησαν το χέρι φοβίζοντάς την µα δεν το έδωσε. Τότε πούλησαν, λιµάνια, αεροδρόµια, δρόµους, τρένα, τηλεσυχνότητες, επικοινωνίες, ενέργεια, υδάτινους πόρους ΑΟΖ. Οι φίλοι της Πηνελόπης και σύµµαχοι, κάθε φορά που την βοηθούσαν της υποθήκευαν τα δηµόσια έσοδα. Ξεπούληµα οριστικό.
Της ζήτησαν το χέρι ξανά µα δεν το ‘δωσε και τότε πούλησαν τις σπουδές της, αυτές που δίδαξαν γενιές και γενιές στον πλανήτη.
Και όταν πια τα πούλησαν όλα, της ζήτησαν για τελευταία φορά το χέρι της! µα πάλι δεν το έδωσε και τότε άρχισαν να πουλάνε τα ονόµατά της, µε πρώτο την ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ.
Όσο συνεχίζει η γραφή λιποθυµούν οι λέξεις, και δεν αντέχουν να συνεχίσουν. Η καπνιά από τα νεκρά παιδιά της στην φωτιά αλλά και στις γραµµές του τρένου ξεπέρασαν τα 160! Κι΄όµως οι µνηστήρες κοιτούν να µπούν σε λίστα επιδοτήσεων µε πρόβατα και εκτάσεις που δεν έχουν, ψεύτικες, εις βάρος της χαροκαµένης Πηνελόπης.
Οι µνηστήρες είχανε µπεί πλέον για τα καλά στο βασίλειό της. Τα ονόµατά τους πρόδιδαν του καθενός την δράση.
ΑΝΤΙΝΟΟΣ
Πολεµάει αυτούς οι οποίοι επιµένουν ελεύθερα να σκέφτονται µε Νού.
ΕΥΡΥΜΑΧΟΣ
Είναι αυτός που δεν τα παρατάει στην µάχη των συµφερόντων µε οποιοδήποτε κόστος αίµατος των αλλονών.
ΑΜΦΙΝΟΜΟΣ Αυτός που κάνει τους νόµους αµφιλεγόµενους, δυσνόητους µε ερµηνείες διάφορες που βολεύουν τον ίδιο
ΠΕΙΣΑΝ∆ΡΟΣ Αυτός που υπαινίσσεται την πειθώ για παραπλάνηση.
Στο σύνολό τους ήταν 108 µνηστήρες από διάφορες περιοχές, κοντινές, µακρινές και πολύ µακρινές. Αυτό συµβαίνει όταν η νύφη είναι όµορφη, πλούσια, απροστάτευτη και προδοµένη εκ των έσω.
Τώρα πια κουρελιασµένη και αγνώριστη, της δώσανε ΑΦΜ για τις συναλλαγές της. ΑΜΚΑ δεν της δίνουν, γιατί την θέλουν άρρωστη κι’ ανήµπορη.
Στριµώχνονται οι λέξεις στο περιορισµένο χώρο αυτό της εφηµερίδας και βιάζονται να τελειώσουν για να χωρέσουν. Γι’ αυτό ίσως παραµέλησαν πολλά που δεν ειπώθηκαν σε τούτη τη γραφή.