22.8 C
Chania
Πέμπτη, 14 Μαΐου, 2026

Η Μεγάλη Παρασκευή στην κρητική λαϊκή µας παράδοση – Μέσα από τις καταγραφές του αείµνηστου Σταµάτη Αποστολάκη

Μεγάλη Παρασκευή σήµερα κι από το αρχείο των «Χανιώτικων νέων» ανασύρουµε µια από τις σπουδαίες καταγραφές του αείµνηστου δασκάλου και λαογράφου Σταµάτη Αποστολάκη.

Στο πολύτιµο υλικό του που φιλοξένησε για δεκαετίες η εφηµερίδα µας, συναντάµε και τα λαογραφικά της Μεγάλης Εβδοµάδας. Στις 18 του Απρίλη του 2014 λοιπόν, ο αγαπηµένος συνεργάτης των «Χ.ν.», έγραφε στη στήλη του για τη «Μεγάλη Παρασκευή στην κρητική, λαϊκή µας παράδοση»:

«Σήµερα, Μεγάλη Παρασκευή, η στήλη µας αφιερώνει τον πολύτιµο χώρο που χρόνια τώρα µας παραχωρεί η αγαπητή ∆/νση των “Χανιώτικων νέων”, στο συγκλονιστικό γεγονός της Σταύρωσης του Θεανθρώπου Σωτήρα µας Χριστού!

Βρίσκουµε µάλιστα την ευκαιρία να σας µεταφέρουµε στην παραδοσιακή ζωή των χωριών µας προκειµένου να θυµηθούµε οι µεγαλύτεροι τις συγκλονιστικές αυτές ώρες εκεί που µεγαλώσαµε κι οι νεώτεροι να κάνουν τις απαραίτητες συγκρίσεις των µ’ όσα βιώνουν σήµερα εδώ στην πόλη. Ξεκινούµε, λοιπόν:
Σήµερα, Μεγάλη Παρασκευή, οι καµπάνες των εκκλησιών, αλλά και των ξωκκλησιών, από την αυγή, ακούγονται πένθιµες. Αγόρια και κορίτσια ξεχύνονται λίαν πρωί στα χωράφια και στα πλάγια, για να φέρουν τ’ αγριολούλουδα του Επιταφίου, που καθώς τους έχουν παραγγείλει οι µεγάλοι, δεν τα µυρίζονται, γιατί είναι για τον Τάφο, που λίγο αργότερα θα στολίζουν οι νέες του χωριού, µε τέχνη και περισσή φροντίδα. Ολο το πρωινό, ωστόσο, οι µεγαλύτερες γυναίκες πηγαίνουν και θυµιάζουν τις εκκλησίες. Πρώτα µάλιστα τις “Παναγίες”, ακόµη και των γύρω χωριών…
Το βράδυ στη µέση της εκκλησίας ο Επιτάφιος ευωδιάζει. Στις τέσσερις γωνιές του σοβαρές κοπέλες, Μαρίες στ’ όνοµα, αν γίνεται µαυροντυµένες, σωστές Μυροφόρες, παραστέκουν µε το καλαθάκι τους γεµάτο ροδοπέταλα κι άλλα λουλούδια, για τη στιγµή της τρίτης στάσης των Εγκωµίων: “Ερρανον τον Τάφον…”.
Ως χτυπήσει η καµπάνα βραδιάτικα όλο το χωριό καταφτάνει στην εκκλησία. Ανάβει κερί και προσκυνά στον Επιτάφιο. Τα παιδιά περνούν κι από κάτω του. Κι όταν αρχίσουν τα Εγκώµια, ο συναγωνισµός των καλλιφώνων δίνει και παίρνει. Οι προετοιµασίες των ήταν από µέρες, µε την οδηγία ψαλτάδων και εφηµερίου. Η ώρα της περιφοράς, φορτισµένη συγκινήσεις, είναι το ξόδι του Θεού. Ολοι κρατούν αναµµένο κερί και αµίλητοι προχωρούν. Εξω από τα σπίτια θυµιάζουν και ρίχνουν ανθόνερο στον Επιτάφιο, ενώ σταυροκοπιούνται… Στα εκκλησάκια που είναι δεξιά κι αριστερά της διαδροµής σταµατά η ποµπή, ο παπάς µνηµονεύει κι αργοψάλοντας επιστρέφει η ποµπή στην εκκλησία. Στην κεντρική είσοδο τώρα, νέοι κρατούν ψηλά τον Επιτάφιο για να περάσει ο κόσµος από κάτω και να εισέλθει για να τελειώσει η ακολουθία και να γίνουν οι αιτήσεις για τους πεθαµένους κάθε σπιτιού, π’ απόψε περιµένουν κι αυτών οι ψυχές των, να τους θυµηθούµε, που ’ναι µεγάλη ώρα!
Με την απόλυση, οι Μυροφόρες παραµένουν στην Εκκλησία όλη τη νύχτα, “γιατί είναι µιστό”. Σε κάποια χωριά οι Μυροφόρες λένε “το µοιρολόι της Παναγίας” µε τον αργόσυρτο πένθιµο σκοπό (µέλος) του κι ως τόσο η νύχτα περνά.

Το µοιρολόι αυτό σε παραλλαγή που καταγράψαµε το 1956 στην Αγ. Ειρήνη Σελίνου έχει ως ακολούθως:
– “Κάτω στα Γεροσόλυµα εις του Χριστού τον τάφο,
εκειά δεντρό δεν ήτανε και δέντρο φανερώθη.
Το δέντρο ήταν ο Χριστός και κλών’ οι γι’ Αποστόλοι,
και τα παρακλωνάρια του ήταν οι µαρτυριές του,
που µαρτυρούν και λέγανε για του Χριστού τα πάθη.
– ∆έσποινα, Παντοδέσποινα και του Χριστού Μητέρα,
που τον Υγιό Σου πιάσανε οι σκύλοι ’ν’ οι Ιουδαίοι
και µπέψα τον παράνοµο το σκύλο τον Οβραίο,
να πα να φέρει δυο καρφιά κι εκείνος φέρνει πέντε,
να βάλουν δυο στα πόδια του και δυο στα δυο του χέρια,
το πέµπτο το φαρµακερό να µπήξουν στην καρδιά του.
Κι η ∆έσποινα ως τ’ άκουσε έπεσε λιγωµένη,
σταµνί νερό τση γύρανε κι ένα λαήνι µόσκο
και τέσσερα γαρέφαλα, ώστε να συνεφέρει.
Σαν επανασυνέφερε, σηκώνεται να πάει.
Οσ’ αγαπάτε το Χριστό και του Χριστού τη µάνα,
σα θέλετ’ ακλουθήξετε τση πονεµένης µάνας.
Κιανείς δεν τσ’ ακολούθησε, όξω οι τρεις παρθένες,
η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η µάνα.
Και παίρνει τσι και πηαίνουνε εις του ληστή τσι πόρτες,
θωρού τσι πόρτες σφαλιχτές και τα κλειδιά παρµένα
και τα πορτοπαράθυρα σφιχτά µανταλωµένα.
Θέτει τση πόρτας µια λαχτέ και πάει µέσα κι όξω,
θωρεί κουτσούς, θωρεί στραβούς, θωρεί βασανισµένους,
κιανέναν δεν εγνώρισε, παρά τον Αϊ Γιάννη.
– Άγιε µου Γιάννη Πρόδροµε και Βαπτιστή Κυρίου
πες µου ποιος είν’ ο γιόκας µου κι εσέν’ ο ∆άσκαλός Σου;
– Θωρείς εκείνον τον χλωµό, τον παραπονεµένο,
απού φορεί ποκάµισο στο αίµα βουτηγµένο;
Εκείνος είν’ ο γιόκας σου κι εµένα ο ∆άσκαλός µου!
– Πού ’ναι γκρεµνός να γκρεµιστώ; πού ’ναι κορφή να πέσω;
– Πού ’ναι µαχαίρι δίστοµο να κακοθανατίσω;
– Μουδέ γρεµνός να γρεµιστείς, µουδέ κορφή να πέσεις,
µουδέ µαχαίρι δίστοµο να κακοθανατίσεις,
γιατ’ ανέν κάµεις τ’ άδικο, θα κάνουν κι οι µανάδες.
Μα πάρε το στρατί – στρατί και άµε στο κελλί σου
και βάψε το µαντήλι σου και κόψε το µαλλί σου,
Βάλε κρασί εις το γυαλί, ψωµί εις το πανιέρι,
φώνιαξε τσι γειτόνισσες να σε περηγορήσου
και κράξε και τα ορφανά να φαν’ να µακαρίσου…
Απού τ’ ακούει σώνεται κι απού το πει σχωρνιέται
κι απού το καλαφρουγκαστεί, Παράδεισο θα λάβει!”.
(Αποστολάκης, σ. 451 – 2)


Ας παρακολουθήσουµε όµως και δύο άλλες κρητικές παραλλαγές του θρήνου της Παναγίας.
Α. Η Παναγία η ∆έσποινα καθόταν στο θρονί τζη,

την προσευχή τζη έκανε εις το µονογενή τζη.
Και µια φωνή απ’ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόµα:
“Πάψε, Κερά, τσι προσευχές και πάψε τσι µετάνοιες
και τον υγιό σου πιάσανε οι γι’ άνοµοι Οβραίοι,
οι γι’ άνοµοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραµένοι.
Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σα ληστή τον πάνε,
και στου Πιλάτου την αυλή, εκειά τον τυραννάνε”.
Ως τ’ άκουσε η Παναγιά ποµένει λιγωµένη,
ροδόσταµο τση γερνάνε ώστε να συνεφέρει.
Σαν επαρασυνέφερε κι ήρθε στο λογισµό τζη,
εµίλησε τω γυναικώ που στέκονταν οµπρός τση:
“Όσ’ αγαπάνε το Χριστό και του Χριστού τη µάνα,
ούλες να µ’ ακλουθήξετε, να πα να τονε βρούµε”.
Κιαµµιά δεν τση ακλούθηξε, µόνο οι τρεις Παρθένες,
η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η µάνα.
Και παίρνουν το στρατί – στρατί, στρατί το µονοπάτι,
το µονοπάτι τσι ’βγαλε εις του ληστή την πόρτα
κι η πόρτ’ απού το φόβο τζη ανοίγει µοναχή τζη.
Ντηρά ζερβά, ντηρά δεξιά, ντηρά κι απού την άλλη
κιανένα δεν απάντηξε, µόνο τον Αϊ-Γιάννη.
“Αγιε µου Γιάννη Πρόδροµε και Βαφτιστή του γιού µου
δείξε µου εµέ το τέκνο µου κι εσέ το δάσκαλό σου”.
“Θωρείς τον κείνον το χλωµό, τον κατηγορηµένο
απού φορεί στην κεφαλή αγκαθινό στεφάνι
κι απού βαστά στη χέραν του καρφιά να τον καρφώσουν
κι απού βαστά στην άλλην του χολή να τον ποτίσουν;
Κείνοσας είν’ ο γιόκας σου κι εµένα ο δάσκαλός µου”.
“Πού ’ναι γρεµνός να γρεµιστώ, πού ’ναι γρεµνός να δώσω,
πού ’ναι µαχαίρι να σφαχτώ, να κακοθανατώσω;”.
“Μάνα, µην κάνεις πρόδοµα, να κάνουν κι άλλες µάνες,
γιατί θα να σε βλαστηµούν γι οι άλλες καηµένες µάνες.
Μα πάρε, µάνα, το στρατί στο σπίτι µας να πάεις
και βάλε στο γυαλί κρασί, κουλούρια στο πανιέρι,
και δώσε την υποµονή σ’ ούλην την οικουµένη.
Κάλεσε τσι γειτόνισσες να σε παρηγορήσουν
και τσι γειτονοπούλες µας να πιουν να µακαρίσουν.
Και το Μεγάλο Σάββατο, κοντά στο µεσηµέρι,
όντε σηµαίνου οι γι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες
τότες κι εσύ, µανούλα µου, θα ’χεις χαρές µεγάλες”.
(Σ.Α. Αποστολάκη: “Ριζίτικα τα δηµοτικά τραγούδια
της Κρήτης”, σ. 449 – 450).

Β’: Τώρα ’ναι Αγιά Σαρακοστή και Άγιες ηµέρες
που λειτουργούνε στσ’ εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες
και λένε τ’ “Άγιος ο θεός” και τ’ άγιο “Κυρελέη”.
Απού το λέει σώζεται κι απού τ’ ακούσει αγιάζει,
κι απού το καλοφρουκαστεί, µες στον Παράδο πάει.
Κάτω στα Γεροσόλυµα και στου Χριστού τον τάφο,
εκεί κάθεται η ∆έσποινα µόνη κι αµοναχή τζη,
την προσευχή τζη ήκανε για το µονογενή τζη.
Κι εκειά που προσευχούντανε κι εκειά που παρακάλειε
γροικά φωνή και ταραχή και σύχυση µεγάλη.
Βγαίνει στο παραθύρι τζη να ιδεί τη γειτονιά τζη,
βλέπει τον ουρανό θαµπό και τ’ άστρο βουρκωµένο,
το φεγγαράκι το λαµπρό στο αίµα βουτηµένο,
βλέπει το Γιάννη κι ήρχουντο, δαρµένο, σκοτωµένο.
Στο ’ναν του χέρι εβάστανε µαλλιά τση κεφαλής του
και στ’ άλλον του εβάστανε µαντήλι µε τα δάκρυα.
“Καλώς τον Αγι-Γιάννη µου, το Βαφτιστή του γιου µου.
Είντα χαµπέρια µου ’φερες ’πο το µονογενή µου;”.
“Χαµπέρια φέρνω θλιβερά και λόγια πικραµένα.
∆εν έχω στόµα να τα πω, γλώσσα να τα µιλήσω,
µουδ’ η καρδιά µου δε βαστά να σου τα µολοήσω.
Το γιόκα σου τον πιάσανε οι σκύλοι οι Οβραίοι.
Σαν κλέφτη τονε πιάσανε και σα φονιά τον πάνε,
σα να χωρίζει αντρόυνο, ετσά τονε σκεντζεύγου”.
Κι η Παναγιά σαν το ’κουσε ήπεσε κι ελιγώθη.
Σταµνί νερό την περεχού, τρία κανάθια µόσκο,
τέσσερα το ροδόσταµο, ώστε να συνεφέρει.
Κι απάνω που συνήφερνε τούτο το λόγο λέει:
“Ας έρθει η Μάρθα κι η Μαριά κι η άλλη η Αλισάδη
και του Προδρόµου η αδερφή και του Λαζάρου η µάνα,
να πα να τον προφτάσαµε πριχού τονε σταυρώσου,
πριχού του βάλουν τα καρφιά και µας τον θανατώσου”.
Παίρνουν τη στράτα, το στρατί, στρατί το µονοπάτι,
κι ο µονοπάτης τσ’ ήβγαλε εις του χαρκιά την πόρτα.
“Ώρα καλή, µωρέ χαρχιά, κι είντα ν’ αυτά που κάνεις;”.
“Οβραίοι µου παράγγειλαν καρφιά να τως εκάµω.
Κείνοι, µου πάνε τέσσερα, µα ’γω θα κάµω πέντε,
Τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια,
το πέµπτο το φαρµακερό να βάλουν στην καρδιάν του,
να τρέξει αίµα και νερό απού τα σωθικάν του”.
Άντε κι εσύ, µπρε ατζίγγανε, να µην ψωµοχορτάσεις,
την αχυλιά στο τζάκι σου σκουριά να την πετάξεις
και παστρικό ποκάµισο ποτέ να µην ποτάξεις”.
Παίρνουν τη στράτα, το στρατί, στρατί το µονοπάτι.
Ώρες, ώρες επήγαινε κι ώρες εµοιρολόγα,
κι απ’ τα πολλά τζη δάκρυα οι στράτες ελασπώνα
κι απ’ τα πολλά χτυπήµατα οι πέτρες αιµατώνα.
Κι ο µονοπάτης τσ’ ήβγαλε στων Οβριώ την πόρτα,
Οβραίοι τη σκιαχτήκανε κι εσφιχτοµανταλώνα.
“Ελάτε να µας ’νοίξετε, σκυλιά µαγαρισµένα”.
Και πάνε να τση ’νοίξουνε και σφιχτοµανταλώνου.
∆ίδει λαχθιά τση πόρτας τως κι απ’ όξω µέσα ευρέθη,
κι από τ’ ασκέρι το πολύ, το γιο τζη δε γνωρίζει.
“Αϊ µου Γιάννη Πρόδροµε και Βαφτιστή του γιου µου,
πε µου ποιος είν’ ο γιούκας µου κι εσένα ο δάσκαλός σου;”.
“∆εν έχω στόµα, πάλαµο, για να σου τονε δείξω.
Βλέπεις εκείνο το γδυµνό, τον ανεµοµαλλιάρη,
που ’χει στη γερανιά κορφή τ’ αγκάθινο στεφάνι,
που ’χουνε τα χειλάκια του χολή µε τον ασβέστη;”.
Κι η Παναγιά σαν το ’κουσε ήπεσε κι ελιγώθη.
Σταµνί νερό την περεχού, τρία κανιά το µόσχο,
τέσσερα το ροδόσταµο, ώστε να συνεφέρει.
Κι απάνω που συνήφερνε τούτο το λόγο λέει:
“∆εν είν’ µαχαίρι να σφαγώ, γκρεµός για να γκρεµίσω,
δεν είν’ άδικος θάνατος ν’ αδικοθανατίσω;”.
Κι ο γιούκας τζη τση µίλησε κι ο γιούκας τζη τση λέει:
“Μάνα, και σα σφαγείς εσύ, σφάζετ’ όλος ο κόσµος.
Μόν’ πάρε την υποµονή για να την παίρνει ο κόσµος,
να κλαιν’ οι µάνες για παιδιά και τα παιδιά για µάνες,
να κλαιν’ κι οι καλόπαντρες για τσοι καλούς των άντρες.
Βάλε κρασί στο µαστραπά κι αφράτο παξιµάδι
κι άντε µες στο τρίστρατο και στρώσε το τραπέζι,
να φάνε οι ακάλεστοι, να φαν’ κι οι καλεσµένοι.
Βάνει κρασί στον µαστραπά και αφράτο παξιµάδι
κι φαγαν οι ακάλεστοι, φάγαν κι καλεσµένοι.
Περνά και η Αγιά – Καλή, τούτο το λόγο λέει:
“Ποιος είδε γιον εις το σταυρό και µάνα στο τραπέζι;”.
Και πάλι ξαναπέρασε, πάλι το ξαναλέει.
“Αντε κι εσύ, Αγιά – Καλή, Αγιά να µη σε λένε.
Παπάς να µη σε λειτουργά, διάκος να µη σε ψάλλει,
µόνο στην άκρα του γιαλού το κύµα να σε δέρνει.
Κι αν είν’ και ψάλει σε παπάς να τον κωλοκυλήσω,
µεσ’ τον αφρό τση θάλασσας να πα να τονε πνίξω.
“Ωφου, γλυκιά µου Παναγιά”. (Αποστολάκης, σ. 452-3).


– Αλήθεια! πώς θρηνείται η ανθρώπινη υπόσταση του Υιού του Θεού και πόσο συµπαραστέκεται και συµπονάται η τραγική µητέρα του Χριστού, η Παναγία, η αιώνια εκπρόσωπος όλων των µητερών της Γης, καθώς περνά τις πιο κρίσιµες ώρες αγωνίας και πόνου, από την αρχική πληροφόρησή της για τη σύλληψη του Γιου της ως τον τελευταίο Του λόγο απάνω στο Σταυρό! (δες: ∆. Λουκάτου: “Πασχαλινά”, σ. 80). Ο ποιητής – Λαός µας, σ’ όλο το µεγαλείο του!…


– Κλείνοντας τη σηµερινή µεγάλη µέρα θυµίζουµε κάποια ακόµη λαογραφικά της: Σήµερα, πολλοί µένουν νηστικοί όλη µέρα, ενώ άλλοι “βράζουν χοχλιούς” και µ’ ελιές και παξιµάδι περνούν τη µέρα τούτη τη νηστήσιµη. Κάποιοι δοκιµάζουν ξίδι, το θεωρούν καλό. Γενικά όλοι τηρούν τις λαϊκές απαγορεύσεις: ∆ηλαδή: δεν σφυρίζουµε χαρούµενα, δεν τραγουδάµε, δεν καρφώνουµε καρφιά, δεν ράβουµε! ∆εν κάνουµε καµιά εργασία. Είναι η µέρα της κατάνυξης, της περισυλλογής, της σιωπής, της συµµετοχής µας στις ιερές ακολουθίες των ηµερών της Μεγάλης Εβδοµάδας.
– Μέρες και ώρες θρησκευτικού µεγαλείου και θερµών ευχών ν’ αξιωθούµε της λαµπροφόρου Αναστάσεως µε υγεία! Εδώ όµως σταµατούµε!
– Αγαπητοί αναγνώστες: Καλό Πάσχα!»


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα