Απρίλης του 1941, οι Γερµανοί προχωρούν προς την Αθήνα, ο βασιλιάς και η Κυβέρνηση αναχωρούν στις 23 Απριλίου για την Κρήτη, ελεύθερο κοµµάτι της ελληνικής επικράτειας.
Την Κρήτη την υπερασπίζονται στρατιώτες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, κυρίως Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί και λίγοι Έλληνες στρατιώτες, κυρίως ανεκπαίδευτοι, που µεταφέρθηκαν τέλη Απριλίου από την Πελοπόννησο και µερικοί ντόπιοιστρατιώτες των «εµπέδων» του νησιού, τα έµπεδα ήταν ένα είδος στρατοπέδου νεοσυλλέκτων. Υπόψη ότι η V Μεραρχία Κρήτης είχε µεταφερθεί εξ ολοκλήρου στο Αλβανικό µέτωπο…
Ο Βασιλιάς µε την συνοδεία του και την ελληνική κυβέρνηση είχαν καταφύγει στην Πελεκαπίνα στο κτήµα Μάνου, όµως µε το που «φούντωναν» οι φήµες περί αεροαπόβασης των Γερµανών στην Κρήτη αποφασίζεται να µετακινηθούν προς ασφαλέστερο σηµείο.
Έτσι κατ’ αρχήν σκέφτονται την Βίλλα Κρούγερ του γερµανού Προξένου στα Περβόλια, που προ ολίγου είχε αγοράσει ο ∆ηµήτριος Κωστάκης. Πηγαίνει αυτοπροσώπως ο βασιλιάς , σύµφωνα µε αφήγηση του κ. Γιώργου Καρεφυλάκη, µάλιστα τυχαίνει να είναι παρών και ο κ. Γιώργος και ο πατέρας του Θεόδωρος, που τον υποδέχτηκε µε ένα ηχηρό στρατιωτικό χαιρετισµό, όµως του φάνηκε ανασφαλές το σηµείο.
Εν τέλει αποφασίζουν να µετακινηθούν πιο νότια στα ριζά του λοφου Κοπράνες, στην οικία του Μακεδονοµάχου Γεωργίου Βολάνη, για να είναι πιο ασφαλής η διαφυγή τους, αν χρειαστεί, προς την Μαδάρα και στην συνέχεια για την Αίγυπτο.
Όπως µου αφηγήθηκε, προ ετών, ο αλησµόνητος Κώστας Αγγελάκης, γεννηµένος το 1920, βάλθηκαν πολλοί µαζί µε αξίνες και φτυάρια και έφτιαξαν πρόχειρο δρόµο από το Πορί µέχρι την ωραία και ευρύχωρη έπαυλη του Καπετάν Βολάνη, έφτιαξαν µάλιστα και καταφύγιο για τον Βασιλιά λίγο πιο πέρα, και που το φωτογράφισα προ 5 ετών, αφού το καθάρισε από τα σχίνα ο νεαρός Γιάννης Κατσανεβάκης, γιος τωρινού ιδιοκτήτη του Μετοχιού του Βολάνη.
Στην οικία Βολάνη, ο Βασιλιάς και ο Πρωθυπουργός Εµµαν. Τσουδερός µε τη συνοδεία τους, είχαν φρουρά µια οµάδα χωροφυλάκων και µια διµοιρία Νεοζηλανδών στρατιωτών και πιθανόν να έµειναν µόνο µια βραδιά της 19 ης προς 20ης Μαΐου.
Υπόψη ότι η Αγγλική διοίκηση σε συνεργασία µε τα τµήµατα του ελληνικού στρατού είχαν τοποθετήσει δυο λόχους στα υψώµατα του Ανόµπαλη και ένα στις Κοπράνες ,πάνω από την οικία Βολάνη, για την προστασία και την άµυνα της πόλης των Χανίων και την προστασία του Βασιλιά και της Κυβέρνησης.
Πρωί πρωί της 20ης Μαΐου, βλέπουν, ψηλά, από την οικία Βολάνη, όλοι οι ευρισκόµενοι εκεί, το «πέσιµο» των αλεξιπτωτιστών και αµέσως αποφασίζουν για τάχιστη αναχώρηση, στέλνουν και παίρνουν µουλάρια από την Παναγιά των Κεραµειών, αφήγηση πριν χρόνια του Κώστα Αγγελάκη και αναχωρούν για το Θέρισο.
Φαίνεται, τώρα, εκ των πραγµάτων, ότι οι Γερµανοί είχαν ασφαλείς πληροφορίες για το πού ήταν ο Βασιλιάς και η Κυβέρνηση και για αυτό έριξαν αρκετούς αλεξιπτωτιστές στην περιοχή του µεγάλου Κουλέ στην Αγία Κυριακή και µέχρι το απόγευµα της ίδιας µέρας , αφού εξουδετέρωσαν τον λόχο τον ελληνικό στο Ανίµπαλη, είχαν φτάσει στην οικία Βολάνη.
Λέγεται και είναι αλήθεια, ότι ο βασιλιάς είχε ξεχάσει, στην βιάση του, κάποια προσωπικά του αντικείµενα, ανάµεσά τους και ένα ξίφος και όταν έφταναν κοντά στο Θέρισο το αντιλήφθηκε, γύρισε , λοιπόν, ένα απόσπασµα Νεοζηλανδών να τα πάρει, όµως ψηλά από τις Κοπράνες είδαν τους Γερµανούς στου Βολάνη και γύρισαν άπρακτοι πίσω.
Υπόψη, ότι το ξίφος του Βασιλιά, µετά την απελευθέρωση, το πήγαν δυο Περβολιανοί στο παλάτι και για ανταµοιβή ο Βασιλιάς, τον ένα τον διόρισε στην Τράπεζα και τον άλλο στον ∆ήµο Χανίων.
Τη συνοδεία του Βασιλιά, από το Θέρισο, την ανάλαβε ο έµπειρος στα της Μαδάρας Λεβεντάκης Ηλίας, όπως την εξιστόρησε ο Αντώνης Πλυµάκης στα Χανιώτικα Νέα της 26ης Μαΐου 2022.
Όσον αφορά τον Μακεδονοµάχο Γεώργιο Βολάνη, ανέλαβε και έκρυψε, κατά προτροπή του Τσουδερού, σε σπηλαιοβάραθρο στην περιοχή των Λάκκων 22 µεταλλικά κιβώτια που περιείχαν κρατικά αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών και τα οποία παρελήφθησαν από το κράτος µετά την απελευθέρωση.
∆υστυχώς, όµως, όπως λέγεται, ο ενωµοτάρχης του σταθµού των Περιβολίων, ενεργώντας µάλλον µε εντολές των Γερµανών του έστησε ενέδρα και τον δολοφόνησε στις 14 Ιανουαρίου 1942 σε ηλικία 66 ετών.
Τώρα, όσον αφορά τις µάχες στην περιοχή του Ανίµπαλη κράτησαν τρεις µέρες,ο λόχος του λοχαγού Συλαµιανάκη απέκρουε µε αυτοθυσία όλες τις επιθέσεις των Γερµανών, παρόλο που ο οπλισµό τους ήταν κατά πολύ κατώτερος, κατάφερε αρκετά πλήγµατα στον εχθρό προκαλώντας του µεγάλες απώλειες και εν τέλει διέφυγε προς το Θέρισο.
∆υστυχώς όµως, ο άλλος λόχος που δρούσε πιο χαµηλά προς το χωριό, ανάµεσα στο Νεκροταφείο του Αγίου Νικολάου και τα Μαριανά, είχε µεγάλες απώλειες , δυο αξιωµατικοί νεκροί και 18 στρατιώτες.
Στην µάχη των Περιβολίων είχαµε και αρκετούς νεκρούς συγχωριανούς µας, όπως τον Νικόλαο Χναρά, τον Νταµαδάκη τον Σταύρο , τον Καρλάκη τον Μιχάλη, τον Τζεράκη τον Παναγιώτη, τον Χοντράκη τον Αντώνη κ. ά.
Μετά την απελευθέρωση και τον εµφύλιο, γύρω στο 1950, αποφάσισαν οι χαροκαµένοι συγγενείς των εκτελεσθέντων συγχωριανών µας να ανεγείρουν παράλληλα µε το Μνηµείο των 33 και Μνηµείο Κενοτάφιο στο Νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής που ήταν θαµµένοι οι νεκροί στρατιώτες της µάχης των Περιβολίων.
Το Μνηµείο φιλοτέχνησε ο συγχωριανός µας εξαίρετος λιθοξόος Γεώργιος Γκιοµάκης και αναφέρει
ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΙΜΙΩΤΕΡΟΝ Η ΠΑΤΡΙΣ
«Πεσόντες εις την µάχην των Περιβολίων 20 Μαΐου 1941, Ηλιακόπουλος Αναστάσιος Λοχαγός, Κούκης Παναγιώτης Ανθυπολοχαγός, 18 Άγνωστοι Υπαξιωµατικοί και στρατιώται άπαντες εξ ηπειρωτικής Ελλάδος».
Προσωπικά νιώθω τιµή και περηφάνια για την ανέγερση αυτού του Κενοταφίου από του χαροκαµένους συγχωριανούς µας που µέσα στον πόνο και στην φτώχεια τους σκέφτηκαν και τα παιδιά από την ηπειρωτική Ελλάδα που ήρθαν και πολέµησαν και έπεσαν παλικαρίσια υπερασπίζοντας την Κρήτη µας Το θεωρώ, το Μνηµείο του Άγνωστου Στρατιώτη του χωριού µας. Υπόψη ότι ο µακαριστός παπα Γιάννης Γαλανάκης κάθε χρόνο έκανε αθόρυβα λίγα κόλλυβα και µακάριζε την µνήµη τους, µια παρόµοια αξιόλογη ενέργεια και επίσηµο Μνηµόσυνο έγινε προ τριετίας που όµως δεν είχε συνέχεια.
*Ο Γεώργιος Μανιαδάκης είναι συν/χος δάσκαλος


