Λίγες προσωπικότητες σφράγισαν τη σύγχρονη ιστορία της Κρήτης όσο ο μακαριστός Ειρηναίος Γαλανάκης. Συνήθως τον θυμόμαστε ως ιεράρχη, ως έναν φωτισμένο εκκλησιαστικό ηγέτη με διεθνή ακτινοβολία. Ίσως όμως δεν έχουμε σταθεί αρκετά σε μια άλλη διάσταση του έργου του: ο Ειρηναίος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους κοινωνικούς οραματιστές που γνώρισε ποτέ η Κρήτη.
Δεν περιορίστηκε σε έργα φιλανθρωπίας. Δεν αντιλαμβανόταν την κοινωνική προσφορά ως πράξη ελεημοσύνης προς τους αδύναμους. Πίστευε ότι η κοινωνία μπορεί να οργανωθεί με τρόπο που να παράγει η ίδια τις προϋποθέσεις της αξιοπρέπειας και της προόδου της και αυτό ήταν το βαθύτερο νόημα των πρωτοβουλιών του.
Η ΑΝΕΚ δεν ήταν απλώς μια ακτοπλοϊκή εταιρεία. Η ΕΤΑΝΑΠ δεν ήταν απλώς μια βιομηχανία εμφιάλωσης νερού. Τα οικοτροφεία, οι σχολές, οι κοινωνικές δομές και τα ιδρύματα που δημιούργησε δεν ήταν απλώς φιλανθρωπικά έργα. Ήταν κρίκοι μιας συνολικής αντίληψης που είχε για την ανάπτυξη του τόπου, μιας αντίληψης που βασιζόταν στη συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας, στη συλλογική ευθύνη, στην αξιοποίηση των τοπικών πόρων και στην ενίσχυση της αυτάρκειας.
Ο Ειρηναίος ανήκε σε μια γενιά που είχε ζήσει τον πόλεμο, τη φτώχεια, τη μετανάστευση και την εγκατάλειψη της υπαίθρου. Γνώριζε ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με εξωτερικές επενδύσεις ή με κρατικές επιδοτήσεις, γι’ αυτό και αναζητούσε τρόπους ώστε οι ίδιοι οι πολίτες να γίνουν συμμέτοχοι. Έτσι, χιλιάδες Κρητικοί έγιναν μέτοχοι της ΑΝΕΚ, οι τοπικές κοινωνίες συμμετείχαν στη δημιουργία επιχειρήσεων και θεσμών, η οικονομία αντιμετωπιζόταν ως κοινωνικό εργαλείο και όχι ως αυτοσκοπός για το κέρδος κάποιου επενδυτή.
Σήμερα, η Κρήτη είναι αναμφίβολα πλουσιότερη. Διαθέτει καλύτερες υποδομές, μεγαλύτερη εξωστρέφεια και υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα όμως είναι και μια διαφορετική Κρήτη. Η ΑΝΕΚ δεν αποτελεί πλέον το εγχείρημα λαϊκής βάσης που υπήρξε κάποτε. Η ΕΤΑΝΑΠ ακολουθεί πλέον μια διαφορετική εταιρική πορεία από εκείνη που ενέπνευσε τους δημιουργούς της. Οι εγκαταστάσεις του Αγίου Ματθαίου, που φιλοξένησαν επί δεκαετίες ορφανά παιδιά, οικοτρόφους και μαθητές, αποτελούν σήμερα αντικείμενο σχεδιασμών διαφορετικής αξιοποίησης. Το ερώτημα που τίθεται είναι : Τι -από το πνεύμα που γέννησε αυτά τα εγχειρήματα – παραμένει ζωντανό;
Το ίδιο ερώτημα ανακύπτει και όταν κοιτάξουμε το συνολικό μοντέλο ανάπτυξης της Κρήτης. Η σημερινή οικονομία του νησιού στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό. Ο τουρισμός, βραχυπρόθεσμα, φέρνει πλούτο, θέσεις εργασίας και σημαντικές ευκαιρίες για κάποιους. Ταυτόχρονα όμως ενίσχυσε μια νέα μορφή εξάρτησης. Η αξία της γης καθορίζεται όλο και περισσότερο από την τουριστική εκμετάλλευση. Η κατοικία μετατρέπεται σε επενδυτικό προϊόν, παραδοσιακές παραγωγικές δραστηριότητες υποχωρούν, τα νερά λιγοστεύουν, η ποιότητα ζωής των μονίμων κατοίκων χειροτερεύει και γιγαντώνεται συνεχώς η οικονομία της παροχής υπηρεσιών σε τουρίστες και επισκέπτες, με όποιες συνέπειες παράγει αυτό μακροπρόθεσμα. Η μονοκαλλιέργεια στην οικονομία, στις περισσότερες περιπτώσεις, παράγει ανισορροπία. Ενώ η Κρήτη έχει όλες τις προϋποθέσεις να στηρίζεται στα δικά της πόδια, εγκλωβίζεται σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που ενισχύει την εξάρτησή της από άλλες παραμέτρους.
Ο Ειρηναίος δεν υπήρξε εχθρός της ανάπτυξης. Το αντίθετο, ήταν ένας άνθρωπος βαθιά προσανατολισμένος στη δημιουργία, όμως το ερώτημα που πιθανότατα θα έθετε σήμερα δεν θα ήταν πόσοι επισκέπτες έφτασαν στην Κρήτη. Θα ήταν πόσο ισχυρές παραμένουν οι ίδιες οι τοπικές κοινωνίες, πόσο ικανές είναι να παράγουν, να αποφασίζουν και να σχεδιάζουν το μέλλον τους.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση του έργου του που συχνά ξεχνιέται και είναι ακόμα πιο σημαντικό. Ο Ειρηναίος υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του φιλειρηνικού κινήματος στην Κρήτη. Συμμετείχε σε πρωτοβουλίες κατά της στρατιωτικοποίησης και τάχθηκε εναντίον των στρατιωτικών βάσεων. Αντιτάχθηκε στα επιθετικά σχέδια των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στον κόσμο και στην περιοχή μας, γιατί ήταν υπέρμαχος της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών. Με τη δράση του έδειχνε πως η πυξίδα του δεν ήταν αυτή του «δεδομένου συμμάχου».
Σήμερα, η Σούδα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς κόμβους της Ανατολικής Μεσογείου. Μία πολεμική βάση που αποτελεί κίνδυνο για την ίδια τη ζωή στο νησί – ακόμα και στην πιθανότητα ατυχήματος – ενώ βλέποντας και το πώς στοχοποιούνται οι στρατιωτικές βάσεις στη Μέση Ανατολή, κανείς σοβαρός αναλυτής δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα χτυπήματος σε περίπτωση μεγαλύτερης κλιμάκωσης.
Οι διεθνείς κρίσεις και οι πολεμικές συγκρούσεις της περιοχής καθιστούν το νησί μέρος ευρύτερων γεωπολιτικών σχεδιασμών, και δεν χρειάζεται κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με αυτή την πραγματικότητα για να αναγνωρίσει ότι πρόκειται για μια ιστορική μεταβολή. Έτσι, επανέρχεται το ίδιο ερώτημα: Πώς θα έβλεπε ο Ειρηναίος μια Κρήτη που από τη μία βασίζει την οικονομία της στον τουρισμό και από την άλλη μετατρέπεται σε πολεμικό ορμητήριο; Πώς θα όριζε σήμερα την έννοια της προόδου;
Η παρακαταθήκη του Ειρηναίου Γαλανάκη δεν βρίσκεται μόνο στα κτίρια που χτίστηκαν, στις εταιρείες που ιδρύθηκαν ή στους θεσμούς που δημιουργήθηκαν. Βρίσκεται κυρίως σε μια ιδέα. Στην ιδέα ότι η ανάπτυξη πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία, ότι η οικονομία οφείλει να ενισχύει τη συλλογική αξιοπρέπεια, ότι η πρόοδος δεν μετριέται μόνο με οικονομικούς δείκτες αλλά και με την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων, και ότι η ειρήνη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά προϋπόθεση κάθε πραγματικής ανάπτυξης.
Ίσως, λοιπόν, το πιο ουσιαστικό μνημόσυνο στον Ειρηναίο Γαλανάκη να μην είναι η αναφορά στο παρελθόν. Ίσως να είναι η προσπάθεια να απαντήσουμε στο ερώτημα που ο ίδιος πιθανότατα θα έθετε και σήμερα: Ποια Κρήτη θέλουμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές;
*Ο Χρήστος Τσαντής είναι συγγραφέας, υπεύθυνος των Εκδόσεων Ραδάμανθυς


