
∆ιάβασα πρόσφατα σε ειδησεογραφικό ιστότοπο αναγγελία της κατασκευής µιας ακόµη µεγάλης τουριστικής µονάδας στη δυτική εσχατιά της Κρήτης: «Παράλληλα, σε µια περίοδο όπου η διαχείριση των υδάτινων πόρων αποτελεί κρίσιµη παράµετρο για τις τουριστικές υποδοµές, ιδίως στην Κρήτη, η επιλογή δηµιουργίας ενός εκτεταµένου πλέγµατος πισινών σε οικόπεδο περίπου 10 στρεµµάτων στα Φαλάσαρνα διαµορφώνει νέα δεδοµένα για την αισθητική και λειτουργική ταυτότητα των καταλυµάτων της περιοχής».
Είναι ενδιαφέρον ότι παρουσιάζει µια υδροβόρα επιλογή όχι ως πρόβληµα διαχείρισης υδάτινων πόρων και κρίσιµο όριο σχεδιασµού, αλλά ως «νέα δεδοµένα για την αισθητική και λειτουργική ταυτότητα»! ∆ηλαδή η έλλειψη νερού µετατρέπεται σε αισθητικό αφήγηµα. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγµα ρητορικής βιωσιµότητας, όπου η περιβαλλοντική ευαισθησία υπερθεµατίζει στο επίπεδο του λόγου, ενώ οι πρακτικές ακολουθούν την πεπατηµένη, δηλαδή το τρέχον αναπτυξιακό πρότυπο. Η Κρήτη όπου οι υποδοµές είναι κορεσµένες και αντιµετωπίζει υδατική και ενεργειακή πίεση, ταυτόχρονα προβάλλεται ως πεδίο για νέες µεγάλες τουριστικές µονάδες υψηλής κατανάλωσης. Η δηµοσιογραφική αφήγηση γίνεται έτσι µέρος του µηχανισµού που µετατρέπει την κρίση σε ευκαιρία επένδυσης. Ακριβώς όπως η υδατική κρίση «δικαιολογεί» αφαλατώσεις, η ενεργειακή πίεση «δικαιολογεί» νέες γραµµές υψηλής τάσης, η υπερφόρτωση «δικαιολογεί» περισσότερη τεχνολογία. Το τουριστικό µοντέλο ανάπτυξης στην Κρήτη συνοδεύεται από µεγάλες επενδύσεις υποδοµής: νέοι δρόµοι, αεροδρόµια, λιµάνια, ξενοδοχειακές µονάδες, εποµένως αυξηµένες ανάγκες ενέργειας και δικτύων.
Oι νέες επενδύσεις στον τουρισµό είναι ιδιαιτέρως κερδοφόρες για το κεφάλαιο, αλλά δεν συνεπάγονται πια προστιθέµενη αξία για την εργασία (αρνητική ανεργία στον κλάδο, ανάγκη για εισαγωγή εργαζοµένων από εξωτερικό για τις πρόσθετες µονάδες), όµως επιδοτούνται αδρά προκαλώντας ανάπτυξη χωρίς όρια. Στα πλαίσια του εθνικού σχέδιου ανάκαµψης «Greece 2.0» έχουν ήδη εγκριθεί και χρηµατοδοτηθεί µεγάλα τουριστικά έργα στην Κρήτη, όπως η ανακαίνιση του “Village Resort & Waterpark” στο Ηράκλειο (προϋπολογισµού ~€42 εκατ.), µε περίπου €15 εκατ. από RRF, ή ξενοδοχειακό έργο στο Αποκόρωνα Χανίων προϋπολογισµού ~€14,4 εκατ. που λαµβάνει ~€7,2 εκατ. χρηµατοδότηση από το πρόγραµµα. Επιπλέον µεγάλο πλήθος ξενοδοχειακών επενδύσεων µεσαίας και µικρής κλίµακας στην Κρήτη έχει πρόσβαση σε επιδοτήσεις που µπορούν να καλύψουν µέχρι περίπου 45 – 55 % του κόστους (ανάλογα µε τα κριτήρια). Οι επιδοτήσεις αυξάνουν την καθαρή παρούσα αξία (ΚΠΑ) αυτών των επενδύσεων και µειώνουν τον χρηµατοοικονοµικό κίνδυνο για τους επενδυτές. Ενώ οι επιδοτήσεις προωθούνται ως ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης, προκαλούν ασύµµετρη µεγέθυνση της τουριστικής υποδοµής που εξαντλεί τους ενεργειακούς, υδατικούς και περιβαλλοντικούς πόρους της Κρήτης.
Έτσι η Κρήτη βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο ενός ενεργειακού σχεδίου που παρουσιάζεται ως «αναγκαίο» και «αναπόφευκτο». Ο Α∆ΜΗΕ προτείνει την κατασκευή µιας νέας εναέριας γραµµής υψηλής τάσης (Γ.Υ.Τ.), που θα ενώνει τα Χανιά µε το Ρέθυµνο και τη ∆αµάστα, για να «ολοκληρώσει» το ηλεκτρικό δίκτυο των δύο καλωδίων διασύνδεσης της Κρήτης µε την ηπειρωτική Ελλάδα. Όµως, πόσο πραγµατικά αναγκαίο είναι αυτό το έργο; Και, κυρίως, ποιο µέλλον υπηρετεί;
Η ψευδαίσθηση
της “αναγκαιότητας”
Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) του Α∆ΜΗΕ προβάλλει δύο κύρια επιχειρήµατα: την ασφάλεια του δικτύου και την ανάπτυξη των Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Η ανάλυση των εναλλακτικών λύσεων στη ΜΠΕ περιορίζεται σε ελάχιστες σελίδες, όπου τα µειονεκτήµατα των εναλλακτικών παρουσιάζονται ανυπέρβλητα, χωρίς ουσιαστική συγκριτική αξιολόγηση. Στο απαντητικό υπόµνηµα προς την Περιφέρεια Κρήτης, προτάσεις που έχουν τεθεί στον δηµόσιο διάλογο απορρίπτονται συνοπτικά, ενώ άλλες – ακόµη και από θεσµικούς φορείς όπως το Τεχνικό Επιµελητήριο Ελλάδας – αγνοούνται πλήρως. Ιδιαίτερα προβληµατική είναι η τεκµηρίωση της αναγκαιότητας του έργου. Η «ασφάλεια του δικτύου» προβάλλεται ως απόλυτο και αυτονόητο επιχείρηµα, χωρίς να συνοδεύεται από διαφανή ανάλυση σεναρίων ή αξιολόγηση εναλλακτικών τεχνικών λύσεων. Παράλληλα, η ανάγκη του έργου συνδέεται άρρηκτα µε την «ασφαλή ανάπτυξη των ΑΠΕ», η οποία στην πράξη αφορά κυρίως τη διείσδυση Βιοµηχανικών ΑΠΕ – επενδύσεων στις οποίες οι τοπικές κοινωνίες αντιτίθενται και για τις οποίες η ίδια η Περιφέρεια Κρήτης έχει απορρίψει σχετικές ΜΠΕ. Συνεπώς, η αναγκαιότητα του έργου στηρίζεται σε αναπτυξιακά σενάρια που δεν έχουν κοινωνική και θεσµική νοµιµοποίηση. Παρά ταύτα, το έργο προχωρά σαν να πρόκειται για τεχνικό ζήτηµα, αποκοµµένο από τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές του συνέπειες. Η ενεργειακή πολιτική, όµως, δεν είναι µόνο υπόθεση µηχανικών και επενδυτών· είναι υπόθεση δηµοκρατίας και µέλλοντος.
Η κοινωνία και το περιβάλλον στο περιθώριο
Η χάραξη της νέας γραµµής διέρχεται από περιοχές µεγάλης οικολογικής αξίας, προκαλώντας εύλογες αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών. Η πρόσφατη έκθεση του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) που εκπονήθηκε από διεπιστηµονική οµάδα και παραδόθηκε στην Περιφερειακή Ένωση ∆ήµων Κρήτης το ∆εκέµβριο 2025 επισηµαίνει ασυµβατότητες µε το ισχύον χωροταξικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο και υπογραµµίζει ότι η τρέχουσα προτεινόµενη εναέρια γραµµή δεν λαµβάνει επαρκώς υπόψη αυτές τις συγκρούσεις και καταλήγει σε σαφή και κρίσιµα σηµαντικά συµπεράσµατα για την περιβαλλοντική βιωσιµότητα της προτεινόµενης γραµµής υψηλής τάσης Χανιά – ∆αµάστα:
Η προτεινόµενη χάραξη παρουσιάζει σηµαντικές ασυµβατότητες µε το ισχύον χωροταξικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο, καθώς η γραµµή διασχίζει πάνω από 39 χιλιόµετρα προστατευόµενων περιοχών του ∆ικτύου Natura 2000.
Η διέλευση των πυλώνων µέσα ή δίπλα σε ευαίσθητους φυσικούς και πολιτιστικούς τόπους —δηµιουργεί σοβαρές περιβαλλοντικές, οπτικές και πολιτιστικές επιβαρύνσεις που δεν έχουν επαρκώς αποτυπωθεί στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του Α∆ΜΗΕ. Ο τρέχων σχεδιασµός δεν είναι συµβατός µε εθνικές και ευρωπαϊκές οδηγίες για προστατευόµενες περιοχές και βιώσιµη χωροθέτηση έργων υποδοµής.
Τα επιχειρήµατα που χρησιµοποιούνται για να δικαιολογήσουν τη ΓΥΤ (π.χ. «ασφάλεια δικτύου», «περισσότερη ηλεκτρική ισχύς») δεν συνοδεύονται από πλήρη, συµµετοχική και συγκριτική ανάλυση εναλλακτικών λύσεων — κάτι που επισηµαίνει και η έκθεση του ΕΜΠ. Τα στοιχεία που προκύπτουν από ανεξάρτητη επιστηµονική αξιολόγηση (όπως αυτή του ΕΜΠ) δείχνουν ότι η συγκεκριµένη χάραξη δεν ικανοποιεί βασικά κριτήρια βιωσιµότητας και χωροταξικού σεβασµού. Σε αυτό το πλαίσιο, η έκθεση του ΕΜΠ δείχνει ότι η «αναγκαιότητα» του έργου δεν είναι µια αυτονόητη επιστηµονική αλήθεια αλλά µια πολιτική και σχεδιαστική επιλογή που πρέπει να επανεξεταστεί µε κριτήριο τη βιωσιµότητα και όχι απλώς την τεχνική λειτουργία. Η ενεργειακή ασφάλεια και η διασύνδεση µπορεί να είναι στόχος, αλλά η περιβαλλοντική βιωσιµότητα και κοινωνική συναίνεση δεν µπορούν να θυσιαστούν στο όνοµα µιας δήθεν αναγκαιότητας που η ίδια η ΜΠΕ επιβεβαιώνει πριν καν αξιολογηθεί σωστά. Αυτό σηµαίνει ότι η “ανάγκη” γίνεται προϋπόθεση και όχι αντικείµενο διαλόγου, οδηγώντας σε αποφάσεις που επιβραβεύουν την πρόβλεψη επειδή την έχουν ήδη ενσωµατώσει στο σχεδιασµό — αυτό είναι η αυτοεκπληρούµενη προφητεία στον ενεργειακό σχεδιασµό.
Η έννοια της αυτοεκπληρούµενης προφητείας
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη ΜΠΕ, η «προβλεπόµενη µεγάλη ανάπτυξη µονάδων ΑΠΕ στην Κρήτη» καθιστά – κατά τον µελετητή – αναγκαία την πλήρη αξιοποίηση της εξαγωγικής ικανότητας µεταφοράς, άρα και την κατασκευή της νέας ΓΥΤ. Παράλληλα, η «ραγδαία αύξηση των ηλεκτρικών φορτίων λόγω οικιστικής, τουριστικής και βιοµηχανικής ανάπτυξης» προβάλλεται ως δεδοµένο και όχι ως επιλογή που µπορεί και οφείλει να επαναξιολογηθεί. Έτσι, οι προσδοκίες για ένα συγκεκριµένο αναπτυξιακό µέλλον δηµιουργούν τις συνθήκες που επιβεβαιώνουν την αρχική πρόβλεψη, αποκλείοντας εναλλακτικές πορείες ενεργειακού σχεδιασµού.
Στον ενεργειακό τοµέα, οι αυτοεκπληρούµενες προφητείες εµφανίζονται όταν (α) οι προβλέψεις ζήτησης οδηγούν σε υπερκατασκευή υποδοµών, (β) οι πολιτικές επιλογές προκαθορίζουν τα ίδια τα δεδοµένα που επικαλούνται, και (γ) οι επενδύσεις µεγάλης κλίµακας δηµιουργούν «ανάγκες» που δεν υπήρχαν πριν. Το αποτέλεσµα είναι ένας φαύλος κύκλος ενεργειακού σχεδιασµού: προβλέπουµε ένα µέλλον για να το αντιµετωπίσουµε — και τελικά το προκαλούµε εµείς οι ίδιοι.Πολλά είναι τα παραδείγµατα — διεθνή και ελληνικά — όπου ενεργειακά σχέδια ή πολιτικές µπορούν να χαρακτηριστούν ως αυτοεκπληρούµενες προφητείες, ενδεικτικά:
Υπερεκτίµηση ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας (1950–2000). που οδήγησαν σε υπερκατασκευή λιγνιτικών και πυρηνικών σταθµώνκαι ενθάρρυναν µεγαλύτερη κατανάλωση (1).
Νέες γραµµές µεταφοράς για “µελλοντικές ΑΠΕ”. Η υπόθεση ότι «θα χρειαστούν γραµµές για να εξυπηρετήσουν την προβλεπόµενη ανάπτυξη ΑΠΕ» οδηγεί στην κατασκευή τους· η ύπαρξή τους µε τη σειρά της καθιστά τις ΒΑΠΕ βιώσιµες (2).
Η “αναγκαιότητα” της πυρηνικής ενέργειας Το δόγµα της δεκαετίας του ’70 στη Γαλλία ότι “χωρίς πυρηνική ενέργεια δεν υπάρχει ασφάλεια εφοδιασµού” οδήγησε σε πλήρη εξάρτηση από αυτήν (3).
Τα επιχειρήµατα της ΜΠΕ του Α∆ΜΗΕ εµφανίζουν χαρακτηριστικά αυτοεκπληρούµενης προφητείας: προεξοφλούν πολιτικές επιλογές και αναπτυξιακές εξελίξεις και στη συνέχεια χρησιµοποιούν αυτές τις προσδοκίες για να δικαιολογήσουν τον ίδιο τον σχεδιασµό του έργου.
Ο όρος «αυτοεκπληρούµενη προφητεία» (self-fulfilling prophecy, όρος που εισήγαγε ο κοινωνιολόγος Robert Merton, αναφέρεται στην αρχαία και νεώτερη γραµµατεία, στο»Σύνδροµο του Οιδίποδα», γιατί το µαντείο έπαιξε έναν πολύ σηµαντικό ρόλο στη ροή των γεγονότων που οδήγησαν στην εκπλήρωση του χρησµού, ή στην πρόκληση της βασιλοκτονίας στον Μάκβεθ του Σαίξπηρ) περιγράφει τέλεια ένα φαινόµενο που συχνά παρατηρείται στις ενεργειακές πολιτικές: όταν οι προσδοκίες για ένα µελλοντικό ενεργειακό σενάριο δηµιουργούν τις συνθήκες που το κάνουν τελικά πραγµατικότητα, ανεξάρτητα από το αν υπήρχε αρχική πραγµατική ανάγκη.
Οι εναλλακτικές
που αποσιωπούνται
Η διεθνής και εγχώρια επιστηµονική έρευνα δείχνει ότι ένα διαφορετικό ενεργειακό τοπίο είναι εφικτό. Ερευνητικά αποτελέσµατα από το Πολυτεχνείο Κρήτης και ευρωπαϊκά πανεπιστήµια αναδεικνύουν τα πλεονεκτήµατα της διεσπαρµένης παραγωγής και της αυτοπαραγωγής, σε συνδυασµό µε αποθήκευση ενέργειας. Η εισαγωγή µονάδων διεσπαρµένης παραγωγής στα συστήµατα ηλεκτρικής ενέργειας µπορεί (α) να µειώσει τις απώλειες και τις υπερφορτώσεις των γραµµών µεταφοράς, (β) να περιορίσει ή να αναβάλει την ανάγκη για νέες ενεργειακές υποδοµές µεγάλης κλίµακας, (γ) να προσφέρει οικονοµικά και περιβαλλοντικά οφέλη µέσω της µείωσης των εκποµπών, και τέλος να αυξήσει τη συνολική αξιοπιστία του συστήµατος. Επιπλέον το τεράστιο δυναµικό ηλιακής ενέργειας επιτάσσει «προτεραιότητα στην παροχή κινήτρων για την εγκατάσταση µικρών Φ/Β συστηµάτων στις στέγες και στις ταράτσες. Αυτό θα αποφέρει πολλαπλά πλεονεκτήµατα που σχετίζονται κατ’ αρχήν µε την εξάντληση των φυσικών πόρων και τις αλλαγές στις χρήσεις γη. Επιπλέον, περιορίζεται η ανάγκη επενδύσεων σε νέες γραµµές µεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και η παραγωγή και κατανάλωση του ηλιακού ηλεκτρισµού µπορεί να γίνονται τοπικά και να αποφεύγονται οι σηµαντικές απώλειες της µεταφοράς και διανοµής του ηλεκτρισµού» (4), Η ορθή διαστασιολόγηση, χωροθέτηση και επιλογή τεχνολογιών είναι κρίσιµης σηµασίας και µπορεί να επιτευχθεί µέσω σύγχρονων αλγοριθµικών και βελτιστοποιητικών µεθόδων, όπως έχει ήδη τεκµηριωθεί σε ερευνητικές εργασίες και πρόσφατες δηµοσιεύσεις (5). Η τεχνολογία υπάρχει — το ερώτηµα είναι αν υπάρχει η πολιτική βούληση να την αξιοποιήσουµε.
Προς µια συµµετοχική
λήψη αποφάσεων
Η εµπειρία του Πολυτεχνείου Κρήτης στην πολυκριτηριακή ανάλυση και υποστήριξη αποφάσεων δείχνει πως η επιλογή ενεργειακών έργων µπορεί να γίνεται µε διαφάνεια, συµµετοχή επιστηµόνων και τοπικών φορέων και µε σεβασµό σε κριτήρια αξιοπιστίας, κοινωνικής αποδοχής και περιβαλλοντικής βιωσιµότητας (6). Για την επιλογή της κατάλληλης λύσης απαιτείται συµµετοχή επιστηµόνων, θεσµικών φορέων και κοινωνίας (7) για τη στάθµιση πολλαπλών κριτηρίων, την ενσωµάτωση δεικτών συµφωνίας και διαφωνίας, καθώς και τη δυνατότητα «αρνησικυρίας» (veto) όταν κρίσιµες περιβαλλοντικές ή κοινωνικές επιπτώσεις καθιστούν µια λύση µη αποδεκτή (8). Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει αυξανόµενη υιοθέτηση τέτοιων προσεγγίσεων, ειδικά σε έργα µεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (9).
Σε αυτό το πλαίσιο οι ενεργειακές κοινότητες συνιστούν ένα εργαλείο αποκεντρωµένης, δηµοκρατικής και κοινωνικά δίκαιης ενεργειακής µετάβασης, στο οποίο η παραγωγή και η κατανάλωση ενέργειας συνδέονται άµεσα µε τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των τοπικών κοινωνιών. Σε αυτό το µοντέλο, οι πολίτες, οι δήµοι, οι αγροτικοί και κοινωνικοί φορείς είναι συνδιαµορφωτές του ενεργειακού µέλλοντος του τόπου τους. Η αποκεντρωµένη παραγωγή, σε συνδυασµό µε αποθήκευση, διαχείριση ζήτησης και τοπικά δίκτυα µικρής κλίµακας µπορεί να µειώσει τις αιχµές φορτίου, να περιορίσει τις απώλειες και να µειώσει την ανάγκη για νέες µεγάλες υποδοµές µεταφοράς, περιορίζοντας έτσι τις αντίστοιχες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις και ενισχύοντας τις συνέργειες σε τοπικό επίπεδο (10). Και αυτό γιατί, σε αντίθεση µε τις µεγάλες ενεργειακές εταιρείες, οι ενεργειακές κοινότητες διατηρούν και επανεπενδύουν τα έσοδά τους στις τοπικές κοινωνίες, δηµιουργώντας πολλαπλασιαστικά οικονοµικά και κοινωνικά οφέλη. Ενδεικτικά, µελέτη του 2014 από την Περιφέρεια της Οξιτανίας στη Γαλλία έδειξε ότι για κάθε 1 ευρώ δηµόσιας επιδότησης σε κοινοτικά ενεργειακά έργα δηµιουργούνται έως και 50 ευρώ οικονοµικών οφελών για την τοπική οικονοµία. Αντίστοιχα, εµπειρικές µελέτες από τη Γερµανία και τη Γαλλία αναδεικνύουν ότι κάθε ευρώ που επενδύεται σε ένα κοινοτικό έργο ενέργειας παράγει 2 έως 8 φορές περισσότερα τοπικά οικονοµικά οφέλη σε σύγκριση µε ιδιωτικά έργα ΑΠΕ. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι ενεργειακές κοινότητες δεν αποτελούν απλώς µια «εναλλακτική» µορφή ΑΠΕ, αλλά έναν διαφορετικό αναπτυξιακό δρόµο: έναν δρόµο όπου η ενεργειακή µετάβαση συνδέεται µε την τοπική ευηµερία, τη µείωση ανισοτήτων και τον σεβασµό των περιβαλλοντικών ορίων — και όχι µε τη µεγέθυνση των υποδοµών σε βαθµό που εξαντλει τους φυσικούς και κοινωνικους πόρους, και εξάγει την αξία σε µεγάλα ιδιωτικά κεφάλαια εκτός Κρήτης.
Ένα διαφορετικό ενεργειακό όραµα για την Κρήτη
Η επιλογή της νέας εναέριας ΓΥΤ Χανιά – ∆αµάστα δεν αποτελεί τεχνική αναγκαιότητα µε αυτονόητο χαρακτήρα, αλλά στρατηγική επιλογή που βασίζεται σε συγκεκριµένες παραδοχές ανάπτυξης. Η νέα Γραµµή Υψηλής Τάσης δεν αποτελεί µονόδροµο. Αντιθέτως, µπορεί να οδηγήσει σε ενεργειακή υπερσυγκέντρωση, περιβαλλοντική επιβάρυνση περισσότερο υπερτουρισµό και επιδείνωση της υδατικής κρίσης και κοινωνική πόλωση. Ένας βιώσιµος ενεργειακός σχεδιασµός για την Κρήτη οφείλει να εξετάζει σοβαρά εναλλακτικές λύσεις, να ενσωµατώνει την επιστηµονική γνώση, να σέβεται τα οικοσυστήµατα και να δίνει ουσιαστικό ρόλο στην κοινωνία. Μια εναλλακτική στρατηγική που βασίζεται στη διεσπαρµένη παραγωγή, την ενεργειακή δηµοκρατία και τη συµµετοχική λήψη αποφάσεων µπορεί να εξασφαλίσει ένα βιώσιµο και δίκαιο ενεργειακό µέλλον.
Η Κρήτη µπορεί και πρέπει να πρωτοπορήσει σε ένα νέο ενεργειακό παράδειγµα µε (1) Απάλειψη της εξάρτησης από ορυκτά καύσιµα, (2) Ενεργειακή ανεξαρτησία µε εγχώριες πηγές (3) ∆ίκτυα µικρής κλίµακας, µε έµφαση στην αποθήκευση και την αυτοπαραγωγή (4) Ελαχιστοποίηση του συνολικού κόστους και των απωλειών και (5) Μετάβαση προς µια «κοινωνία των 2000 W», δηλαδή ένα µοντέλο βιώσιµης κατανάλωσης και παραγωγής ενέργειας. Αυτό είναι το πραγµατικό στοίχηµα: όχι να µεταφέρουµε περισσότερη ενέργεια, αλλά να την παράγουµε και να τη χρησιµοποιούµε έξυπνα, δίκαια και τοπικά. Η νέα γραµµή υψηλής τάσης δεν είναι αναπόφευκτη. Είναι µια επιλογή – και µάλιστα επιλογή που µας δεσµεύει σε ένα ενεργειακό µοντέλο του παρελθόντος. Αντί να επενδύσουµε σε πυλώνες και καλώδια, ας επενδύσουµε σε γνώση, καινοτοµία και συµµετοχή. Η Κρήτη δεν χρειάζεται άλλο ένα δίκτυο που τη διασυνδέει εξαρτησιακά µε το ηπειρωτικό σύστηµα· χρειάζεται ένα δίκτυο που ενώνει τους ανθρώπους της σε ένα κοινό ενεργειακό µέλλον.
*Ο Στέλιος Ροζάκης
είναι καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης
Βιβλιογραφικές Αναφορές – Πηγές
Hirsch, R.L. (2001). “Power Plant Overshoot: Forecasting Errors and Planning Biases in the Electric Utility Industry.” Energy Policy.
Vajjhala, S. & Fischbeck, P. (2007). “Quantifying Siting Difficulty: A Case Study of U.S. Transmission Line Siting.” Energy Policy. και Στεφανάκης, Χ. (2022). «Ενεργειακός σχεδιασµός και κοινωνικές αντιστάσεις στην Κρήτη». ΤΕΕ Κρήτης.
Hecht, G. (2009). “The Radiance of France: Nuclear Power and National Identity after World War II.” MIT Press.
Έρευνα Χωροθέτησης για την βιώσιµη εγκατάσταση µεγάλων µονάδων Φ/Β και ηλιοθεµικών ισχύος στην Περιφέρεια Κρήτης, (2014) Εργαστήριο Βιώσιµων και ΑΠΕ Συστηµάτων, Πολυτεχνείο Κρήτης
Βέλτιστη διαστασιολόγηση και επιλογή θέσεων σύνδεσης µονάδων διεσπαρµένης παραγωγής µε χρήση ευρεστικού αλγορίθµου (2015) ∆ιπλωµατική εργασία ∆. Χατζηγεωργίου – Εργαστήριο Συστηµάτων Ηλεκτρικής Ενέργειας, Πολυτεχνείο Κρήτης 2015
de Lima GSC, et al., 2018. Sustainable development enhanced in the decision process of electricity generation expansion planning, Renewable Energy 123: 563-577
Trutnevyte E., Stauffacher M., Scholz R.W. Supporting energy initiatives in small communities by linking visions with energy scenarios and multi-criteria assessment (2011) Energy Policy
(8) Kartsonakis S., Grigoroudis E., Zopounidis C. An ELECTRE-TRI Model for National Energy Sustainability Assessment (2021) Multiple Criteria Decision Making
Doukas H., Karakosta C., Flamos A., Psarras J. Electric power transmission: An overview of associated burdens(2011) International Journal of Energy Research
https://www.efsyn.gr/oikonomia/497451_na-paroyme-ta-boyna-kai-tin-energeia-sta-heria-mas


