14.4 C
Chania
Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου, 2026

Η ευτυχισμένη κοιλάδα

»Annemarie Schwarzenbach (µτφρ. Γιάννης Κοιλής, εκδόσεις Νήσος)

 

Συνέβαινε και θα συµβαίνει, δηµιουργοί που στον καιρό τους πέρασαν κάτω από τα ραντάρ, ο,τι ήταν να ειπωθεί ειπώθηκε κιόλας, λέγανε και συνεχίζουν να λένε κάποιοι, δηµιουργοί που για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν εκτιµήθηκε το έργο τους, ίσως µπροστά από την εποχή τους, ίσως απόρροια συγκυριών, τόσα έργα κυκλοφορούν συνεχώς, όπως και να έχει, κάποιοι από αυτούς, µετά θάνατον, µετά την παρέλευση ενός σηµαντικού χρονικού διαστήµατος τέλος πάντων, αναδύονται ξανά στην επιφάνεια, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, πώς γίνεται, αναρωτιόµαστε τώρα, ένα τέτοιο βιβλίο, Η ευτυχισµένη κοιλάδα στην προκειµένη περίπτωση, να µην αποθεώθηκε στην εποχή του, µια ειδική κατηγορία δηµιουργήθηκε για να ενταχθεί ο παραµεληµένος δηµιουργός, που δηµιούργησε τότε και αναδύθηκε τώρα, σύγχρονος κλασικός, έτσι αποκαλείται σε µια διττή απόπειρα, από τη µια να διορθωθεί η παράβλεψη, από την άλλη να ονοµαστεί ο µεταχρονολογηµένος χαρακτήρας µιας νέας και συνάµα παλιάς έκδοσης.

Στην περίπτωση της Σβάρτσενµπαχ, πέρα των λοιπών συγκυριών και αιτίων,  ο «εχθρός» υπήρξε εσωτερικός, η µητέρα της, που τόσο τη λάτρευε µικρή, έβλεπε σε εκείνη κάτι δικό της, κάτι προς οικειοποίηση, δεν αποδέχθηκε ποτέ την ιδεολογική διαφορά, το ελευθεριακό πνεύµα της κόρης της, που µικρή την έντυνε µε αντρικά ρούχα και την περιέφερε σε ποικίλες εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις, µια οικογένεια πλούσια, ισχυρή, ταγµένη στο πλευρό των ναζί, µε τον θάνατό της, φρόντισε να καταστρέψει ο,τι η πρόωρα θανούσα σε ατύχηµα µε το ποδήλατό κόρη της άφησε πίσω, κυρίως τα ηµερολόγια της, µερίµνησε ώστε η κηλίδα στην οικογενειακή µερίδα να σβηστεί, να αποµακρυνθεί, να ξεχαστεί, να αποποιηθεί οποιαδήποτε συνάφεια.

Σε µια περίπλοκη συνθήκη, όπως η µεγάλη ιστορία, δεν είναι απλό να µετέρχεται κανείς βεβαιότητες, στην περίπτωση της Σβάρτσενµπαχ ωστόσο, το µαύρο, πηχτό µελάνι µε το οποίο καλυπτόταν τότε ένα µέρος της Ευρώπης, αλλά και του κόσµου, είναι κάτι το οποίο εν µέρει κάλυψε και το έργο της, δεν είναι εύκολο κανείς να αποσυνδέσει εντελώς την εποχή από το έργο, η εποχή που γεννά το έργο, η εποχή που το βυθίζει.

Ο πρωτοπρόσωπος άρρεν αφηγητής περιτριγυρίζει την Ασία, µια επικράτεια που εκκινά από τη χώρα µας και φτάνει µέχρι το Ιράν, τόποι κάποτε γεννήτριες και κοιτίδες, τώρα αραιά κατοικηµένοι, στο περιθώριο του ενδιαφέροντος, επισκέπτεται ως επαγγελµατίας χώρους αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, ίπταται και φωτογραφίζει, επιχειρεί να ανασύρει από το παρελθόν ψηφίδες, να ενώσει τα κοµµάτια, να προσθέσει στην ανθρώπινη γνώση, να εκτείνει γέφυρες ανάµεσα στο µακρινό χτες και στο σήµερα, το ασφυκτικό στην Ευρώπη ειδικά σήµερα, εκεί που ο αέρας ολοένα και αραιώνει, κάνοντας την αναπνοή δύσκολη, αν όχι αδύνατη, και να που χιλιόµετρα µακριά η ανάσα χορταίνει, το µάτι χορταίνει, η αγωνία καθησυχάζεται.

Η γλώσσα που µετέρχεται η Σβάρτσενµπαχ είναι λυρική, στο όριο του λιγώµατος, όριο στο οποίο ακροβατεί επικίνδυνα, λέξη τη λέξη αποφεύγει την κατακρήµνιση στην άβυσσο του λιγώµατος, της ποιητικούρας, της καρικατούρας, ο Κοιλής στη µετάφραση, πέρα των υπόλοιπων δυσκολιών, όπως τα πραγµατολογικά στοιχεία για παράδειγµα, δίνει τη µάχη της γλωσσικής µετάβασης κυρίως στην αρένα της λυρικότητας αυτής και φαίνεται να βγαίνει θριαµβευτής, κατάκοπος αλλά νικητής στα σηµεία. Ο τόπος και η γλώσσα είναι οι δύο αντιστικτικές µεταβλητές, αναχωρητικές θα µπορούσε κάποιος κακοπροαίρετα και βιαστικά να τις αποκαλέσει, που η συγγραφέας µετέρχεται για να µπορέσει να αναπνεύσει, αυτή η αγωνία διατρέχει το κείµενο από άκρη σε άκρη, αυτός είναι ο άξονας περιστροφής, ίσως εδώ να κρύβεται µια ακόµα υπόθεση εργασίας στο γιατί το έργο της δεν αναγνωρίστηκε παρά δεκαετίες αργότερα, σκέφτοµαι, ο ζόφος είχε κάθε λόγο να το περιφρονήσει, και να το φοβηθεί θα πρόσθετα έστω και διαισθητικά, αλλά και οι προοδευτικές δυνάµεις, όσες ακόµα υπήρχαν και δεν σώπαιναν κάτω από τη µπότα του ολοκληρωτισµού, ίσως να µην αναγνώρισαν στο έργο αυτό µια συµµαχική φωνή, τον ακραιφνή ρεαλισµό και το εδώ και το τώρα να µπορούσαν µόνο να δεχτούν, και στο Η ευτυχισµένη κοιλάδα δεν τον διέκριναν έγκαιρα.

Ίσως να µην υπάρχει, για κάποιους που στη λογοτεχνία αναζητούν και το πολιτικό στίγµα, χειρότερη κατηγορία από εκείνη του αναχωρητισµού, και Η ευτυχισµένη κοιλάδα βιαστικά και σε στενό πλαίσιο µελέτης µάλλον εκεί θα έπαιρνε θέση. Όµως, η αγωνία που διατρέχει το κείµενο, η αγωνία εκείνου που του κόβεται η ανάσα, που το οξυγόνο δεν είναι αρκετό, που µανιασµένα αναζητά κάτι για να κρατηθεί στη ζωή, να µην λιποταχτήσει από το φόβο και την ασχήµια, που οι λέξεις του ρεαλισµού µοιάζουν κούφιες, που αυτό που συµβαίνει είναι προφανές κακό, δεν χρειάζονται επιπλέον λέξεις για να το καταγγείλουν, ή µπορεί και να χρειάζονται αλλά όχι για την Σβάρτσενµπαχ, που τριγυρίζοντας σε µέρη µακρινά αντίκρισε την οµορφιά, και η αντίθεση αυτή δηµιούργησε ένα δίπολο, άσπρο µαύρο, διέκρινε κάτι το γόνιµο σε µέρη µακρινά, ακόµα αµόλυντα, καλυµµένα από χλόη και σκόνη, προσµένοντας κάποιο χέρι να τα φέρει στην επιφάνεια ξανά.

Έργα, όπως αυτό, ανήκουν σε µια ολιγοµελή κατηγορία ενός ιδιαίτερου αποικιακού προσανατολισµού, που, αντίθετα µε την ισχυρή και φωνακλάδικη πλειοψηφία, µακριά από τη δύση αναζητούν ένα καταφύγιο και όχι µια επικράτεια περαιτέρω επιβολής της κυριαρχίας, που δεν φέρουν φακούς µέσω των οποίων ο κόσµος οµογενοποιείται αλλά γυρεύουν µια µατιά καθαρή, επιµένουν να κατανοήσουν και όχι να φέρουν στα µέτρα τους, να µεταµορφωθούν και όχι να επιβάλλουν µια βίαιη µορφοποίηση. Ο αφηγητής, που η επιλογή του φύλου του συσκοτίζει τον έντονα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, τριγυρνά σε µια επικράτεια µαγική έχοντας αφήσει πίσω του ένα αποµαγευµένο ζόφο. Η αγωνία που διαπνέει την αφήγηση, µια αγωνία που διακρίνεται για την περιπέτειά της, που δεν αναλώνεται σε έναν φόβο θανάτου αλλά σε µια πιθανότητα να µην χωρέσει η οµορφιά στο βλέµµα, µια αγωνία πρωτόγνωρη για κάποια που έρχεται από την απανθρωποίηση, χρώµατα στον αντίποδα του σκούρου γκρίζου, καθαρότητα στον αντίποδα µιας µατιάς µίσους και φόβου, οι πολυσηµία και οι ανοιχτοί δρόµοι στον αντίποδα του µονότονου βαδίσµατος υπό τους ήχους εµβατηρίων.

Η ευτυχισµένη κοιλάδα, ιδωµένη στο σήµερα, παρά την αναγνωστική απόλαυση που αφειδώς προσφέρει, επιβεβαιώνει δυστυχώς την ήττα, µάταια ο αναγνώστης δοκιµάζει να (επι)σκεφτεί µέρη µάγευσης, παραµεληµένα από τον ιό, να φύγεις για πού, να πιαστείς από πού, να πιστέψεις σε κάτι άλλο πού;


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα