» Πάνος Θεοδωρίδης (Επιµέλεια Μανόλης Σαββίδης, εκδόσεις Κείµενα)
∆ύο πρώτες αράδες, ξεκάθαρη δήλωση προθέσεων, το αφηγηµατικό υποκείµενο, ο πρώτος ρόλος, η ιστορία και το συναίσθηµα: «Θα διηγηθώ την ιστορία της ∆υναµό. Τη θαύµαζα, την ποθούσα, την ερωτεύτηκα, τα φτιάξαµε και χωρίσαµε, τη νοσταλγώ». Αρχή µέση τέλος, όλα εδώ, τι µένει να ειπωθεί, µια ακόµα ιστορία αγάπης, πόσες ακόµα, άραγε, απαντώ µε τον δικό µου τρόπο, δύο πρώτες αράδες: Θα διηγηθώ την ανάγνωση της ιστορίας της ∆υναµό και του Πάνου. Την αγνοούσα, έπιασα δειλά το βιβλίο αυτό στα χέρια µου, δεν σταµάτησα παρά στην ύστατη τελεία, κοιτούσα ξανά και ξανά να επιβεβαιώσω την ηµεροµηνία της πρώτης κυκλοφορίας, εντυπωσιάστηκα. Πάµε παρακάτω.
Η δεξιά ερωµένη, εκείνη που δεν ήταν αδέξια, αριστερίστρια, τουλάχιστον κατά τη νεότητά της, και που την έλεγαν ∆υναµό, κυκλοφόρησε το 1999, διαδραµατίζεται, µέσω εκτενών αναλήψεων κατά τη δεκαετία του εβδοµήντα, στη Θεσσαλονίκη και στη Χαλκιδική, κυρίως εκεί, στα δύο πόδια, µια ζώνη δυσπρόσιτη, µε διασκορπισµένα σηµεία αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, επικράτεια που έλκυε τολµηρούς ταξιδευτές, λεωφορεία άστατων ωραρίων, αυτοκίνητα µηχανολογικώς ιδιαίτερα, καφενεία για προµήθεια αλκοόλ και καπνού, φοιτητές που από τη µια οραµατίζονταν ένα µέλλον σοσιαλιστικό, διαφορετικό ανάλογα τη φράξια, στο ενδιάµεσο δοκίµαζαν τη ζωή, έκαναν τα πρώτα τους βήµατα στον στίβο της ανακολουθίας, τρεκλίσµατα στο κενό µεταξύ θεωρίας και πράξης, ιδανικών και εγώ, µυαλού και καύλας.
Όταν ο Πάνος γνώρισε τη ∆υναµό, η οµορφιά της κατέλαβε την επικράτεια, του ήταν αδύνατον να την περιγράψει, ωστόσο, πώς να µιλήσει κανείς για την οµορφιά µε όρους επιµέρους, µε βαθµολόγηση ή µε σύγκριση, µέσα σε ένα ασανσέρ, λίγο καιρό µετά, θα βρεθούν, σε ένα τίποτα χρόνου θα συνεννοηθούν για µια απόδραση στην Χαλκιδική, µια έρευνα του φοιτητή Πάνου, αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, το επιφανειακό διακύβευµα για το οποίο πιθανότατα εκσκαφές θα έπρεπε να γίνουν, αφήνει πίσω στο σπίτι µέρος της ζωής του, η γυναίκα του έγκυος, ακινητοποιηµένη µε οδηγία γιατρού στο σπίτι, ξαπλωµένη µε τα πόδια λυγισµένα, οι ορµόνες εκτροχιάζουν περαιτέρω τον άστατο χαρακτήρα τους, µια σχέση που τελείωσε χρόνια µετά από τον πρώτο σπόρο, από το πρώτο ρε λες να πρέπει;
Η δεξιά ερωµένη κυκλοφόρησε το 1999, τότε γράφτηκε, λίγους µόλις µήνες πριν, ένα παρελθοντικό γραµµάτιο, µια οφειλή που ολοένα και χρέωνε τον λογαριασµό των αν και των λες, όσα ξεφεύγουν από τη λήθη, η νοσταλγία τα αναλαµβάνει, µάτια που δεν βλέπονται για χρόνια ποθούνται, χωρίς τριβή, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς αλλοτρίωση καθώς στέκουν, καµιά ρωγµή εκτός από µια κουρασµένη φωνή που απαντά το τηλέφωνο, χρόνια µετά, ο αριθµός καταχωρηµένος στον τηλεφωνικό οδηγό, αναλογική απόπειρα εντοπισµού, σχεδόν τριάντα χρόνια µετά, το γραµµάτιο πρέπει να πληρωθεί, οι τόκοι το έχουν βαρυφορτώσει, µια ζωή αποµάγευσης διψάει για κάτι το ξεχωριστό, ένα ξεχασµένο, σκονισµένο µπαούλο να ανοίξει, κάποιος θησαυρός ίσως να µην οξειδωθεί µε το άνοιγµα στον ατµοσφαιρικό αέρα της πραγµατικότητας, αυτή είναι η ιστορία της ∆υναµό, αν και ίσως πίσω από την εναρκτήρια φράση στέκει µια άλλη: Θα διηγηθώ την ιστορία µου –ή µήπως την ιστορία µας– µε τη ∆υναµό.
Η δεξιά ερωµένη κυκλοφόρησε το 1999, τρίτη φορά το επαναλαµβάνω για να το χωνέψω, ένα βιβλίο που µοιάζει τόσο σηµερινό, είκοσι πέντε χρόνια µετά, εντός της κυριαρχίας του αυτοµυθοπλαστικού, ο Θεοδωρίδης διαπραγµατεύεται ενδοαφηγηµατικά τις διαφορές που διαχωρίζουν την αφήγηση αυτή από το µεµουάρ, δείχνει να νιώθει προς τα πού κατευθύνεται το ρεύµα της λογοτεχνίας, νιώθει έλξη από κάτι που ακόµα δεν έχει οριστεί θεωρητικά, κάτι που βρίσκεται στα σπάργανα, το εγώ που βαραίνει, το εγώ που µεγαλώνει και παίρνει θέση χωρίς µυθοπλαστικά φτιασίδια µπροστά µπροστά στη σκηνή, να πει αλήθειες, να µιλήσει για έρωτες, να θρέψει πληγές, να ορίσει τη θέση του στον µεγάλο κόσµο, εδώ έχουµε έναν γεννήτορα, έναν πρόγονο και µάλιστα εγχώριο, σε µια συνέντευξή του, το 2000, αναφέρει: «Επειδή γεννήθηκα στα χρόνια του µοντερνισµού, όπου το να πεις κάτι ευθέως θεωρούντανε κάπου ένας ευτελισµός, µπήκα πολύ νωρίς µέσα στη διάθεση να πεις µε όσο πιο σύνθετο τρόπο γίνεται κάτι που εντέλει αποδεικνύεται αυτονόητο. Έζησα πάρα πολλά χρόνια κάτω απ’ αυτόν τον αστερισµό. Όµως, ήµουν αντίθετος εσωτερικά µε αυτή τη διαδικασία».
Αυτό που σήµερα είναι οικείο και αναµενόµενο, που κάποιοι το κάνουν καλά και κάποιοι όχι, αναρωτιέµαι πώς να το υποδέχθηκαν τότε, άραγε θα διέκριναν αυτό που προλογιζόταν, που έµελλε να γεννηθεί και να διεκδικήσει τον χώρο του, ή όπως συµβαίνει ιστορικά η πλειοψηφία του λογοτεχνικού προνοµίου θα µειδίασε και θα απέρριψε αφού δεν µπορούσε να το κατανοήσει, σε κάθε αρχή, εκ των υστέρων συνταγµένη, συναντιούνται διάφορα σπέρµατα σε κοινό τόπο, ακολουθώντας λίγο πολύ διαφορετικό δρόµο και εκεί συµβαίνει µαγεία, όταν το αδιαµόρφωτο παίρνει να σχηµατίζεται, όταν οι ευαίσθητες κεραίες κάποιων, υποταγµένες ίσως κάτω από τις διαταγές της έµπνευσης και της ανάγκης έκφρασης, συλλαµβάνουν υπόηχους και µουρµουρητά, τις µικροδονήσεις µια χύτρας στη φωτιά, και είναι µαγεία αυτό γιατί βρίσκεται όσο εγγύτερα στην παρθενογένεση µπορεί η τέχνη να βρεθεί, πριν παγώσουν τα καλούπια και οι επόµενοι επιχειρήσουν να τα γεµίσουν µε τη δική τους πρώτη ύλη.
Ο Πάνος Θεοδωρίδης, γεννηµένος το 1948, πέθανε φέτος, µε το ψευδώνυµο Πετρεφής άφησε το δικό του στίγµα στο ιστολογείν, τότε που το µεγάλο µπαµ συνέβη, τότε που µια κοινότητα επίδοξων δηµιουργών παρατάχθηκε πέριξ της τεχνολογικής δυνατότητας για αυτοέκδοση, Η δεξιά ερωµένη, αφού η πρώτη εκείνη έκδοση βγήκε εκτός αγοράς, ανέβηκε σε συνέχειες στο διαδίκτυο, σύµφωνα µε το επίµετρο του επιµελητή Μανόλη Σαββίδη, υπέστη αρκετές διαφοροποιήσεις, και τώρα, εν µέσω θέρους, εµφανίστηκε στα βιβλιοπωλεία η καλαίσθητη τρίτη έκδοση από τα Κείµενα.
Και αν για τη φόρµα και το περιεχόµενο ειπώθηκαν κάποια λίγα πράγµατα, αξίζει να σταθεί κανείς στο σηµαντικότερο όλων, τη γλώσσα. Επιτηδευµένη, θα την χαρακτήριζε κάποιος αν ξεφύλλιζε το βιβλίο και διάβαζε σκόρπια αποσπάσµατα, δεν θα είχε άδικο, επιτηδευµένη είναι η γλώσσα, απλά στην περίπτωση αυτή αυτό δεν έχει αρνητική χροιά, αλλά θετική, ο Θεοδωρίδης οικειοποιείται απόλυτα τη γλώσσα την οποία µετέρχεται, λέξεις και φράσεις αντληµένες από τα ιστορικά υποστρώµατα της ελληνικής αλλά και των κατά τόπους εκδοχών της, που έρχονται να συναντήσουν την αργκό, τη γλώσσα που µιλιόταν, και οι γλωσσικές προσλαµβάνουσες του συγγραφέα αποτυπώνουν άψογα το τεράστιο εύρος των ενδιαφερόντων του, της καθηµερινότητάς του ανάµεσα στα διάφορα ειδικού τύπου ενδιαφέροντά του και στην ίδια τη ζωή, και αυτό το αµάλγαµα, δυσπρόσιτο ίσως αρχικά, ικανό να βαρέσει συναγερµούς δηθενιάς και κενότητας, στην πορεία γοητευτικό, καθηλωτικό, απόλυτα ταιριαστό, γλώσσα προσωπική για µια ιστορία προσωπική, Η δεξιά ερωµένη είναι ένα ακριβές παράδειγµα του γιατί η λογοτεχνική γιορτή στήνεται στη µητρική µας γλώσσα, σε αυτή µε την οποία προσεγγίζουµε και επιχειρούµε να κατανοήσουµε τον κόσµο αλλά και εµάς, µόνους µας αλλά και µέσα σε αυτόν.
Το πολιτικό πλαίσιο, σίγουρα καθοριστικό, τα ύστερα χρόνια της χούντας και τα πρώτα της µεταπολίτευσης, ένα λεπτό τσιγαρόχαρτο που περικλείει µια ιστορία αγάπης, και γι’ αυτό, ίσως, πιο αντιπροσωπευτικό της περιόδου εκείνης, περισσότερο από άλλες απόπειρες που στόχευσαν το γενικό, καθιστώντας µια ευτελή αφορµή το ατοµικό, που θέλησαν να πουν πολλά και δεν είπαν παρά µόνο στερεότυπα, εδώ, όπως και στους Πτυχιούχους του Βακαλόπουλου, που µου ήρθαν στον νου, το πλαίσιο δίνεται χωρίς να µας κόβει τη θέα το συνεχώς προτεταµένο δάκτυλο του συγγραφέα, έτσι, Η δεξιά ερωµένη καταφέρνει αβίαστα να υπερκεράσει τους όποιους περιορισµούς µια αυτοµυθοπλαστική ιστορία αγάπης µπορεί να φέρει στον νου, και παίρνει θέση δεσπόζουσα στην ελληνική λογοτεχνία, στις καθυστερήσεις του προηγούµενου αιώνα, αλλά τόσο σηµερινή, τόσο αναγκαία, τόσο συγκινητικά αναγκαία και σηµερινή, τόσο σηµαντική για να δώσει το µέτρο και το εύρος σε µια λογοτεχνία που γράφεται, στον αναλογικό αλλά και στον ψηφιακό κόσµο, σε µια εποχή όπου όλοι µοιάζουν ένα, η ιστορία του ενός µπορεί να είναι ό,τι πιο συλλογικό µπορούµε πια να έχουµε, η απαραίτητη πυξίδα πορείας.
Κλείσιµο µε ένα απόσπασµα που αναδεικνύει αυτό που θεωρώ πως διακρίνει την αυτοµυθοπλασία από την αυτοβιογραφία, την ίδια την πράξη της γραφής ως βασικό της συστατικό: «Χρόνια πολλά µε απασχολούσε η συγκέντρωση ενός άφθονου, άνισου και ποικίλου έργου, που το αρχειοθετούσα µια στα πέντε χρόνια, το κράτησα ενωµένο ένα διάστηµα και κατά καιρούς έχανα από µετακοµίσεις κάποια ανέκδοτα κείµενα. Πίστευα ότι δεν τους άξιζε ο όρος Άπαντα, ίδιον ταλαντούχων αυτουργών και επουργών. Εκείνο το βράδυ, είκοσι έξι ετών, διδάχτηκα ότι τα δικά µου άπαντα έπρεπε να έχουν τον τίτλο Το Μεταλλείο. Χώρος που περιέχει πολύτιµα µέταλλα και σκωρίες, λιθορριπές και αγραµµάδες, αφεντικά και εργάτες, χρήµατα και προσφάι, ερπετά και πουλάκια, βουνό και θάλασσα. Κι έτσι το έργο µου δεν θα συγκεντρωνόταν ως θρασύδειλη απόπειρα διαιώνισης αλλά ως περίπου φυσική συσσώρευση λέξεων».


