» Ottessa Moshfegh (µτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Ψυχογιός)
Υπήρξε µια περίοδος στην οποία δοκίµαζα να γράφω κείµενα για βιβλία πριν να τα διαβάσω, µιλούσα για προσδοκίες και επιθυµίες, γιατί εκείνο το βιβλίο και όχι κάποιο άλλο, γιατί τότε, µε έναν τρόπο εκείνα τα κείµενα ήταν ακόµα πιο προσωπικά, οι λέξεις πιο δυσεύρετες, η διαµάχη µε την τυχαία επιλογή έντονη. Ύστερα ακολουθούσε το κυρίως κείµενο ως ένας ιδιότυπος απολογισµός. Τώρα πια δεν το κάνω αυτό, αν και το κείµενο πριν την ανάγνωση, χωρίς να κειµενοποιείται, υπάρχει, πάντοτε θα συµβαίνει αυτό.
Σκέφτοµαι έντονα εκείνα τα κείµενα τώρα που κάθοµαι να γράψω για το Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης. Γιατί, ανάµεσα σε τόσα, νεότερα και παλαιότερα, στελέχη της στοίβας µε τα προσεχώς, επέλεξα να διαβάσω αυτό το βιβλίο µε το που βγήκε; Αν υπήρχε κείµενο πριν, θα ήταν πιο απλό να απαντηθεί το ερώτηµα, θα ήταν πιο εύκολο να διακρίνω αν οι προσδοκίες υλοποιήθηκαν και σε τι βαθµό.
Ωστόσο, τέτοιο κείµενο δεν υπάρχει. ∆ιάβαζα το Κυνηγόσκυλο του ΝτεΛίλλο, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο της Οτέσα Μόσφεγκ, που πρωτοκυκλοφόρησε, αγαπήθηκε, δίχασε και µισήθηκε το 2018. Με το που τελείωσα το ένα ξεκίνησα το άλλο, στο λεωφορείο για τη δουλειά. Λίγο πριν κατέβω, ένας νεαρός µε πλησίασε, δεν είναι αντιπαθητική η τύπισσα, µε ρώτησε, δεν ξέρω ακόµα, του είπα, είµαι στην αρχή, το θυµάµαι έντονα, συνέχισε, αν και πάνε χρόνια από τότε που το διάβασα στα αγγλικά. Η Λ., όταν τη ρώτησα, είχε πει κάτι αντίστοιχο, πρόσθεσε και κάτι για λευκό φεµινισµό, έχω κουραστεί πια, συµπλήρωσε, αλλά εσύ να το διαβάσεις, δεν θα σου πάρει πολύ. Η ταχύτητα και η ολιγωρία δεν είναι καλές δικαιολογίες όταν κοιτάζω τη στοίβα µε τα προσεχώς. Το είχα κιόλας ξεκινήσει, δεν είχε νόηµα να κάνω τέτοιες σκέψεις, ωστόσο.
Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, ορφανή από γονείς, πλούσια ορφανή για την ακρίβεια, αποφασίζει να περάσει έναν χρόνο ξεκούρασης και χαλάρωσης, να κοιµάται πολύ, να βλέπει ξανά και ξανά τις ίδιες ταινίες στο βίντεο, να παίρνει καµένο καφέ από ένα εικοσιτετράωρο κιόσκι στο οποίο δουλεύουν κάτι Αιγύπτιοι, να αποσυνδεθεί από τα πάντα, βρίσκει µετά από ατυχή τηλεφωνήµατα µια ψυχίατρο διατεθειµένη να της συνταγογραφεί διάφορα φαρµακευτικά σκευάσµατα τα οποία, ελπίζει εκείνη, να τη ναρκώσουν, να τις χαρίσουν ύπνο και αποσύνδεση, ξεκούραση και χαλάρωση. Έχει µια φίλη που την επισκέπτεται συχνά πυκνά, σαν απόπειρα αυτοκτονίας εν εξελίξει µοιάζει αυτό, της λέει, το αντίθετο, απαντά εκείνη, είναι µια απόπειρα ζωής. Η αφήγηση αποτελεί το ιδιότυπο ηµερολόγιο εκείνης της χρονιάς, εντός του οποίου εισέρχονται αναλήψεις από το παρελθόν, κοµµάτια που συµπληρώνουν το παζλ.
Στις πρώτες κιόλας σελίδες σκέφτηκα: τι προνόµιο που έχει η τύπισσα. Αµέσως, δάγκωσα λίγο τη γλώσσα µου, ονόµαζα προνοµιούχα κάποια που έπαιρνε συνειδητά κοκτέιλ χαπιών και λοιπών σκευασµάτων, ένα πρεζάκι που µόνο να κοιµάται ήθελε. Ήταν ένα πολύ ιδιαίτερο και ιδιότυπο προνόµιο, αν ήταν, αυτό. Αν δεν είχε το προνόµιο της µη ανάγκης για δουλειά, θα ήταν απλά µια απόφαση ανάµεσα στην αυτοκτονία ή στην απόπειρα να συνεχίσει, αγχοµαχώντας υπό το βάρος της καθηµερινότητας, που όπως και αν την περιγράψει κανείς, λιγότερο ή περισσότερο ζοφερή, θα συµφωνούσαµε πως σίγουρα δεν είναι φροντιστική, το αντίθετο µάλιστα. Επειδή η συγκυρία είναι µια κατεξοχήν πληγή στον ορθολογισµό, έτυχε εκείνες τις µέρες να διαβάζω για την ολοένα και αυξανόµενη τάση στον δυτικό κόσµο άνθρωποι να πηγαίνουν διακοπές για να κοιµηθούν, όχι για να δουν ή να γνωρίσουν κάτι νέο, αλλά για να κοιµηθούν. Βγάζει νόηµα αυτό, σίγουρα το κάνει.
Η ιδιώτευση της λογοτεχνίας, αναλογική του σύγχρονο κόσµου, είτε µε είτε χωρίς µυθοπλαστικό µανδύα, αναδεικνύει ολοένα και περισσότερο το πώς, τον τρόπο µε τον οποίο το άτοµο µιλάει για τον εαυτό του. Αν έµενε κανείς µόνο στην παραπάνω παράγραφο της πλοκής, τότε ένα όφου και δεν µε νοιάζει θα ακουγόταν κατά πάσα πιθανότητα, δικαιολογηµένα ίσως, αναπόφευκτα µάλλον. Η ιδιώτευση µας κατακλύζει, µας δίνει τον αέρα της σηµαντικότητας του εγώ µας, µε το τίποτα σκεφτόµαστε πως είµαστε υποκείµενα κατάλληλα για µια τέτοια αφήγηση, δεν το κάνουµε για διάφορους λόγους, αλλά έχουµε ένα σωρό πράγµατα να αφηγηθούµε, η σηµαντικότητά µας είναι αδιαµφισβήτητη, τα κοινωνικά δίκτυα είναι µια κάποια λύση, αλλά και πάλι, θέλουµε και άλλο.
Γυρίζω στο πώς άρον άρον πριν χαθώ στην ατραπό αυτή. ∆ιαβάζω ολοένα και περισσότερο λογοτεχνία επί της οποίας εγώ µοιάζει να ξεκινώ µε ένα σαφές προνόµιο, ακόµα και αν αυτό το προνόµιο αναλώνεται και µόνο στο γεγονός πως δεν χρειάστηκε να µε απασχολήσουν σκέψεις, φόβοι και γεγονότα όπως αυτά που αποτελούν τον πυρήνα, τη ραχοκοκαλιά της λογοτεχνίας αυτής, αλλά και των υποκειµένων της. Η ενοχή στην αρχή συσκότιζε, ακόµα και ένα αδύναµο κείµενο που ελάχιστη ικανοποίηση µου είχε προσφέρει, δεν µπορούσα να διαχωρίσω τη σηµασία και την ανάγκη ύπαρξής του από την αξία του. Σιγά σιγά το κουρνιαχτό κατακάθεται, ωστόσο.
Η σκέψη περί προνοµίου, η πιο σύντοµη διαδροµή για την επικράτεια του δεν µε νοιάζει, έσβηνε καθώς η ανάγνωση συνεχιζόταν, παρότι η πηγή της ενσυναίσθησης δεν προσέφερε γάργαρο νερό στον µύλο. Ο τρόπος της µε κρατούσε στην ανάγνωση, πέρα από σκέψεις συγκεκριµένες. Πρόσφατα έγραφα ξανά κάτι που σκέφτοµαι συχνά τώρα τελευταία και έχει να κάνει µε το πόσο ύπουλα µπορεί να σε εγκλωβίσει και να σου τα σκάσει (σικ) µια ιστορία που φαινοµενικά δεν σε ενδιαφέρει, που δεν σε απασχολεί, που δεν είσαι εσύ. Όπως η ιστορία αυτή στην προκειµένη περίπτωση. Αν είχε κάτι από µένα, εξαρχής θα ήµουν σε εγρήγορση, θα γύρευα αναλογίες και εναλλακτικές, ναι µεν αλλά, εγώ, πολλά εγώ η αλήθεια είναι. Τώρα όµως; Με άνεση και χωρίς ντροπή την όρισα ως προνοµιούχο, χαλάρωσα και συνέχισα την ανάγνωση, δεν ένιωθα ανοιχτός σε πλήξη κάποιας ευαίσθητης φτέρνας . Χαλάρωσα και δεν είχα την εγρήγορση.
Ο τρόπος της Μόσφεγκ σίγουρα είναι ιδιαίτερος και επαρκής, ξέρει τι θέλει να κάνει και το κάνει, υπάρχει πλάνο και σχέδιο που υλοποιείται, ξέρει σε ποια λογοτεχνική επικράτεια κινείται, ζει σε έναν κόσµο που της δίνει την απαραίτητη πρώτη ύλη, η αφηγηµατική της άνεση της προσφέρει το απαραίτητο καύσιµο.
Ήµασταν σε διαφορετικά δωµάτια εκείνη και εγώ. Σίγουρα. Αρκετές φορές αναλογίστηκα το Στα τέσσερα της Τζουλάι που διάβασα πρόσφατα, αλλά και το I love Dick, λίγο νωρίτερα. Υπάρχει ένα νήµα εδώ. Στα διαλείµµατα της ανάγνωσης σκεφτόµουν διαρκώς ποια είναι η στάση της συγγραφέως απέναντι στην αφηγήτριά της, την υπονοµεύει, άραγε, ή την αγαπά ή και τα δύο, πότε το ένα και πότε το άλλο, µια αποδοχή της σύνθεσης της ύπαρξης εντός του συγκεκριµένου κόσµου στον οποίο λαµβάνει χώρα ο καθένας µας.
∆εν υπάρχουν για µένα ευκολοδιάβαστα βιβλία, αν δεν είναι του γούστου µου, ακόµα και το πιο ανασοκοπτικό αστυνοµικό µπορώ να το σέρνω για µέρες, αν δεν το έχω παρατήσει από τις πρώτες σελίδες, ο εγκέφαλός µου, ίσως όχι περισσότερο ύποπτος φυγής από τον µέσο όρο, αν δεν λάβει ικανοποίηση κάνει πάρτι, από τα ρεβίθια στο ψυγείο που µούχλιασαν µέχρι το νόηµα της ύπαρξης, οτιδήποτε άλλο από την ανάγνωση. Η Μόσφεγκ τον κράτησε ήσυχο και υπάκουο για µεγάλα διαστήµατα.
Χαλάρωσα, έλεγα, και δεν είχα την εγρήγορση. Η αναχαίτιση δεν λειτούργησε, όταν πλησίασα τα θραύσµατα δεν ήµουν σίγουρος, δεν τα αναγνώριζα ευθέως, άµεσα δεν τα σχετικοποιούσα, δεν αναγνώριζα µε µια πρώτη µατιά ένα έδαφος οικείο µια ύλη κοινή. Και ωστόσο κάτι αναδευόταν µέσα µου, έντονα, ολοένα και πιο έντονα, στις τελευταίες σελίδες είχα παραιτηθεί της όποια µάχης.
Και γι’ αυτό γράφω τα κείµενα αυτά εδώ και τόσα χρόνια, να καταλάβω, να διερευνήσω, να ολοκληρώσω την ανάγνωση, την επαφή µε την ανθρώπινη εµπειρία που µοιάζει τόσο µακρινή και ξένη. Μια καλή σηµείωση για σκέψη θα ήταν τα δεύτερα πρόσωπα της πλοκής, κυρίως η φιλενάδα και οι γονείς της, η Μόσφεγκ τους έδωσε τον απαραίτητο λίγο χώρο να σχηµατοποιηθούν και να αποκτήσουν διαστάσεις και όγκο. Η παρουσία τους, στην ανάµνηση, στο όνειρο, στο παρόν µαζί της, έδωσε χώρο και στην αφηγήτρια, η συσχέτιση µε άλλα πρόσωπα, η όποια συσχέτιση δίνει χώρο, σχήµα και µορφή, συµπληρώνει το κάδρο µιας πρωτοπρόσωπης θέασης και αφήγησης. Μια ακόµα καλή σηµείωση είναι µια φαινοµενική παραδοξότητα στην ιδιώτευση αυτή. Ένα εγώ κατακλυσµιαίας παρουσίας, από άκρη σε άκρη, εγώ, εγώ, εγώ, που ωστόσο, υποσκάπτει την ιδιώτευση αυτή, όχι απαραίτητα για να την υπονοµεύσει, αλλά για να αποκαλύψει τον τρόπο µε τον οποίο αλληλοτροφοδοτείται µε τον τριγύρω κόσµο, δεν γεννήθηκε εν κενώ, δεν µεγαλώνει εν κενώ. Θα χρησιµοποιούσα ίσως τη λέξη παραβολή, αλλά δεν θα έπρεπε, θα ήταν λάθος χρήση. Η Μόσφεγκ δεν κάνει βήµα πίσω ή στο πλάι ώστε να επιτρέψει µια τέτοια µατιά στο βιβλίο της, στην ιστορία αυτή, δεν είναι ένα σχήµα λόγου, δεν είναι µια εκκεντρική συµπεριφορά που θα λειτουργήσει ως βατήρας για να µιλήσει για τον κόσµο, όχι. Και επειδή το κάνει τόσο καλά, δίνεται χώρος, δεν τον δίνει εκείνη, δεν είναι πρόθεση ή επιδίωξη. Αλλά η λογοτεχνία το κάνει συχνά αυτό, να διαφεύγει από τα χέρια του δηµιουργού της, να αιωρείται ψηλότερα ή πιο πέρα.
Μια ακόµα καλή σηµείωση, απόρροια των παραπάνω είναι το γεγονός πως δεν υπάρχει διάχυτη θεωρητικοποίηση, εύκολα ψυχολογικά και κοινωνικά νήµατα, ένα φλερτ µε την υψηλή διανόηση, σε αυτό αποµακρύνεται πολύ από το I love Dick στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω, ούτε τόσο εγκεφαλικό, την ενδιαφέρει, µοιάζει τουλάχιστον να την ενδιαφέρει, να κινηθεί σε επικράτειες της καθηµερινότητας, κοινότοπες και ίσως βαρετές, γνώριµες ωστόσο ό,τι και αν ενδύονται σε µια πρώτη µατιά. Και η αποφυγή της θεωρητικοποίησης λειτουργεί και δευτερογενώς, στον τρόπο µε τον οποίο διάβασα το βιβλίο, στον τρόπο µε τον οποίο το προσεγγίζω για να καταλάβω τι ήταν εκείνο, ένα ή πολλά, θραύσµατα που εντόπισα τριγύρω. Ύπουλος τρόπος, ύπουλος µε την καλή έννοια, ύπουλος ως αντίθετος του διδακτισµού και της εύκολης θεωρίας. Τα πράγµατα είναι πιο σύνθετα, δεν χρειάζεται να το λέµε και να επιχειρούµε διαρκώς να το δείξουµε.
Τελειώνοντας το κείµενο αυτό, διαβάζοντάς το ξανά, διακρίνω διάφορες απαντήσεις στα ερωτήµατά µου. ∆εν ξέρω τι περίµενα, ούτε τώρα που ξέρω τι βρήκα, γιατί ίσως και να µη βρήκα, όχι σε µορφή διακριτή τουλάχιστον. ∆εν θα συµφωνήσω µε το αντιπαθητική, παρότι εξαρχής τη φόρτωσα µε ένα προνόµιο που εκείνη ποτέ δεν αρνήθηκε, το αντίθετο µάλιστα συνέβη, διαρκώς επέστρεφε και το υπενθύµιζε στον αναγνώστη, εκείνη το είχε πάντοτε κατά νου, ζούσε µαζί του και εξαιτίας του. ∆εν θα συµφωνήσω ούτε µε τα περί λευκού φεµινισµού, συνεχίζοντας τα περί προνοµίου λόγια, δεν θα συµφωνήσω γιατί για µένα το Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης δεν ήταν κάποιου είδους έκκεντρο µανιφέστο, σε κανένα επίπεδο, ούτε µια υπαρξιακή κραυγή, ήταν, θέλω να πω, κάτι πέρα από το απλό µε νοιάζει δεν µε νοιάζει, η λογοτεχνία, για µένα, διαθέτει µια πολυχρησία, ακριβώς γιατί καταστατικά ορίζει ως στόχο την πλήξη της µονοσηµίας.
Οπότε συνοψίζοντας: δεν έχω πολλές ή ικανές απαντήσεις για την ανάγνωση αυτή, ο τρόπος της µε κέρδισε και µε υπέταξε, το κρατάω αυτό, το µου άρεσε δεν µου άρεσε είναι ένα πολύ απλοϊκό και ενοχλητικά εγκλωβιστικό δίπολο, δεν θα περιέγραφε σε καµία περίπτωση την εµπειρία αυτή. Όσο για το hype, µη µου µιλάτε παρακαλώ γι’ αυτό, ευχαριστώ.


