13.4 C
Chania
Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου, 2025

Η απόπειρα δολοφονίας του Γενικού ∆ιοικητή Κρήτης

» Μαχµούτ Τζελαλεντίν Πασά (1894)

Ποιος ήταν ο Μαχµούτ πασάς

Ο Μαχµούντ Τζελαλεντίν Πασάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1839. Ανήκε στην υψηλή κοινωνική τάξη των Οθωµανών, γι’ αυτό έλαβε καλή µόρφωση σε ιδιωτικά σχολεία. Εκτός από Τουρκικά γνώριζε Αραβικά, Περσικά και Γαλλικά.

Στις βιογραφίες του χαρακτηρίζεται πολιτικός, καλλιγράφος, µουσικοσυνθέτης και ποιητής. Εποµένως θα ανέµενε κανείς, αυτός ο µορφωµένος και καλλιεργηµένος άνθρωπος,  να είναι ευγενικός και ήπιος χαρακτήρας, όµως οι Κρητικοί είχαν τη χειρότερη γνώµη γι’ αυτόν και ήταν πολύ µισητός από τους χριστιανούς της Κρήτης. Υπηρέτησε σε πολύ υψηλές θέσεις του Οθωµανικού κράτους, όπως υπουργός Εµπορίου και ∆ηµοσίων Έργων, πέφτοντας όµως συχνά σε δυσµένεια. Στην Κρήτη ήλθε αρκετές φορές µε διάφορες αποστολές. Πρώτη φορά ήρθε το 1867, µεσούσης της Μεγάλης Κρητικής Επανάσταση, συνοδεύοντας τον Μεγάλο Βεζύρη Μεχµέτ Ααλή Πασά, ως Γραµµατέας του. ∆εύτερη φορά ήλθε στην Κρήτη το 1877 µε αποστολή να ηρεµήσει τα οξυµένα πνεύµατα στο Νησί, που βρισκόταν και πάλι στα πρόθυρα νέας επανάστασης. Το 1889 ήλθε στη Κρήτη για τρίτη φορά µε αποστολή να καταστείλει την εξέγερση των διχασµένων Κρητικών. Τέταρτη και τελευταία φορά ήλθε το 1891, όταν µε φιρµάνι του Σουλτάνου Αµπντούλ Χαµίτ διορίστηκε, από 1 Σεπτεµβρίου 1891 Γενικός ∆ιοικητής Κρήτης και παρέµεινε σ’ αυτήν τη θέση µέχρι τον Αύγουστο του 1894.

Ο ίδιος θεωρούσε την τοποθέτησή του στην Κρήτη ως εξορία και προσπαθούσε µε κάθε τρόπο να ανακληθεί στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια της θητείας του σ’ αυτήν τη θέση υπέβαλε πολλές παραιτήσεις, χωρίς καµιά να γίνει αποδεκτή. Μάλιστα σε µια που υπέβαλε τον ∆εκέµβρη του 1893, επικαλέστηκε πρόβληµα υγείας στα µάτια του, αλλά ο Σουλτάνος αντί να τον ανακαλέσει του έστειλε, κατά µία εκδοχή, έναν οφθαλµίατρο κατά µίαν άλλη ένα ζεύγος γυαλιά. Ίσως αυτή η δυσµένεια εκ µέρους της Πύλης, να ήταν ο λόγος που η συσσωρευµένη του οργή ξεσπούσε πάνω στους χριστιανούς της Κρήτης, µε αποκορύφωµα την εκτέλεση µε απαγχονισµό πέντε Κρητικών τον Γενάρη του 1894i.

Η Απόπειρα

Λίγο πριν τα µεσάνυχτα της ∆ευτέρας 16 Ιουλίου 1894 άγνωστοι αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον  Γενικό ∆ιοικητή Κρήτης Μαχµούτ Τζελαλεντίν Πασά. Αναλυτικά το περιστατικό έχει ως εξής:

Ο Μαχµούτ διέµενε στη θερινή του κατοικία στη Χαλέπα Χανίων κοντά στα Ταµπακαριά, όπου είχε µεταφέρει και το γραφείο του. Αργά το βράδυ της 16ης προς 17η Ιουλίου ο Μαχµούτ βρισκόταν στο γραφείο του στο ισόγειο της κατοικίας και είχε συνάντηση µε τον µε τον Καδή (Ιεροδίκη) των Χανίων και ένα φίλο του Αρµένιο από την Προύσα της Τουρκίας. Το παράθυρο προς τον δρόµο ήταν ανοιχτό λόγω του καύσωνα. Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισµοί από τον δρόµο και ο Μαχµούτ έγειρε αιµόφυρτος πάνω στο γραφείο του. Πάνω στον πανικό και την αναστάτωση που επικράτησε, ουδείς σκέφτηκε να σπεύσει προς αναζήτηση και σύλληψη των δραστών. Όταν αυτό έγινε ήταν πλέον αργά, οι δράστες είχαν εξαφανιστεί. Ο Μαχµούτ είχε τραυµατιστεί στο µέτωπο, αλλά όχι πολύ σοβαρά. Το γεγονός κρατήθηκε µυστικό µέχρι την εποµένη και µόνο στους Προξένους ανακοινώθηκε αµέσως, οι οποίοι έσπευσαν να επισκεφθούν τραυµατία, αφού τηλεγράφησαν και ενηµέρωσαν τις κυβερνήσεις τους σχετικά. Η πρόσκαιρη απόκρυψη της απόπειρας οφειλόταν στον φόβο εκδήλωσης ταραχών και πράξεων εκδίκησης εκ µέρους των Οθωµανών εις βάρος των Χριστιανών.

Ο Μαχµούτ τηλεγράφησε αµέσως στην Πύλη ότι άγνωστοι επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν και ζήτησε να του επιτραπεί να αναχωρήσει από την Κρήτη για Κωνσταντινούπολη µόλις το επιτρέψει η υγεία του. Μόλις µια εβδοµάδα αργότερα, τη ∆ευτέρα 24 Ιουλίου 1894, έφτασε στα Χανιά ο αντικαταστάτης του Τουρχάν Πασάς. Είναι πολύ πιθανό να είχε αποφασιστεί η αντικατάσταση του Μαχµούτ και απλώς συνέπεσε µε την απόπειρα δολοφονίας του. Άλλωστε ήταν σε δυσµένεια και αυτό φαίνεται από το διάταγµα αντικατάστασής του, όπου χρησιµοποιείται ό όρος επαύθη αντί του συνήθους παρητήθη.  Ο Μαχµούτ αναχώρησε οικογενειακώς εσπευσµένα από την Κρήτη την εποµένη της άφιξης του αντικαταστάτη του Τουρχάν Πασά, µε το ίδιο πλοίο που ο τελευταίος έφτασε στα Χανιά.

Οι έρευνες και οι συλλήψεις

Όπως ήταν αναµενόµενο, το πρωτοφανές αυτό περιστατικό προκάλεσε αναστάτωση στην κοινή γνώµη των Χανίων και τη σφοδρή αντίδραση των Αρχών. Υπήρχε ο φόβος να ξεσπάσουν ταραχές µε το µουσουλµανικό στοιχείο να καταφέρεται κατά του χριστιανικού, το οποίο θεωρούνταν υπεύθυνο για την απόπειρα. Η Αστυνοµία και γενικότερα οι τουρκική διοίκηση δεν είχε καµιά αµφιβολία ότι η απόπειρα δολοφονίας του Γεν. ∆ιοικητή ήταν έργο χριστιανών. Ούτε στιγµή δεν απασχόλησε τις Αρχές το επιχείρηµα ότι οι χριστιανοί δεν είχαν συµφέρον να πράξουν κάτι τέτοιο αφού ήταν σίγουρο ότι οι υπόνοιες θα έπεφταν πάνω τους και θα υφίσταντο τις συνέπειες.

Η τακτική δικαιοσύνη παραµερίστηκε και τις ανακρίσεις ανέλαβε τετραµελής επιτροπή, που αποτελούσαν ανώτεροι αξιωµατικοί του στρατού και της χωροφυλακής, δηλαδή επρόκειτο για έκτακτο στρατοδικείο. Αµέσως άρχισαν συλλήψεις εκατοντάδων χριστιανών, ανδρών και γυναικών αδιακρίτως, κυρίως κατοίκων της Χαλέπας. Επειδή τα βυρσοδεψεία (ταµπακαριά) βρίσκονταν κοντά στην κατοικία του Μαχµούτ, συνελήφθησαν όλοι οι βυρσοδέψες το πρωί της Τρίτης (17/7) καθώς προσέρχονταν στη δουλειά τους. Ακολούθησε η σύλληψη και φυλάκιση των χριστιανών δηµογερόντων της Χαλέπας και αρκετών χριστιανών της περιοχής µε παράλληλη εξονυχιστική έρευνα των κατοικιών τους. Μεταξύ των άλλων κατοικιών διενεργήθηκε έρευνα  και στο σπίτι του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, πληρεξουσίου Χανίων, γεγονός που δυσαρέστησε και εξόργισε του χριστιανούς των Χανίων.

Στο σπίτι του Σοφοκλή Κουντάκη βρέθηκαν κρυµµένα όπλα, γεγονός που ήταν αρκετό για να οδηγηθεί όλη η οικογένεια στη φυλακή συµπεριλαµβανοµένων των κοριτσιών και των µικρών παιδιών. Τον Σοφοκλή Κουντάκη ανέκρινε µε άγριο ξυλοδαρµό ο ίδιος ο πρόεδρος του στρατοδικείου. Αφού δεν πέτυχε τίποτα διέταξε τους στρατιώτες να τον πάρουν και να τον οδηγήσουν δήθεν στην αγχόνη. Αφού και αυτό το τέχνασµα δεν έφερε αποτέλεσµα, τον επανάφεραν στη φυλακή.

Το ίδιο τέχνασµα εφαρµόστηκε και κατά του Χριστούλη Κτενιαδάκη, ο οποίος όµως πίστεψε ότι πάει για εκτέλεση και πάνω στην απελπισία του όρµησε σε έναν στρατιώτη και του απέσπασε το όπλο, το οποίο -δυστυχώς γι’ αυτόν- ήταν άδειο. Τότε οι στρατιώτες έπεσαν επάνω του και τον ξυλοκόπησαν τόσο άγρια, που τον άφησαν ηµιθανή.

Συνελήφθησαν επίσης όλα τα µέλη των οικογενειών Λαρεντζάκη και Παπαδάκη που απαγχονίσθηκαν αδίκως από τον Μαχµούτ τον Γενάρη του ίδιου έτους. Μάλιστα ο πατέρας του απαγχονισθέντος Γ. Παπαδάκη ιερέας  Παπά-Πέτρος θεωρήθηκε ύποπτος επειδή µετά τον απαγχονισµό του γιου του, άφησε το χωριό του Λουτράκι Κυδωνίας και εγκαταστάθηκε στη Χαλέπα, όπου έγινε η απόπειρα.

Είναι προφανές ότι προκειµένου να αποσπάσουν οµολογίες χρησιµοποιούσαν όλα τα µέσα. Άγριοι βασανισµοί κατά πάντων, ανδρών και γυναικών και όχι µόνο των υπόπτων αλλά και των απλών µαρτύρων. Για να αντιληφθούν πληρέστερα οι αναγνώστες την αγριότητα της κατάστασης παραθέτω αυτολεξεί δύο αποσπάσµατα από εφηµερίδες των Αθηνών, τα οποία στηρίζονται σε επιστολές εκ Χανίων:

…Είνε δε φρικτά και αποτρόπαια τα βάσανα εις τα οποία τους υποβἀλλουσι. Τα της Ιεράς Εξετάσεως θα ωχρίων προ της αγριότητος τούτων. Τους τυραννούν διά να µαρτυρήσωσιν ό,τι δεν γνωρίζουσι. Αι ανηλεείς µαστιγώσεις είνε αι αβρότεραι θωπείαι διά τους δυστυχείς ανακρινοµένους. Υποβάλλουν αυτούς εις φρικτά και άγρια βασανιστήρια απεριγράπτου θηριώδους επινοίας…

…Άνθρωποι ευυπόληπτοι, καταστηµατάρχαι, κτηµατίαι και γεωργοί, ως µάρτυρες και ύποπτοι συλληφθέντες, απολυόµενοι, -όσοι απολύονται- είνε ως τρελλοί, δι’ όσα είδον και έπαθον…

Η σύλληψη των δραστών

Πέρασε σχεδόν ένας µήνας από την ηµέρα της απόπειρας και το αποτέλεσµα των συλλήψεων, ανακρίσεων και βασανισµών ήταν µηδενικό. Οι έρευνες είχαν φτάσει σε αδιέξοδο όταν στις 10 Αυγούστου κυκλοφόρησε η φήµη ότι συνελήφθησαν τρεις νεαροί ως δράστες της απόπειρας κατά του Μαχµούτ και ότι οι δύο ήταν από τον Αποκόρωνα και ο τρίτος από τη Χαλέπα. Πράγµατι δυο τρεις µέρες µετά δηµοσιεύθηκε σε εφηµερίδες των Αθηνών η σύλληψη των δραστών µε αναλυτικές πληροφορίες, που προέρχονταν από επιστολές εκ Χανίων. Σύµφωνα µε αυτές οι τρεις νεαροί (κάτω των είκοσι ετών) κατοικούσαν στη Χαλέπα και µετά την απόπειρα αναχώρησαν από εκεί, κάτι που τους κατέστησε ύποπτους και άρχισε η αναζήτησή τους. Τελικά έφτασε στις Αρχές η πληροφορία ότι κρύβονταν στο χωριό Κεφαλάς Αποκορώνου, αλλά πριν τους συλλάβουν πρόλαβαν και αναχώρησαν από την Πλάκα Αποκορώνου µε πλοιάριο ιδιοκτησίας κάποιου Όθωνα Αποκορωνιώτη. Αµέσως δόθηκε εντολή στο πολεµικό πλοίο «Ισµαήλ», που ναυλοχούσε στη Σούδα, να σπεύσει προς αναζήτησή τους. Σύντοµα εντοπίστηκε το πλοιάριο να πλέει ανοιχτά της θέσης Σταυρός Ακρωτηρίου, οπότε και τούς συνέλαβαν µαζί µε τον ιδιοκτήτη του πλοιαρίου και τον βοηθό του.. Επρόκειτο για νεαρά παιδιά, που ο µεγαλύτερος ήταν 18 ετών και τα ονόµατά τους ήταν Ιωάννης Παπαδάκης ή Βολοσυράκης, Ηλίας Κουκλάκης και Ι. Γαλανάκης. Κλείστηκαν στις φυλακές και λίγες µέρες µετά έγινε γνωστό ότι οµολόγησαν. Ουδείς γνωρίζει αν η οµολογία ήταν αποτέλεσµα βασανισµού ή φόβου λόγω του νεαρού της ηλικίας.

Η δίκη και οι ποινές

Κάποια στιγµή έγινε η δίκη σε πρώτο βαθµό, πιθανόν τον Οκτώβριο, τόσο για τους τρεις κατηγορούµενους όσο και για τους δύο ναυτικούς, που τους βοήθησαν να αποδράσουν, αλλά δεν έχουµε πληροφορίες ούτε για το δικαστήριο ούτε για τις ποινές.  Έχουµε όµως πληροφορίες για τις δίκες σε δεύτερο βαθµό στο Εφετείο Χανίων. Το Εφετείο ήταν 5µελές µε τρεις Χριστιανούς δικαστές και δύο Οθωµανούς. Προηγήθηκε η δίκη των δύο ναυτικών, η οποία έγινε στις αρχές Νοεµβρίου και καταδικάστηκαν, ο µεν πλοίαρχος Όθων Αποκορωνιώτηςii σε φυλάκιση ενός έτους, ο δε ναύτης του σε φυλάκιση 6 µηνών.

Η δίκη των κατηγορουµένων για την απόπειρα δολοφονίας του Μαχµούτ Πασά έγινε στα µέσα Νοεµβρίου 1894. Η ανώτερη ποινή που προέβλεπε ο ποινικός νόµος εκείνης της εποχής, για απόπειρα δολοφονίας από πρόθεση ήταν 15 χρόνια κάθειρξη. Οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν: Στον τον Ηλία Κουκλάκη, ως φυσικό αυτουργό, 25 χρόνια και στους Ι. Γαλανάκη και Ι. Παπαδάκη, ως συνεργούς 15 και 10 χρόνια αντίστοιχα. Το δικαστήριο δικαιολόγησε την ποινή των 25 χρόνων, που ήταν πάνω από την προβλεπόµενη από τον νόµο, µε το επιχείρηµα ότι η απόπειρα στρεφόταν κατά κρατικού υπαλλήλου, ο οποίος βρισκόταν εν ώρα υπηρεσίας!

Η απόφαση προκάλεσε αγανάκτηση στους χριστιανούς των Χανίων και όχι µόνο. Η αγανάκτηση στρεφόταν κατά των τριών χριστιανών δικαστών, από τους οποίους ο χριστιανικός πληθυσµός περίµενε τουλάχιστον να τηρήσουν τον νόµο. Σε επιστολή εκ Χανίων δηµοσιευµένη στην εφηµερίδα Λευκά Όρη, που εκδιδόταν στην Αθήνα, εκφράζεται µε σκληρά λόγια αυτή η αγανάκτηση κατά των χριστιανών δικαστών. Ιδού ένα απόσπασµα: …Άξιος ο µισθός των δικαστών, αι αραί δε των συγγενών των καταδικασθέντων να επιπέσωσιν επί της κεφαλής των δικαστών τούτων και επί των τέκνων των…

Βρισκόµαστε στο τέλος του 1894 και από το επόµενο έτος η Κρήτη εισέρχεται σε επαναστατική περίοδο (1895-1898), που καταλήγει στην Αυτονοµία, οπότε βάσιµα µπορούµε να υποθέσουµε ότι οι καταδικασθέντες απελευθερώθηκαν το αργότερο το 1898.

* Ο Γιάννης Παπιοµύτογλου είναι  τ. δ/ντής Βιβλιοθήκης Ρεθύµνης


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα