Πριν λίγες µέρες σε ένα µικρό χωριό της Κρήτης, γνώρισα έναν ξυλογλύπτη τον Μανώλη τον Τσουρή.
Τα χέρια του ήταν σκαµµένα από το ξύλο και τον χρόνο, µα το βλέµµα του καθαρό. ∆εν µιλούσε πολύ. Μιλούσε όµως όπως µιλούν οι άνθρωποι που δεν χρειάζονται να αποδείξουν τίποτα. Με µια απλή κουβέντα, ένα κέρασµα, έναν καφέ στη σκιά, µου θύµισε πως κάτω από τον θόρυβο της εποχής υπάρχει ακόµη η άλλη Κρήτη.
Γιατί σήµερα ακούγονται πολλά για την Κρήτη.
Ιστορίες για όπλα, βεντέτες, επιδείξεις πλούτου, αυθαιρεσία και εγκλήµατα. Και ναι, αυτά υπάρχουν. Όπως υπάρχουν παντού όπου ο τόπος αρχίζει να χάνει την ψυχή του µέσα στον εύκολο πλουτισµό και τον υπερτουρισµό. Μα όποιος νοµίζει πως αυτή είναι όλη η Κρήτη, δεν την γνώρισε ποτέ πραγµατικά.
Υπάρχει ακόµη η Κρήτη της λεβεντιάς χωρίς επίδειξη.
Η Κρήτη της φιλοξενίας που δεν αγοράζεται και δεν φωτογραφίζεται για τα κοινωνικά δίκτυα. Η Κρήτη όπου ο άνθρωπος ανοίγει το σπίτι του πριν ακόµα µάθει το όνοµά σου. Η Κρήτη που σέβεται τον ξένο, αγαπά την ελευθερία και κρατά µέσα της µια βαθιά περηφάνια χωρίς αλαζονεία.
Αυτήν την Κρήτη κουβαλούσε ο ξυλογλύπτης που συνάντησα. Την Κρήτη του Νίκου Καζαντζάκη, που έγραψε για τον άνθρωπο που παλεύει να σταθεί ελεύθερος απέναντι στη µοίρα του. Την Κρήτη του Μίκη Θεοδωράκη, που έκανε τη µουσική φωνή λαού και αξιοπρέπειας. Την Κρήτη του ∆οµήνικου Θεοτοκόπουλου, που πήρε το φως του νησιού και το έκανε αιωνιότητα πάνω στον καµβά. Την Κρήτη του Ελευθέριου Βενιζέλου, που ένωσε τη λεβεντιά µε το όραµα. Την Κρήτη του Μάνου Κατράκη, που είχε στη φωνή του όλη τη δωρική δύναµη και την περηφάνια του τόπου. Αυτοί οι Κρητικοί δεν χάθηκαν.
Ίσως δεν κάνουν θόρυβο. Ίσως δεν φαίνονται στις ειδήσεις. Ζουν όµως ακόµα στα ορεινά χωριά, στα εργαστήρια, στα καφενεία, στα αµπέλια, στα πρόσωπα των ανθρώπων που κρατούν τον λόγο τους και το ψωµί τους τίµιο.
Και όσο υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι σαν το Τσουρή στην Κρήτη, θα υπάρχει ακόµα η ελεύθερη, φιλόξενη και αυθεντική Κρήτη.
*Ο Χάρης Μπίσιας είναι πολιτικός επιστήµονας.


