Ο δικηγόρος Χανίων Παναγιώτης Ι. Φιωτάκης (1860-1952), ανταποκρίθηκε στο κάλεσµα του φίλου και συναγωνιστή του στον Θέρισο, πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και πήρε µέρος στους Βαλκανικούς Πολέµους του 1912-13. Για το σκοπό αυτό κατάρτισε εθελοντικό Σώµα 95 αντρών και πολέµησε στο µέτωπο της ∆υτικής Μακεδονίας. Το ηµερολόγιο που µας άφησε, και το οποίο επεξεργάζοµαι για δηµοσίευση, είναι ένα σηµαντικό ντοκουµέντο της νεότερης ιστορίας µας, που αξίζει να γίνει κτήµα της νέας γενιάς.

Γράφει λοιπόν ο Φιωτάκης ότι µετά την επιστροφή του στην Αθήνα από τη ∆υτική Μακεδονία, αναδιοργάνωσε το Σώµα του και πήγε στη Χίο, όπου πολέµησε επικεφαλής 60 αντρών (οι υπόλοιποι 35 γύρισαν στην Κρήτη). Στο πλοίο που τους µετέφερε στη Λέσβο και στη Χίο, συνάντησε τα Κρητικά Σώµατα των Βρανά, Μανωλέ, Μανωλακάκη Τσόντου, Τσιτσιρίδη και Εµίρη. Αναζητώντας το µικρό όνοµα και την καταγωγή του Εµίρη (η Ιστορία Στρατού δεν διαθέτει προσωπικά του στοιχεία) έφτασα σε έναν επιφανή άντρα, που διέθεσε τα πάντα για την απελευθέρωση της πατρίδας µας. Όµως η κάθοδός του στην Κρήτη το 1897, επικεφαλής 120 αντρών από την Κάσο, µε δικά του έξοδα, και η συµµετοχή του στην πολιορκία του Πύργου των Βουκολιών είναι παντελώς άγνωστες. Ούτε στο βιβλίο του ΓΕΣ «Ο Ελληνοτουρκικός πόλεµος του 1897», ούτε στο εξαιρετικό πόνηµα του ∆ηµητρίου Μ. Κουκουλάκη «Η Πανεπιστηµιακή Φάλαγξ εν Κρήτη 1897» γίνεται οποιαδήποτε νύξη για το Σώµα των Κασίων. Γι’ αυτό θεώρησα απαραίτητη τη δηµοσιοποίηση της, για να αποδώσουµε στον ξεχωριστό αυτόν άντρα, έστω και καθυστερηµένα, τις πρέπουσες τιµές.
Το κείµενο που καταχωρούµε µαζί µε τη φωτογραφία του ∆. Γ. Εµίρη, δηµοσιεύτηκαν στο βιβλίο ΛΕΥΚΩΜΑ ΤΗΣ ΚΑΣΟΥ, του ιατρού Κ. Ν. Φραγκούλη, που τυπώθηκε στο Πορτ. Σάιντ της Αιγύπτου το 1921.
∆ΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΕΜΙΡΗΣ
Η ΧΑΤΖΗΣΠΑΝΟΣ
Ο προ ολίγων µόλις ετών αποβιώσας φιλόπατρις και ενθουσιώδης νέος αείµνηστος ∆ηµήτριος Εµίρης, ήτο υιός του επίσης διακεκριµένου πλοηγού παρά τη Σουεζείω ∆ιώρυγι, Γεωργίου Εµίρη.
Παιδιόθεν εκπαιδευθείς εν Ελλάδι και Ευρώπη υπό τας πλέον ευτυχείς συνθήκας των ευτυχών εκείνων χρόνων και Ελληνοπρεπέστατα ανατραφείς υπό του πατρός του, δεν ηγάπησε τας επιστήµας αλλά παρά τον διακαή πόθων των γονέων του, όπως σπουδάση οίανδήποτε άλλην επιστήµην, πλήν της ναυτικής, φύσει προς ταύτην έρρεπε και αυτήν εζήλευσε.
Κατόπιν δε της δεούσης προπαρασκευής του και περί τα ναυτικά εξασκήσεώς του επί χρόνον µακρόν, εν έτει 1903 έλαβε το δίπλωµά του ως εµποροπλοίαρχος, υπηρετήσας ως τοιούτος παρά διαφόροις εταιρείαις ένθα διεκρίθη πάντοτε δια το τολµηρόν του χαρακτήρός του και την τιµιότητα και ευγένειάν του. Ότε δε λίαν προώρως είχε το ατύχηµα να στερηθή του πατρός του, όν τοσούτω η Εταιρεία της ∆ιώρυγος εξετίµα ως άριστον πλοηγόν, θα διαδέχετο αυτόν εν τη ιδία υπηρεσία, εάν λόγω των φιλελευθέρων φρονηµάτων του και του ευεξάπιου χαρακτήρός του δεν συνεκρούετο εκάστοτε µετά των τότε Τµηµαταρχών της ως άνω εταιρείας, οίτινες πάντα άλλον φιλειρηνικόν και φιλήσυχον πλοηγόν θα προετίµων, ή τον αείµνηστον γενναίον εις αισθήµατα και φρονήµατα ∆ηµήτριον Εµίρην, τον αείποτε έµπλεον πατριωτικού και πολεµικού µένους, ενθουσιώδη τότε νέον, τον όλως ακατάλληλον προς θέσιν υπαλληλικήν.
∆ιά τούτο βαρυνθείς τας υποσχέσεις και εννοήσας το δύσκολον της προσλήψεώς του εν τη Εταιρεία της ∆ιώρυχος, έχων εξ άλλου και πατρικήν περιουσίαν ουχί ευκαταφρόνητον την εποχήν εκείνην, προυτίµησε να πλέη ελευθέρως την απέραντον θάλασσαν ή να υπόκειται εις διαταγάς άλλων και παρατηρήσεις.
∆είγµατα δε αψευδή των όσων ανωτέρω εγράψαµεν, έχοµεν τους εν Κρήτη αγώνας του και τους εν Χίω υπέρ της ελευθερίας των δούλων αδελφών τοιούτους, ών ένεκεν, ολόκληρον πατρικήν περιουσίαν κατεδαπάνησε αφειδώς, διακινδυνεύσας πολλάκις και αυτήν την ζωήν του ακόµη, ην τέλος απώλεσε εν τη ακµή της ηλικίας του συνεπεία βεβαίως των τόσων του κακουχιών εν τη Κρητική Επαναστάσει του έτους 1897 και των αγώνων µας του 1912 και 1913. Η προς την πατρίδα αγάπη του ήτο δι’ αυτόν ψύχωσις, πάθος ανίατον, δια την Ελευθερίαν της οποίας πολλοί δι’ ολίγοι Κάσιοι ηγωνίσθησαν και εδεινοπάθησαν τόσον, όσον ο αείµνηστος ∆. Εµίρης, ως αποδεικνύουσι πληθώρα επισήµων πιστοποιητικών, λίαν τιµητικών δι’ αυτόν, την οικογένειάν του και την µικράν πατρίδα του Κάσον.
Φοιτητής εισέτι ον της Ιατρικής εν τω ηµετέρω Πανεπιστηµίω, εν έτει 1897 εσχηµάτισεν ιδίαν φάλαγγα εξ 120 νέων Κασίων και άλλων ονοµάσας αυτήν «Κασιακήν φάλαγγα» εκλεγείς συνάµα παρ’ αυτών αρχηγός, προς τον σκοπόν να µεταβή εις Μακεδονίαν.
Πάντα τα µέλη της φάλαγγος έφερον επί της κεφαλής µέλαν µετάξινον µανδύλιον, εφ’ ού αντί στέµµατος ελληνικού έφερον παρόµοιον µε σταυρόν εν τω µέσω και εκατέρωθεν Κ και Φ ήτοι «Κασιακή Φάλαγξ».
Είχον επίσης ιδίαν σηµαίαν κυανού χρώµατος, εν τω µέσω της οποίας υπήρχε σταυρός και µία εικών παριστώσα κόρην ξιφήρη πίπτουσαν εις τας αγκάλας της µητρός αυτής ήτοι την Κάσον προς την Κρήτην, άνωθεν δε τας λέξεις «Ένωσις ή θάνατος» και κάτωθεν αυτής «Φάλαγξ Κασίων». Αφ’ ού δε εξωπλίοθησαν πάντες δι᾽ όπλων Γκρά και περιστρόφων Σµίθ παρά της Εταιρείας «ο Ελληνισµός», µη επαρκούντων των χρηµάτων, άτινα έχορήγησαν αυτοίς οι αρµόδιοι, ο ένθερµος νέος ποθών διακαώς την εκδίκησιν εναντίον του εχθρού και µη δυνάµενος άνευ επαρκών χρηµάτων άλλως να πράξη έφθασεν µέχρι του σηµείου να εξαπατήση τον πατέρα αυτού, ότι έχει ανάγκην πολλών χρηµάτων, ίνα µειαβή εις Ευρώπην προς εξακολούθησιν των σπουδών του, και ούτω να λάβη τηλεγραφικώς το ποσόν των 250 λιρών Αγγλίας, το οποίον κατέθηκε εις το ταµείον της Φάλαγγος αντί να µεταβή εις Ευρώπην!
Εφοδιασθείς όθεν άρκούντως και γράψας προς τον πατέρα του τα τρέχοντα ζητών συνάµα την ευχήν αυτού, ανεχώρησε τη 5η Φεβρουαρίου του 1897 µετά της Φάλαγγός του, αντί εις Μακεδονίαν εις την έχουσαν τότε µεγαλυτέραν ανάγκην Κρήτην, ένθα εγένετο δεκτός παρά των Κρητών εν µεγίστη χαρά και ενθουσιασµώ. Ιερεύς δε τις παρατυχών ηυλόγησε την σηµαίαν της Κασιακής Φάλαγγος και προσεφώνησε τους προσελθόντας εθελοντάς Κασίους, ίνα χύσωσι το αίµά των υπέρ της Κρήτης. Ευθύς δ᾽ ως απεβιβάσθησαν. άνευ χρονοτριβής έσπευσαν προς βοήθειαν των πολιορκούντων τον Πύργον των Βουκουλιών του στρατού της κατοχής, τάσσονται εις το δυτικόν µέρος και µάχονται γενναίως άχρις ού ο εχθρός κατατροπωθείς υπεχώρησε, τραυµατισθέντων οκτώ εκ των της Κασσιακής Φάλαγγος. Εκείθεν δε πληροφορηθέντες, ότι εις τον παρακείµενον λόφον Κάστελλον κατέφυγον 50 νιζάµιδες και οχυρώθησαν, µετέβησαν κατόπιν κοπιώδους πορείας, επιτεθέντες αµέσως εναντίον αυτών, ούς και κατενίκησαν και ούτω, από χωρίον εις χωρίον µαχόµενοι εν συνεννοήσει µετά των λοιπών οπλαρχηγών, µεγίστην βοήθειαν παρέσχε τοις Κρήταις η υπό τον αείµνηστον ∆. Εµίρην Φάλαγξ εκείνη των Κασίων. Επειδή δε τα εις Κρήτην και Μακεδονίαν αναχωρούντα τότε ανταρτικά σώµατα ανεφοδιάζοντο και απεστέλλοντο προς ωρισµένον σκοπόν παρά της Εταιρείας «Ο Ελληνισµός», ούτω και ο ηµέτερος έλαβε το ακόλουθον έγγραφον προ της αναχωρήσεώς του δια Κρήτην.
«Αριθ. Πρωτ. 30
Εν Αθήναις τη 5-2-1897 ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
Προς τον Κύριον Εµµ. Ζυβρακάκην, Λοχαγόν κ.τ.λ.
Εις Χανιά Κρήτης
«Κύριε Λοχαγέ,
«Ο Κος ∆ηµήτριος Γ. Εµίρης µετ’ άλλων φοιτητών προσέρχεται να συνενωθή προς το υφ᾽ υµάς σώµα της Φάλαγγος του Εθνικού Πανεπιστηµίου.
Σας παρακαλούµεν ανακοινώσατε το ηµέτερον έγγραφον και προς τον Κύριον Ιωάννην Μανουσογιαννάκην, όπως συνεννοηθήτε προς χρησιµοποίησιν και αυτών κατά τας ανάγκας του αγώνος».
«∆ιατελούµεν µετ’ αδελφικής, αγάπης».
Ο Πρόεδρος
Ν. Καζάζης»
*Ο Μανώλης Ι. Μακριδάκης
είναι ιστορικός ερευνητής


