» Γεωργία ∆ιάκου (εκδόσεις Πλήθος)
Οι δεινόσαυροι δεν υπάρχουν πια, υπήρξαν ωστόσο, τα κόκαλα και τα απολιθώµατα το βεβαιώνουν, στα διάφορα µουσεία αναστήνονται, στα διάφορα βιβλία τυπώνονται τροµακτικοί και επιβλητικοί, σε µέτρα µη ανθρώπινα, υπήρξαν οι κυρίαρχοι του πλανήτη, µέχρι που δεν υπήρχαν, το µόνο ίσως έγκληµα απέναντι σε έµβιο ον για το οποίο δεν ευθύνεται ο άνθρωπος, έµµεσα ή άµεσα, αρκετά παιδιά τους αγαπούν, µέσω εκείνων και κάποιοι ενήλικες, πλάσµατα στην ενδιάµεση χώρα ανάµεσα στον µύθο και την πραγµατικότητα, γνωρίζουν τροµακτικά πολλές λεπτοµέρειες για εκείνους, το πάθος ξεχειλίζει από το βλέµµα. Αυτά όµως είναι λίγο πολύ γνωστά.
Της ∆ιάκου είχε προηγηθεί η γοητευτικά σκοτεινή νουβέλα Λαβίνια Σουλτς, πρόταση του Θ. πριν κάποιους µήνες, ποιήτρια µε σπουδές στο θέατρο, το Γλυκέ µου δεινόσαυρε ήταν ένα βιβλίο που περίµενα να βγει, χάρηκα όταν βρήκε στέγη στις καλές εκδόσεις Πλήθος, περίµενα να φθινοπωριάσει λίγο, από ένστικτο, πολλά συντελούν στην οικοδόµηση του ορίζοντα προσδοκιών.
Με λίγα λόγια, ειδολογικά, η σύνθεση αυτών των κειµένων, µε απεύθυνση στον δεινόσαυρο, θα µπορούσε να ταξινοµηθεί στην ηµερολογιακή γραφή, και ας λείπουν οι συγκεκριµένες µέρες, κάθε αριθµηµένο απόσπασµα, δύο, το πολύ τριών σελίδων, αναφέρεται σε µια καινούργια χρονική στιγµή. Ξεκινώ από την ειδολογική κατάταξη γιατί πιστεύω πως αυτή η αναρώτηση, διαρκώς παρούσα κατά την ανάγνωση, εν τέλει την επηρεάζει καθοριστικά. Την επηρεάζει σε ρυθµό, σίγουρα, πώς διαβάζεται ένα βιβλίο όπως αυτό, από την αρχή ως το τέλος; πού µπαίνουν οι παύσεις, µπαίνουν; είναι ένα ενιαίο σώµα; υπάρχει κάποιος συγκεκριµένος άξονας περιστροφής; η συγγραφή προηγήθηκε της σκέψης να ενταχθούν το ένα µετά το άλλο και να συνθέσουν µια συλλογή; διηγήµατα σίγουρα δεν είναι, µυθιστόρηµα, αν είναι, παραείναι αποσπασµατικό, ποιητική σύνθεση θα µπορούσε να είναι, αλλά και πάλι, µάλλον όχι, επιστρέφω στα λίγα λόγια και αχνογράφω ηµερολογιακή γραφή, αφήνω τον νου κάπως ευχαριστηµένο µε αυτή την κίνηση.
Το επίθετο ηµερολογιακή ανοίγει µια άλλη πόρτα βεβαιοτήτων που γυρεύουν επιβεβαίωση, εκείνη του προσωπικού, του βιώµατος, της, ας την πούµε και έτσι, αλήθειας που φέρει. Οι σελίδες περνούν και η επιβεβαίωση αυτή, παρότι δεν καταρρίπτεται, µένει µετέωρη, εν αµφιβόλω. ∆εν είναι εύκολο, ούτε απλό να αφεθεί κάποιος χαλαρός, γενικότερα και όχι µόνο στην ανάγνωση, µια διαρκής συνθήκη εγρήγορσης χαρακτηρίζει τον τρόπο που ζούµε, σε πλείστα επίπεδα, αν όχι στο σύνολο αυτών, η ανάγνωση δεν θα µπορούσε να εξαιρεθεί, παρότι ενίοτε αυτό συµβαίνει και τότε µαγεία παράγεται, η αποκοπή από το τριγύρω, το άφηµα.
«βρισκόµαστε στο φράγµα που χωρίζει το πριν απ’ το µετά. Είναι κάτι ανόητο αυτό που γράφω και προφανές, δίνω αρίθµηση στα κείµενα που προορίζονται για εσένα, ένα εσύ που αρνούµαι να προσδιορίσω περαιτέρω. Ο θάνατος έχει µακριά πόδια και προλαβαίνει να φανεί επάνω µας προτού ολοκληρώσουµε την περιγραφή. Είµαι µαζί σου. Είµαι µαζί µε όλες όσες έχω αγαπήσει. ∆εν θα σε δω ποτέ. ∆εν θα τις δω ποτέ. Αυτή είναι η ελευθερία των αφηγήσεων».
Το Γλυκέ µου δεινόσαυρε δεν είναι ακριβώς ηµερολογιακό, δεν είναι και εµφανώς προσωπικό. Κείµενα που βρέθηκαν σε µια ακτή φτάνοντας ως εκεί κλεισµένα σε µπουκάλι, θαρρείς, µια χρονική αντιστροφή, ο δεινόσαυρος σηµαίνει το απώτατο παρελθόν σε µια εποχή που στέλνουµε µηνύµατα στο µέλλον, ο δεινόσαυρος πατούσε εδώ, τώρα ψάχνουµε εκεί έξω. Η πρώτη ανάγνωση έφερε µια δεύτερη, ύστερα το βιβλίο αφέθηκε σε σηµείο άµεσης και εύκολης πρόσβασης, τυχαία ανοίγµατα, ξεφύλλισµα, τσακισµένες σελίδες. Σε µια ολοένα και πιο γρήγορη εποχή, στο κυνήγι της νέας εµπειρίας, είναι σχεδόν παράλογη µια τέτοια αποσπασµατική και επαναληπτική ανάγνωση, ωστόσο, ταυτόχρονα µοιάζει και κάποιου είδους µονόδροµος, όχι για να καταλάβεις, όχι για να µάθεις, όχι για να διακρίνεις, αλλά για να εξοικειωθείς, για να δοκιµάσεις να πατήσεις στα ίδια µονοπάτια ξανά µήπως και συνηθίσεις την πυκνή οµίχλη που επικρατεί, µια φωτογραφία του κόσµου µας είναι, φίλτρα και λοιπά εφέ φαντάζουν περιττά.
Η ∆ιάκου, η ηµερολογιογράφος αυτών των παράδοξων γραµµάτων, καλύτερα έτσι, φορά µια πυκνή, άγρια προβιά, επιτρέπει το σίµωµα, όχι την επαφή, όχι την χωρίς πόνο επαφή, αυτή η προβιά, σε κάποιους από εµάς, απλώνει το ανοίκειο, ανάµεσα στις γραµµές, εκεί που το εγώ σβήνει µέσα σε ένα εµείς, σε ένα εκείνες, καλύτερα έτσι, κάποια ψευδαίσθηση αναδύεται, ψευδαίσθηση πως ξέρεις για ποιες µιλάει, όχι χωρίς κόστος, όχι χωρίς να επισηµαίνει, χωρίς να τη νοιάζει, την ανεπάρκεια, µια ανεπάρκεια όχι απαραίτητα φιλολογική, όχι σίγουρα φιλολογική, καλύτερα έτσι, αλλά µια ανεπάρκεια της γνώσης του κόσµου τριγύρω, στον οποίο δεν θέλει να µας ξεναγήσει εν είδει οδηγού τουριστικού γκρουπ σε µια εξωτικοποιηµένη και άρα προσιτή στα µέτρα και το γούστο µας επικράτεια, σίγουρα όχι να µας προσφέρει τη βεβαιότητα πως βρεθήκαµε εκεί, πως είδαµε από τη θέση της τον κόσµο, πως επιβεβαιώσαµε όσα πιστεύαµε πριν.
«υπάρχουν οι φίλες και υπάρχει η αγάπη και υπάρχει και το κορίτσι µου και το θέατρο και το σέρβις και υπάρχει η παιδικότητα, οι άγριοι γονείς, οι επαρχίες µε τον κλιµατισµό τους και υπάρχουν τα συστήµατα, οι ρόλοι, οι φασαρίες των κορµιών, τα σκυλιά, οι ανέπαφες συναλλαγές, ο ακαδηµαϊσµός και υπάρχουν τα διπλώµατα οδήγησης, οι δουλειές του σπιτιού, τα λαµπάκια νυχτός και υπάρχει µια φροντίδα για εµάς που φοβόµαστε το σκοτάδι και το φαγητό και δαγκώνουµε λαιµούς και λογοτεχνικά περιοδικά και δεν αφήνουµε να πέσει κουβέντα στο πάτωµα και υπάρχει ο ύπνος στο πλάι της και ο εφιάλτης µακριά της και η οµορφιά της κοινοκτηµοσύνης του ποταµού Άζα εκεί, στα αυλακώµατα του δέρµατος του µεγαλύτερου οργάνου του ανθρώπινου σώµατος».
Με τον τρόπο του, το βιβλίο αυτό είναι πολιτικά στρατευµένο, η στράτευση ωστόσο δεν µπορεί να είναι ευκαιριακή και ανέξοδη, είπα, δεν είναι περιδιάβαση σε ένα µουσείο φυσικής ιστορίας µε καρτελάκια πληροφοριών κάτω από κάθε έκθεµα, µια επαναλαµβανόµενη ρουτίνα ξενάγησης. Η ∆ιάκου δεν γράφει για να εξηγήσει ή να απολογηθεί, δεν γράφει ούτε για να εκφραστεί, να το βγάλει από µέσα της, που λένε συχνά, να βιάσει συναισθηµατικά πρόσωπα και καταστάσεις. Ωστόσο, η άκρη από το πενάκι είναι κοφτερή, περισσότερο µοιάζει να χαράζει παρά να αφήνει µελάνι στο πέρασµά του από την επιφάνεια, από το δέρµα, το µεγαλύτερο όργανο του σώµατος, δεν φωνάζει, δεν ουρλιάζει παρότι η θερµοκρασία του βρασµού είναι αισθητή, είπαµε, η προβιά είναι τραχιά.
«βρισκόµαστε στο φράγµα που χωρίζει το πριν απ’ το µετά», γράφει, το φράγµα αυτό δεν είναι µόνο χωροχρονικό, υψώνεται, και υψωµένο γεφυρώνει οριακά, τη σκέψη µε το βίωµα, τη θεωρία µε την πράξη, το έξω µε το µέσα, το εµείς µε το εγώ, το εµείς µε το εκείνοι, ενοχλεί µε τον τρόπο που η λογοτεχνία συχνά το κάνει, τα τελευταία χρόνια ακόµα περισσότερο, θεωρώ, φέρνοντας στην επιφάνεια, σκαλίζοντας από τα βάθη της µύτης µας, ρωτώντας µας ξαφνικά πριν κοιµηθούµε, ποιος είσαι; αυτός που λες; Είναι όµως και το φράγµα του γράφοντος υποκειµένου, ποια είµαι; είµαι αυτή που λέω; ∆εν υπάρχει ανακωχή, στο φράγµα που κρατά βιώσιµα στεγνό τον παλιό σηµερινό κόσµο επιχειρούνται µικροεκρήξεις, σαµποτάζ, νυχτερινές έφοδοι, ο πόλεµος µαίνεται, το δυσώδες θα ηττηθεί, δεν δύναται να αεριστεί, οι αεραγωγοί είναι φραγµένοι, µολύνουν περαιτέρω.
Ξεκινάς να διαβάζεις ένα βιβλίο και παράλληλα µε την απόλαυση προσµένεις κατά µία έννοια να δεις τι θα απογίνουν οι βεβαιότητες µε τις οποίες προσήλθες στην πύλη, τις βεβαιότητες για το βιβλίο που θα έγραφε η ∆ιάκου µετά τη Λαβίνια Σουλτς, τις βεβαιότητες για τον κόσµο, το φράγµα στο οποίο καθείς µε τον τρόπο και την όποια χάρη του ακροβατεί. Και οι αβεβαιότητες εντείνονται, υπό αίρεση τίθενται, ο τρόπος που απολαµβάνεις τη λογοτεχνία, επίσης, κάποια θραύσµατα υψηλής αισθητικής, παρότι δύσθυµα, λαχανιασµένα, ατάκτως ερριµµένα, είναι ο κόσµος µας, η οµορφιά δεν λείπει αλλά δεν επικρατεί, ηττάται διαρκώς και ποικίλως, αλλά υπάρχει, όπως υπάρχουν και οι άνθρωποι που συναντήσαµε και συµπορευόµαστε, τα ψιθυρίσµατα που µοιραζόµαστε ελπίζοντας να ενωθούν σε µια κραυγή, υπάρχει όµως και όλο το υπόλοιπο σκοτάδι, µε τα χέρια προτεταµένα, τοίχοι και σκληρές επιφάνειες, µάτωµα και γλύψιµο της πληγής, γεύση αψύ, ζωή.
Αν περνούσαµε το Γλυκέ µου δεινόσαυρε στη θεωρία, στην επικράτεια του δοκιµίου, της προκήρυξης, θα το σήκωνε το έδαφος, θα έβρισκαν οι ρίζες νερό, τα φύλλα ήλιο; Καµία σιγουριά δεν νιώθω, καµία βεβαιότητα, δεν ξέρω.


