Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021

“Γιατί είναι τόσο δύσκολη η προσέγγιση και επίλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων”*

Πρωταρχικοί φορείς ίων περιβαλλοντικών λύσεων είναι εκείνοι που θα επιτρέψουν σε άτομα και κοινωνίες να μάθουν πώς να προσαρμόζονται στις αλλαγές που μεταβάλλουν την όψη του πλανήτη μας. Η προσαρμογή στις αλλαγές αυτές αποτελεί και τη βασική πρόκληση για όλους τους κατοίκους του πλανήτη, ανεξάρτητα από την κουλτούρα τους, τις παραδόσεις τους, τη θρησκεία τους ή τις φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις.

Κάθε αλλαγή όμως προς το καλύτερο ή το χειρότερο συνεπάγεται διαδικασίες μάθησης, αυτογνωσίας και επανεξέτασης των σχέσεων μας με το περιβάλλον και τους άλλους.
Έχοντας μεγαλώσει οι άνθρωποι με ακλόνητες βεβαιότητες αντιμετωπίζουν τώρα όχι απλά μια αλλαγή, αλλά μια αδιάσπαστη αλυσίδα αλλαγών που επηρεάζουν τον προσανατολισμό τους και ολόκληρη την ύπαρξή τους.
Ποια εργαλεία όμως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να κατανοήσουμε τις αλλαγές αυτές;
Πώς μπορούμε από παθητικοί και απομονωμένοι θεατές να γίνουμε ενεργοί πολίτες, ικανοί να αντιστρέψουμε την απαισιοδοξία μας και να συμβάλλουμε στην οικοδόμηση της νέας κοινωνίας που όλοι επιθυμούμε;

Τρεις είναι οι τομείς που χρειάζονται να ενεργοποιηθούν στη μεταβατική αυτή περίοδο:
• Η πρόκληση της μάθησης
• Η επιστήμη και η τεχνολογία
• Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης

Ασφαλώς δεν πρόκειται για νέους τομείς, αλλά για ένα πλαίσιο μιας νέας προ-βληματικής, στην οποία οι έννοιες της παιδείας και της εκπαίδευσης υπερβαίνουν το υπάρχον σχολικό σύστημα. Οι πιο σημαντικοί σκοποί της παιδείας αποβλέπουν στο να «μάθουμε πώς να μαθαίνουμε», αντλώντας «γνώσεις» από τη δημιουργική χρήση των φυσικών και τεχνητών πόρων. Αυτό όμως ισχύει μόνο αν κατανοήσουμε την παιδεία και την εκπαίδευση ως σειρά διαδικασιών που δεν παρέχουν μόνο επαγγελματικές γνώσεις και δεξιότητες, αλλά επιτρέπουν και την ανάπτυξη των κοινωνικών και πολιτισμικών δυνατοτήτων που χρειάζονται για την ενεργή συμμετοχή στην κοινωνία. Δυστυχώς όμως, οι γνώσεις και οι κοινωνικές σχέσεις έχουν γίνει τόσο πολύπλοκες, ώστε το εκπαιδευτικό σύστημα να έχει πέσει θύμα :
—Της πληθώρας των γνώσεων, από τις οποίες δυσκολευόμαστε να επιλέξουμε τις κατάλληλες για την εκπαίδευση της νέας γενιάς.
—Του αναχρονισμού τους, αφού οι πληροφορίες συνεχώς ανανεώνονται, οι ιδέες μεταβάλλονται και η νέα γνώση συνεχώς τροποποιεί και επεκτείνει την παλιά.
—Της ακαταλληλότητάς τους, εφόσον οι γνώσεις αυτές διδασκόμενες, δημιουργούν στους μαθητές την αίσθηση ότι είναι ακατάλληλες για την αντιμετώπιση της σημερινής πραγματικότητας.

Ι. Στο παρελθόν η παιδεία λειτούργησε ως διδακτική λειτουργία, σήμερα όμως και πολύ περισσότερο στο μέλλον θα αντιμετωπίζεται ως μια διαρκής διαδικασία μάθησης. Επομένως, οι στόχοι της παιδείας εμπεριέχουν τη δόμηση της νόησης, την ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας και της αυτογνωσίας, καθώς και την αγωγή για την υπέρβαση της λαθεμένης στάσης και συμπεριφοράς που δυσχεραίνει την άσκηση των υπεύθυνων ρόλων του αυριανού πολίτη. Για να αντιμετωπίσουμε συνεπώς πετυχημένα και αποτελεσματικά τον κόσμο του αύριο πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στη μάθηση, στην προσαρμογή, στην προετοιμασία για τη ζωή, στην επίλυση των προβλημάτων, αποκτώντας σφαιρική (ολιστική) αντίληψη για το κόσμο που μας περιβάλλει. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ο ρόλος των διδασκόντων είναι κρίσιμος, γιατί σε αυτούς ανατίθεται το μέλλον της νέας γενιάς. Είναι το επάγγελμα που απαιτεί πίστη, αφοσίωση, φροντίδα και ιδιαίτερη επαγγελματική συνείδηση, γι’ αυτό και χρειάζεται να ανυψωθεί το κύρος του και με τις ανάλογες διευκολύνσεις και απολαβές.
Γενικά, η παιδεία αποτελεί διαδικασία που πρέπει να συνεχίζεται σε όλη τη ζωή μας και σε όλους τους χώρους, από το σπίτι και την οικογένεια μέχρι το σχολείο, το πανεπιστήμιο, το εργοστάσιο, το χώρο εργασίας, τον ελεύθερο χρόνο, την κοινότητα και τις οργανωμένες κοινωνικές ομάδες. Η παιδεία επίσης χρειάζεται να ικανοποιεί την ανάγκη της διεπιστημονικής προσέγγισης και τεχνικής από κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής και ανθρωπιστικής πλευράς. Γιατί τα προβλήματα δεν λύνονται από απομονωμένους πολιτικούς, επιστήμονες, τεχνικούς ή οικονομολόγους. Η εμπειρία δείχνει πως όταν οι κάθε λογής ειδικοί λειτουργούν σαν μια ομάδα εργασίας, τότε μέσα από την επικοινωνία τους βρίσκουν καλύτερες και σωστότερες λύσεις για τα προβλήματα που θέλουν να αντιμετωπίσουν.

ΙΙ. Ωστόσο στις βιομηχανικές χώρες του βορρά η κοινωνική εξέλιξη διαμορφώθηκε από την τεχνολογία, οπότε και η ευημερία οικοδομήθηκε πάνω σ’ αυτήν, αλλά και η ζωή γενικότερα προσαρμόστηκε πάνω της. Πολλά όμως από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη κοινωνία πηγάζουν άμεσα ή έμμεσα από την τεχνολογία. Υπάρχει βέβαια μια σύγχυση. Γιατί συχνά θεωρούμε πως τεχνολογία και επιστήμη είναι το ίδιο πράγμα. Όμως είναι δύο πράγματα διαφορετικά. Η τεχνολογία συνιστά ένα σύστημα που καθοδηγείται από οικονομικά κίνητρα και τα προϊόντα της αποτελούν καλώς φυλαγμένα εμπορικά μυστικά. Ενώ η επιστήμη αποτελεί ανοιχτό σύστημα αρχών και ιδεών της οποίας τα προϊόντα διαχέονται ελεύθερα παντού. Ο ρόλος της επιστήμης είναι ανακαλυπτικός και διερευνητικός, η οποία έτσι παρέχει νέα στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά καθαυτά δεν αποτελούν πληροφόρηση, αλλά συνιστούν την πρώτη ύλη της. Με τη σχετική όμως επιλογή, επεξεργασία και νοηματική ταξινόμηση, τα στοιχεία παράγουν πληροφορία. Μια μήτρα πληροφοριών μπορεί να γίνει γνώση. Γι’ αυτήν χρειάζεται η σωφροσύνη που πηγάζει από την εμπειρία. Σήμερα διατίθενται τεράστιες ποσότητες πληροφοριών και γνώσεων για τον άνθρωπο και το σύμπαν. Ελάχιστα ωστόσο σημάδια έχουμε για το αν η σωφροσύνη μας αυξήθηκε στα τελευταία 500 χρόνια. Ευτυχώς η έρευνα σε πολλούς τομείς, όπως στη Βιοχημεία, στη Φυσιολογία, στην Ψυχολογία, στην Ανθρωπολογία και σε άλλες επιστήμες προχωρεί υποσχόμενη πολλά, γι’ αυτό και χρειάζεται να στηριχτεί με άφθονα οικονομικά μέσα. Αρκεί οι εφαρμογές της να επικεντρώνονται στη διερεύνηση των ανθρώπινων ορίων και δυνατοτήτων και να υπηρετούν βασικές κοινωνικές, εκπαιδευτικές και πολιτισμικές ανθρώπινες ανάγκες. Ακόμα χρειάζεται περισσότερη έρευνα για τις φυσικές λειτουργίες του πλανήτη μας, γιατί δεν γνωρίζουμε -φαίνεται- και πάρα πολλά πράγματα για τα όρια ανοχής του και τις αντιδράσεις του απέναντι στις ανθρώπινες επεμβάσεις. Υπάρχουν πολλά κενά στον τομέα αυτόν της έρευνας που χρειάζεται να συμπληρωθούν, αν δεν θέλουμε να καταστρέψουμε τον πλανήτη μας και μαζί με αυτόν και το είδος μας.

ΙΙΙ. Πέρα όμως από τα παραπάνω και ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης έχει επίσης τεράστια σημασία για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και σκέψης. Όλο και περισσότερα άτομα επηρεάζονται σήμερα από τα ραδιοφωνικά και ιδιαιτέρως τα τηλεοπτικά προγράμματα, παίζοντας και κάποιο εξισορροποιητικό ρόλο στη λειτουργία της δημοκρατίας, αποκαλύπτοντας πολιτικά ή οικονομικά σκάνδαλα, αλλά και υπερασπίζοντας τα συμφέροντα των καταναλωτών. Ταυτόχρονα όμως τα μέσα αυτά μαζικής ενημέρωσης είναι ευάλωτα στη χειραγώγηση από ορισμένα κέντρα, είτε πρόκειται για τη διατήρηση ή ανατροπή πολιτικών καθεστώτων ή για πολιτικές πιέσεις, οικονομικά συμφέροντα, παραπληροφόρηση ή ακόμα και αυτολογοκρισία. Ιδιαίτερα η τηλεόραση απόκτησε μεγάλη ισχύ και εξουσία τα τελευταία χρόνια. Δεν έχει όμως ακόμα φτάσει στο επίπεδο της υπευθυνότητας και ωριμότητας που απαιτεί η παντοδυναμία της και διάδοσή της σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Οι θεατές εκτίθενται καθημερινά στις συναισθηματικές πλευρές της «υπανάπτυξης» με τις «φοβερές εικόνες» από την πείνα, την εξαθλίωση, τους εμφύλιους σπαραγμούς και το θάνατο που κυρίως θερίζουν τα παιδιά του τρίτου κόσμου.
Μήπως όμως και το ίδιο το τηλεοπτικό κοινό περιμένει τη δραματική αυτή εκδοχή, εκφορά και παρουσίαση της «πληροφορίας»; Μήπως αυτό εξηγεί το γεγονός ότι ένας πηχυαίος τίτλος εφημερίδας με θέμα τον πόλεμο ή τη ρύπανση «πουλάει» περισσότερο, από ό,τι ένας άλλος τίτλος εφημερίδας με θέμα την ειρήνη ή την ποιότητα ζωής;
Φαίνεται πως στα μεγαλύτερα μέρη του κοινού αρέσουν περισσότερο οι εικόνες του θανάτου, του πολέμου, της υπανάπτυξης και των παιδιών που πεθαίνουν από πείνα. Χωρίς να υπεισέλθουμε στα βαθύτερα αίτια των ανθρώπινων αυτών κινήτρων και επιλογών μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι σήμερα μεγάλες επιχειρήσεις που πρέπει να ανταποκρίνονται στη δημόσια ή ιδιωτική ζήτηση. Λειτουργούν στη βάση του κέρδους και των επενδύσεων και «πουλάνε την πληροφόρηση» σαν ένα εμπόρευμα ελκυστικό, περιζήτητο, αλλά και φθαρτό ή τροποποιήσιμο. Και δεν είναι μόνο αυτό. Η υπανάπτυξη πολλές φορές συγκαλύπτεται τηλεοπτικά στις χώρες εκείνες οι οποίες ισχυρίζονται ότι αναπτύσσονται. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις η πραγματικότητα υπερτονίζεται, για να προβάλλονται και να υποστηρίζονται διάφορα «αιτήματα», που πολλές φορές είναι απαράδεκτα ή παράλογα. Όλες οι αρνητικές αυτές τηλεοπτικές όψεις είναι διακριτές, στο βαθμό που η τηλεόραση «αγκαλιάζει» ένα αυστηρά «ιδιαίτερο» και επίκαιρο θέμα, επιβάλλοντας το αίσθημα μιας διάχυτης, διάσπαρτης, ασυνεχούς και «κατασκευασμένης» πραγματικότητας.
Απουσιάζει έτσι πολλές φορές η σοβαρή αναλυτική προσέγγιση απέναντι στα παγκόσμια προβλήματα τα οποία «βγαίνουν στον αέρα» χωρίς καμμιά λογική σειρά και χωρίς καμμιά υπεύθυνη επισήμανση των αιτίων τους ή και χωρίς καμμιά τεκμηριωμένη παρουσίαση των προτάσεων που χρειάζονται για την επίλυσή τους. Και οι ελλείψεις αυτές υπογραμμίζουν την αίσθηση του τηλεοπτικού κοινού ότι τα προβλήματα αυτά είναι τόσο τεράστια και δυσεπίλυτα, ώστε «κάθε προσπάθεια» για την αντιμετώπιση τους να είναι μάταιη. Έτσι το κοινό γίνεται εσωστρεφές και απαισιόδοξο καταφεύγοντας στα προσωπικά του προβλήματα, αποστρέφοντας το πρόσωπο από τον «αληθινό κόσμο» που το περιστοιχίζει. Δεν κατανοεί τους πιθανούς και δυνατούς τρόπους επίλυσης των προβλημάτων, οπότε και αισθάνεται άχρηστο, παρασιτικό και περιθωριοποιημένο.
Τα πράγματα ωστόσο γίνονται ακόμα πιο δύσκολα από το γεγονός πως από τη φύση και τη λειτουργία της η «τηλεόραση απλοποιεί θέματα» που στην πραγ-ματικότητα είναι πολύπλοκα και πολυδιάστατα. Ιδιαίτερο ρόλο σ’ αυτές τις απλο-ποιήσεις παίζουν, πέρα από τα «δελτία ειδήσεων», και άλλα είδη τηλεοπτικών προγραμμάτων, που αναλαμβάνουν την οργάνωση συζητήσεων στρογγυλής τράπε-ζας για ποικίλα θέματα που ενδιαφέρουν άμεσα τους τηλεθεατές. Προς την κατεύ-θυνση αυτή έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια προγράμματα για την οικολο-γία, το περιβάλλον, τη ρύπανση και την ανάπτυξη με «επιλεγμένους εισηγητές» και συζητητές. Πολλά από τα προγράμματα αυτά των συζητήσεων προσφέρουν χρήσιμα στοιχεία στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του τηλεοπτικού κοινού. Πολλά όμως αποπροσανατολίζουν τις υγιείς περιβαλλοντικές αντιλήψεις του κοινού, επιβάλλοντας προκατασκευασμένες απόψεις, λύσεις και αντιλήψεις.
Όλα αυτά δείχνουν ότι στη διαδικασία προσαρμογής στις αλλαγές που αφορούν την αβεβαιότητα και πολυπλοκότητα της κοινωνικής πραγματικότητας, ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος, σοβαρός και σημαντικός.

IV. Ωστόσο πέρα από τις παραπάνω λογικές που αναλύουν και ερμηνεύουν τους τρόπους δράσης των τομέων των περιβαλλοντικών λύσεων, για αιώνες η ελπίδα του παραδείσου και ο φόβος της κόλασης κρατούσαν τους απλούς ανθρώπους πειθαρχημένους και τα αρνητικά τους στοιχεία υπό έλεγχο. Σιγά-σιγά όμως και με την απώλεια της πίστης στις ιδεολογίες, στις αξίες και στους θεσμούς, η κοινωνία απεγκλωβίστηκε από «κάθε φραγμό» και περιορισμό. Μειώθηκε στο ελάχιστο ο σεβασμός προς το νόμο, ο οποίος πάντα λειτουργούσε με τα «παραθυράκια» του, ενώ αυξήθηκε η εγκληματικότητα και η κάθε λογής (ιδιωτική και κρατική) τρομοκρατία. Μέσα σ’ αυτό το αντι-ιδεολογικό και αντι-ιδεαλιστικό κοινωνικό πλαίσιο η σημερινή γενιά αισθάνεται μετέωρη ή χαμένη, χωρίς να γνωρίζει που να στραφεί για να βρει κάποιο ιδανικό ή νόημα. Αν όμως τα απαισιόδοξα αυτά χαρακτηριστικά της νέας γενιάς προβληθούν σε συλλογικό και συνεργατικό επίπεδο, τότε λειτουργούν δημιουργικά και παραγωγικά στο κοινωνικό περιβάλλον. Αρκεί να μη θρέψουν τον υπερεθνικό εγωισμό, ο οποίος λειτουργεί αμφίπλευρα. Δηλαδή μπορεί να εκφραστεί ως φυσική και επιθυμητή αγάπη προς τη χώρα ή την εθνική κοινότητα, μπορεί όμως και να πάρει τη μορφή του σωβινισμού, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας ή του μίσους απέναντι στις άλλες χώρες και στους πολίτες τους.
Είναι ωστόσο γεγονός ότι σήμερα οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν πολλές αντιφάσεις και προβληματικές καταστάσεις. Υποφέρουν συχνά από την απώλεια της ταυτότητάς τους, έχουν χάσει το ηθικό τους και συχνά «εργάζονται» χωρίς σημασία και νόημα, μόνο και μόνο για να αποκτήσουν τα «αργύρια» της κοινότυπης και πληκτικής επιβίωσής τους. Ιδιαίτερα στις δυτικές κοινωνίες, όπου επικρατεί ο άκρατος καταναλωτισμός, οι πιο σημαντικές πτυχές της ζωής τους (εθνική ταυτότητα, θρησκεία, παραδοσιακές αξίες κ.ά.) έχουν συρρικνωθεί. Μια τέτοια κατάσταση οδηγεί στον υπερ-ατομισμό, στην υπερ-κατανάλωση, στη βία, στα ναρκωτικά και στην ιδιοτέλεια κάθε τύπου.
Ωστόσο, ουδέποτε το θέμα των αξιών είχε γίνει αντικείμενο τόσο μεγάλου προβληματισμού και τόσο μεγάλης συζήτησης και ανάλυσης. Και αυτό δείχνει ότι πέρα από το θρυμματισμό του παλαιού συστήματος αξιών, σήμερα προβάλλεται με ιδιαίτερη ένταση, έκταση και σοβαρότητα η ανάγκη ένταξης του κοινωνικού συνόλου σ’ ένα σύστημα αξιών που θα προσφέρει τη βάση σταθερότητας για όραμα και άνοιγμα στη ζωή και στην κοινωνία, και θα οδηγεί στη δόμηση και λειτουργία ενός κόσμου ευχάριστου, ειρηνικού και δημιουργικού. Πέρα όμως από τα αισιόδοξα αυτά ιδεολογήματα θεωρούμε ότι μεγάλο μέρος των παραδοσιακών αξιών είναι ακόμα έγκυρο και αξιόπιστο και ότι μπορούν αυτές οι αξίες να προσαρμοστούν στους σύγχρονους σημερινούς κοινωνικούς όρους αναφοράς. Έτσι ως διαρκείς αξίες παραμένουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ειρήνη, η οικογενειακή ζωή, η προσωπική ευθύνη, τα ίσα δικαιώματα ανδρών και γυναικών, ο σεβασμός στη «διαφορετικότητα», ο πλουραλισμός, ο σεβασμός της διαφορετικής άποψης και των άλλων, η φροντίδα για τα παιδιά, τους ανάπηρους και τους υπέργηρους, η ανεκτικότητα, τα δικαιώματα των μειονοτήτων κ.ά.
Είναι όμως ανάγκη να εναλλάσσεται η κοινωνική αγωγή, ευθύνη και συνείδηση ανάμεσα στο ατομικό και συλλογικό επίπεδο δράσης, για τη διερεύνηση και επίλυση των κοινωνικο-οικολογικών προβλημάτων. Μέσα σε μια τέτοια εναλλαγή χρειάζεται να διακρίνεται προσεκτικά η ηθική της φύσης που επιβάλλεται από την πολυπλοκότητα και οξύτητα των παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων, η ηθική των εικόνων που οφείλει να διακανονίζει τη λειτουργία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η ηθική της αλληλεγγύης που υπαγορεύει την αναγκαιότητα επικοινωνίας, συνεργασίας και αμοιβαίας εξάρτησης των ανθρώπων. Η ηθική αυτή αλληλεγγύη αποτελεί όρο απαράβατο για την επιβίωση και επίλυση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων και ασφαλώς οδηγεί στην ηθική της δράσης, σύμφωνα με την οποία οι πολίτες χρειάζεται να ενημερώνονται, να ενδιαφέρονται, να ευαισθητοποιούνται, να ανησυχούν και να κινητοποιούνται οι ίδιοι για την αντιμετώπιση προβλημάτων που αφορούν το κοινωνικό σύνολο.
Για τον περισσότερο όμως κόσμο, όλα αυτά φαντάζουν ιδεαλιστικά, απραγματοποίητα, απρόσιτα, απόμακρα και απόκοσμα σε σχέση με την αμεσότητα των οικογενειακών, επαγγελματικών και οικονομικών του προβλημάτων. Το εύρος αυτών των προβλημάτων είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σε πολλούς σύνδρομο άρνησης, περιθωριοποίησης, απομόνωσης ή «απόσυρσης» από την αντιμετώπιση των «κοινών προβλημάτων» που τους αφορούν. Γι’ αυτό και σε τοπικό, προσωπικό και συλλογικό επίπεδο επιβάλλεται η αναζωογόνηση της δημοκρατικής διαδικασίας, σκέψης και λογικής, στη βάση της συμμετοχής, για τη διερεύνηση, κατανόηση και αντιμετώπιση των παγκόσμιων προβλημάτων. Έτσι χρειάζεται να σκεφτόμαστε σφαιρικά και παγκόσμια και να δρούμε τοπικά. Η μετάβαση όμως από το τοπικό στο παγκόσμιο επίπεδο και αντίστροφα απαιτεί ριζοσπαστικό μετασχηματισμό τρόπων σκέψης, αντιλήψεων, νοοτροπιών, στάσεων και συμπεριφορών, που μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά ένα εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίον ενδιαφέρεται για τη σύνδεση του σχολείου με τη φύση, την κοινωνία και την παραγωγή. Από εκεί και πέρα ο κρίκος που από πλευράς δράσης συνδέει το προσωπικό, το τοπικό και το εθνικό επίπεδο, μπορεί να επεκταθεί και να λάβει παγκόσμιες διαστάσεις.

V. Ξέχωρα όμως από τα παραπάνω χρειάζεται να συμφιλιώσουμε τις έννοιες της οικονομίας με τις έννοιες και τις πρακτικές της οικολογικής σκέψης στο επίπεδο της αειφορικής – βιώσιμης ανάπτυξης. Δηλαδή οι περιβαλλοντικές διαστάσεις και επιδράσεις να ενταχθούν στις συμβατικές οικονομικές αναλύσεις, είτε οι οικονομικές προσεγγίσεις να ενσωματωθούν στην ευρύτερη οικολογική οπτική και πρακτική. Χρειάζεται συνεπώς να βρεθούν περισσότερο αποτελεσματικοί τρόποι ενσωμάτωσης των περιβαλλοντικών πτυχών στις κατεστημένες και πανίσχυρες προσεγγίσεις της μακρο-οικονομικής και μικρο-οικονομικής ανάλυσης.
Για όλα όμως αυτά η μελλοντική κοινωνία χρειάζεται να μειώσει την κατανάλωση στις βιομηχανικές -ιδιαίτερα- χώρες, η οποία άλλωστε υπαγορεύεται από καθαρά περιβαλλοντικούς λόγους, αλλά και από την ανάγκη αξιοπρεπούς επιβίωσης όλων των κατοίκων του πλανήτη μας. Τελικά όμως το ηθικό στοιχείο του προβλήματος σπάνια λαμβάνεται υπόψη από τους πολιτικούς ή τους επιχειρηματίες. Απλά στην καλύτερη περίπτωση, αυτοί αναζητούν κάποια ομιχλώδη ηθική αντίδραση της κοινής γνώμης, για την περιβαλλοντική υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, τη διαφθορά και το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, που δεν ιεραρχεί ισότιμα τις ανάγκες των χαμηλών κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων. Μια τέτοια κοινωνικο-οικονομική και κοινωνικο-οικολογική θεώρηση των πραγμάτων απαιτεί βέβαια διαλογικές και διαλεκτικές μορφές επικοινωνίας, που μπορούν να αναζητήσουν μια συνεπή και αρμονική μορφή ανθρώπινης συνύπαρξης, η οποία θα προσαρμόζεται σταθερά, διαχρονικά και δημιουργικά στις διαφορετικές ιστορίες, κουλτούρες και αξίες των λαών του πλανήτη μας.

* Το κείμενο αυτό, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, αντλημένο από ένα βιβλίο μου, έκδοσης 1999, θεωρώ ότι συμβαδίζει με τις κοινωνικο-συμπεριφορικές και οικο-περιβαλλοντικές συνθήκες, καταστάσεις και αξίες της σημερινής εποχής του 2020.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες