Η νέα εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ δεν είναι πρωτίστως ιδεολογική, αλλά κατευθύνεται από τον ρεαλιστικό στόχο του έλεγχου κρίσιµων φυσικών πόρων και την ανασχετική διαχείριση αλυσίδων εφοδιασµού που τροφοδοτούν την τεχνολογική και βιοµηχανική υπεροχή της Κίνας.
Η αδυναµία της Ρωσίας στην Ουκρανία την υποβιβάζει σε µια περιφερειακή δύναµη, χωρίς να κληρονοµεί την ισχύ της πρώην Σοβιετική Ένωσης. Την θέση της ως δευτέρου πόλου, στον νέο ψυχρό πόλεµο, την παίρνει η Κίνα απέναντι στις ΗΠΑ µε την διαφορά ότι οι ΗΠΑ είχαν µόνο στρατιωτική αντιπαλότητα µε την τότε Σοβιετική Ένωση, δεν είχαν οικονοµικές σχέσεις αλληλεξάρτησης. Οι ΗΠΑ όµως µε την Κίνα έχουν και στρατιωτική αντιπαλότητα αλλά και οικονοµική, λόγω της αλληλεξάρτησης των οικονοµιών τους.
Οι δύο οικονοµικοί πόλοι ΗΠΑ και Κίνα, διασυνδέθηκαν στενά καθώς δηµιούργησαν µία βαθιά, διπλή εξάρτηση. Οι εµπορικές ανταλλαγές αυξήθηκαν κατακόρυφα, οι ροές κεφαλαίου έγιναν µόνιµη συνθήκη και οι αλυσίδες εφοδιασµού διαπλεκόταν σε επίπεδο παραγωγής και µεταφοράς. Ως αποτέλεσµα, τόσο οι επιχειρήσεις όσο και τα κράτη που συµµετέχουν βλέπουν βελτίωση σε εισοδήµατα και ανάπτυξη και µια κατάσταση αµοιβαίου κέρδους και αυξανόµενων αλληλεξαρτήσεων.
Όµως συνέβη µια ασύµµετρη συγκέντρωση πλεονεκτηµάτων καθώς εµφανίζεται µια βαθµιαία ανισότητα όπου η Κίνα αξιοποιεί την περίοδο της κανονικότητας για να στοκάρει στρατηγικά αποθέµατα, ενισχύσε τις βιοµηχανικές ικανότητες και αποκτήσε επιλογές πολιτικής, χωρίς να το φανερώνει µε αποτέλεσµα να συσσωρεύει εµπορικά πλεονάσµατα $1,2 τρις. Οι ΗΠΑ, αντιθέτως, εξοικειώθηκαν µε την εύκολη πρόσβαση σε αγαθά και χρηµατοδότηση, συσσωρεύσαν χρέος, αύξησαν την ευθραυστότητα και εξάρτηση από τις εισαγωγές και τα ξένα κεφάλαια. Το αποτέλεσµα είναι ότι η Κίνα ως «πλεονασµατική» χώρα στο εµπορικό ισοζύγιο, κέρδιζε ευελιξία και βάθος, ενώ η «ελλειµµατική» Αµερική γινόταν ολοένα και πιο ευάλωτη.
Η Κίνα τα τελευταία χρόνια ακολουθεί µια σιωπηρή στρατηγική αναδιάταξης. Αφού έχουν διαµορφωθεί αυτές οι ανισότητες, προχωρεί σε επανατοποθέτηση, καθώς δηµόσια διατηρεί επιδεικτικά ήπια ρητορική, αλλά παρασκηνιακά µετακινεί πόρους, αναδιαµορφώνει δίκτυα εφοδιασµού και τοποθετεί µοχλούς επιρροής καθώς ελέγχει πολλές χώρες µέσω των δανείων που έχει δώσει στις χώρες των ∆ρόµων του Μεταξιού. Είναι µια φάση στην οποία οι δοµές εξουσίας µεταβάλλονται σταδιακά, χωρίς να προκληθεί άµεση σύγκρουση.
Σήµερα η Κίνα ακολουθεί στοχευµένες κινήσεις προς τις ΗΠΑ µε µοχλούς πίεσης χωρίς να χρειάζεται πλέον να ξεκινήσει ένα παραδοσιακό στρατιωτικό πόλεµο. Αντίθετα, ενεργοποιεί τους µοχλούς που έχτιζε δεκαετίες. Χρησιµοποιεί τον έλεγχο κρίσιµων προµηθειών (σπάνιες γαίες), χρηµατοοικονοµικά µέσα, για να προκαλέσει «οικονοµικό πόνο» και να επιτύχει γεωπολιτικούς στόχους. Οι ΗΠΑ που µέχρι πρότινος αισθανόταν θωρακισµένες ανακαλύπτουν ότι το χρέος (38 τρις πάνω από το 1/3 του παγκόσµιου ΑΕΠ), η υπερκατανάλωση (οι ΗΠΑ δαπανούν 35% παραπάνω από ότι εισπράττουν) και οι ευάλωτες αλυσίδες εφοδιασµού δεν είναι πλεονεκτήµατα αλλά αδύναµα σηµεία. Είναι σηµεία πίεσης που µπορούν να εκµεταλλευτούν οι ανταγωνιστές τους. Οι επιπτώσεις µπορούν να µεταφραστούν άµεσα σε πληθωρισµό, πίεση στη βιοµηχανική παραγωγή και εσωτερική πολιτική αναταραχή. Όταν εργοστάσια, νοικοκυριά και δίκτυα βασίζονται σε µια και µόνη εξωτερική εισροή, ο προµηθευτής αποκτά καθαρό περιθώριο επιβολής πίεσης, είτε το αναγνωρίζει ρητά, είτε όχι.
Οι ΗΠΑ έχοντας έστω και αργά συνειδητοποιήσει τις παραπάνω εξαρτήσεις αλλάζουν πολιτική. Η ανάλυση που ακολουθεί αποτυπώνει τη λογική αυτής της προσέγγισης, συνοψίζει τα εργαλεία που χρησιµοποιούνται και αξιολογεί τις µακροπρόθεσµες συνέπειες για τη διεθνή ισορροπία δυνάµεων.
Οι πόροι ως σπονδυλικός κανόνας στρατηγικής: Η κεντρική θέση είναι απλή αλλά ισχυρή. Σε έναν κόσµο όπου οι τεχνολογίες αιχµής (AI, ηµιαγωγοί, στρατιωτικά συστήµατα) και η µαζική βιοµηχανική παραγωγή εξαρτώνται από συγκεκριµένα ορυκτά, ουράνιο, φθηνή ενέργεια, σπάνιες γαίες κ.λπ., ο έλεγχος αυτών των ροών συνεπάγεται στρατηγική υπεροχή.
Σήµερα η αλυσίδα εφοδιασµού της στρατιωτικής ισχύος περνάει από την Κίνα. Αυτό δεν είναι µόνο ένα οικονοµικό πρόβληµα. Είναι ζήτηµα εθνικής ασφάλειας. Ένα µαχητικό F-35 απαιτεί περίπου 47 κιλά υλικών σπάνιων γαιών. Αυτό σηµαίνει µεγάλες ανάγκες σε νεοδύµιο, δυσπρόσιο κ.λπ.. Οι κατευθυνόµενες βόµβες ακριβείας απαιτούν µαγνήτες σπάνιων γαιών. Τα ραντάρ, οι συσκευές νυχτερινής όρασης, οι δορυφορικές επικοινωνίες τα συστήµατα πρόωσης υποβρυχίων απαιτούν αυτά τα υλικά. Κάθε σύστηµα προηγµένης τεχνολογίας που λειτουργεί το ΝΑΤΟ εξαρτάται από υλικά που διυλίζονται στην Κίνα η οποία ελέγχει το 87% των εισροών σπάνιων γαιών. Αν ξέσπαγε µια σύγκρουση αύριο στην Ταϊβάν, στη Νότια Σινική Θάλασσα ή οπουδήποτε αλλού, η Κίνα θα µπορούσε να αναστείλει τις εξαγωγές σπάνιων γαιών προς τις χώρες του ΝΑΤΟ. Οπότε τα µαχητικά δε θα πετούσαν, οι πύραυλοί δε θα καθοδηγούνταν, τα πλοία δε θα έπλεαν. Αυτό δεν είναι θεωρητική ευπάθεια. Είναι τεκµηριωµένη, ποσοτικοποιηµένη στρατηγική αδυναµία που είναι γνωστή εδώ και χρόνια και παραµένει, δυστυχώς, ανεπίλυτη.
Εποµένως, αντί για άµεσες, παρατεταµένες στρατιωτικές συγκρούσεις, η προτιµητέα τακτική για τις ΗΠΑ είναι ο «στρατηγικός στραγγαλισµός» µέσω της αποσύνδεση της Κίνας από κρίσιµες πηγές ενέργειας και υλικών, θραύση των αλυσίδων εφοδιασµού και υποκατάσταση των εξωτερικών προµηθευτών µε εγχώριες δυνατότητες.
Οι ΗΠΑ εφαρµόζουν αυτήν την στρατηγική ταυτόχρονα σε πολλαπλά πεδία:
α. Ενεργειακές αρτηρίες (Βενεζουέλα, Ιράν κ.ά.). Η αποσύνδεση της Κίνας από φτηνές, παρακαµπτήριες πηγές πετρελαίου, όπως οι παρατηρούµενες προµήθειες µέσω «σκιωδικών στόλων» περιλαµβάνει νοµικές, οικονοµικές και επιχειρησιακές παρεµβάσεις όπως δέσµευση δεξαµενόπλοιων, κυρώσεις, υποστήριξη εναλλακτικών πολιτικών δυνάµεων κ.λπ.. Μία από τις επιδιωκόµενες συνέπειες είναι η λειτουργική αποκοπή της Κίνας από φθηνές ενεργειακές ροές, µε αποτέλεσµα την επιβράδυνση βιοµηχανικών ρυθµών.
β. Κυρώσεις και πίεση στο εσωτερικό (διπλός στόχος). Επιβολή οικονοµικών περιορισµών που αποσταθεροποιούν την ήδη εύθραυστη εξαγωγική οικονοµική βάση της Κίνας και προκαλούν εσωτερική πολιτική τριβή µε σκοπό την αύξηση κόστους συντήρησης της εξουσίας και την ενίσχυση εσωτερικών ρηγµάτων (δασµοί, τεχνολογικοί, χρηµατοοικονοµικοί περιορισµοί κλπ., µε σκοπό την µείωση των εξαγωγών και την άρση των αθέµιτων πρακτικών στο διεθνές εµπόριο).
γ. ∆ιασφάλιση κρίσιµων πρώτων υλών (σπάνιες γαίες, κρίσιµα µέταλλα). Η ενίσχυση εγχώριας βιοµηχανίας µεταποίησης κρίσιµων υλικών εντός των ΗΠΑ και των συµµάχων, µιας τεχνολογικά και περιβαλλοντικά δύσκολης διαδικασίας, µέσω επιδοτήσεων και επενδυτικών πακέτων (π.χ. χρηµατοδότηση διυλιστηρίων σπάνιων γαιών στην ενδοχώρα) για την αποδέσµευση από τη µονοκαλλιέργεια εξαρτήσεων.
δ. Αναδιάταξη στρατηγικής βάσης (π.χ. ενδιαφέρον για Γροιλανδία). Επενδύσεις σε περιοχές µε ακαθόριστες γεωστρατηγικές δυνατότητες και κοιτάσµατα. Η επιλογή περιοχών όπως η Γροιλανδία αποκτά νόηµα ως στοιχείο ευρύτερης πολιτικής εξασφάλισης πρώτων υλών και θέσης ελέγχου. Το ίδιο και η πίεση προς τον Καναδά που δεν θέλει να εξορύξει τα σηµαντικά αποθέµατα που έχει σε σπάνιες γαίες και κρίσιµα µέταλλα.
ε. Επενδυτική-βιοµηχανική αυτοδυναµία (onshoring). Οικοδόµηση εγχώριων γραµµών παραγωγής για κρίσιµα υλικά και τεχνολογικά προϊόντα, όχι απλώς για την ασφάλεια προµηθειών, αλλά και για να περιορίσει την δυνατότητα της Κίνας να «εγκλωβίζει» την οικονοµία των ΗΠΑ µέσω ελέγχου πρώτων υλών και εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η λογική των παραπάνω ενεργειών, είναι να «στερήσεις τη βενζίνη από τη µηχανή» του αντιπάλου, χωρίς φθηνή ενέργεια και χωρίς πρόσβαση σε κρίσιµα υλικά, µια εξαγωγικά προσανατολισµένη βιοµηχανία υφίσταται δραµατική κάµψη. Επιπλέον, η ενίσχυση εγχώριων δυνατοτήτων δηµιουργεί εναλλακτική υποδοµή, πλαισιώνοντας την πολιτική απο-εξάρτησης (decoupling), όχι απαραίτητα ως ολική αποκοπή, αλλά ως εκβιοµηχάνιση/ανθεκτικότητα για κρίσιµες λειτουργίες και µείωση του κινδύνου (de-risking).
Στρατηγικά, οι ΗΠΑ αποσκοπούν σε τρία αποτελέσµατα: α) την µείωση του ρυθµού ανάπτυξης και στρατιωτικής ισχυροποίησης της Κίνας, β) την ανάπτυξη νέων, πολυµερών πλεονεκτηµάτων µέσα από ελεγχόµενες συµβάσεις και επενδύσεις και γ) την διατήρηση της σχετικής υπεροχής σε κρίσιµους τοµείς τεχνολογίας (AI, ηµιαγωγοί, στρατιωτικά συστήµατα κ.λπ.).
Η πολιτική αυτή δεν είναι απαλλαγµένη κινδύνων καθώς η Κίνα µπορεί να ανταποδώσει µε υπονόµευση, χαµηλού επιπέδου σύγκρουση στην περιφέρεια, ή γρήγορη αναδιάταξη εµπορικών σχέσεων (π.χ. ενίσχυση εναλλακτικών ροών προς τρίτους εταίρους). Επίσης η έντονη χρήση κυρώσεων ενθαρρύνει εναλλακτικά συστήµατα πληρωµών και συναλλαγµατικές συµφωνίες, υπονοµεύοντας τη µακροπρόθεσµη αξία του δολαρίου που στηρίζει το στρατηγικό προβάδισµα. Η µαζική επένδυση σε εγχώριες υποδοµές και η χρηµατοδότηση µεταποίησης είναι δαπανηρές και µπορεί να προκαλέσουν προβλήµατα αποδοτικότητας των επενδύσεων. Επιπλέον η εξάρτηση από άλλους συµµάχους για στρατηγικά υλικά µπορεί να δηµιουργήσει νέες ευπάθειες.
Για να είναι βιώσιµη µια τέτοια πολιτική, απαιτείται πολύπλευρος σχεδιασµός που εξασφαλίζει την οικοδόµηση πολύπλευρων συµµαχιών προµήθειας, ώστε να µην αντιµετωπίζεται ο κίνδυνος µονοµερών αποκλεισµών. Χρειάζεται η εξασφάλιση ότι οι δηµόσιες δαπάνες για την εγχώρια παραγωγή έχουν οικονοµικά και περιβαλλοντικά όρια. Οι κυρώσεις πρέπει να συνοδεύονται από τεχνικές και εµπορικές προτάσεις που επιτρέπουν ειρηνική ενσωµάτωση, αλλιώς αυξάνεται ο κίνδυνος ριζοσπαστικοποίησης της αντίδρασης. Επίσης χρειάζονται επενδύσεις σε περιφερειακή σταθερότητα (ενέργεια, υποδοµές, διασύνδεση) ώστε οι διαδροµές εφοδιασµού να µην καταστούν εργαλείο πλήρους αποκοπής µε καταστροφικές συνέπειες.
Η στρατηγική έµφασης σε πόρους και αλυσίδες εφοδιασµού αποτελεί ρεαλιστική, χαµηλού απροκάλυπτου κινδύνου µέθοδο για την επίτευξη συσσωρευτικού πλεονεκτήµατος έναντι της Κίνας. Ωστόσο, η επιτυχία της εξαρτάται από την ικανότητα να οργανωθούν εσωτερικά οι επενδύσεις µε µακροοικονοµική και διπλωµατική σοφία, να αποφευχθεί η εξάντληση του διπλωµατικού κεφαλαίου και να κερδηθεί η συναίνεση των συµµάχων και κυρίως της Ε.Ε. Ο πόλεµος για το µέλλον µπορεί να διεξαχθεί µε οικονοµικά και τεχνολογικά εργαλεία, αλλά η χρήση τους απαιτεί προσοχή, καθαρό σχεδιασµό και επίγνωση των δευτερογενών συνεπειών.
Καθώς η παγκοσµιοποίηση ωθούσε προηγουµένως προς µέγιστη αποδοτικότητα (ελάχιστο κόστος, µέγιστος όγκος), σήµερα ο κόσµος αρχίζει να πληρώνει, κυριολεκτικά και πολιτικά, µεγαλύτερο κόστος για να εξασφαλίσει την ανθεκτικότητα. Η πραγµατικότητα που αποκαλύπτεται είναι ότι το κόστος της ασφάλειας και της αυτοδύναµης ικανότητας προµήθειας έχει αποδειχθεί ανεκτίµητο, και ότι πολλές από τις στρατηγικές επιλογές του παρελθόντος πρέπει να επανεξεταστούν προκειµένου να αποτραπεί η µετατροπή των οικονοµικών δεσµών σε όπλα πολιτικής, στα πλαίσια µιας πολιτισµικής διαµάχης αυταρχικών χωρών, που ήταν στο παρελθόν αυτοκρατορίες και επιδιώκουν την ανασύσταση τους, εναντίων των χωρών της δηµοκρατικής ∆ύσης.
*Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι οικονοµολόγος, αναπληρωτής καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης Εργαστήριο Επιστηµονικών ∆εδοµένων


