Με τις ικανότητες του σώµατος που έχουν τα όντα που υπάρχουν στη Γη στην ξηρά και στη θάλασσα, που θεωρούν ότι µπορούν να ακούνε, να βλέπουν και να αισθάνονται τον υλικό κόσµο γύρω τους που τα περιβάλλει, που οι άνθρωποι µε τα άυλα µάτια της ψυχής και του πνεύµατος προσπαθούν να κατανοήσουν το νόηµα και τη σηµασία του φανταστικού ουρανού για να τους αποκαλύπτεται το µυστήριο της υπόστασης και της ύπαρξης µιας πολύπλοκης λειτουργίας και ενέργειας των οργανισµών που αυτή εκδηλώνεται µε το φαινόµενο που ονοµάζεται Ζωή.
Η έµφυτη εσωτερική παρόρµηση, το ένστικτο που έχουν τα καθοδηγεί χωρίς τη συµµετοχή της βούλησης και της νόησης για να συνεχίζουν τη ζωή τους στη Γη και να αναδηµιουργούνται µε την αναπαραγωγή τους. Ο Ήλιος ορίστηκε από ψηλά τον Ουρανό να στέλνει το φως του παντού και να φωτίζει τον κόσµο όλο στη Γη για να υπάρχει ζωή, όπως η Θεοτόκος ορίστηκε από τον Ουρανό σ’ έναν καιρό και έγινε η ζωοδόχος πηγή που δέχτηκε µέσα της την πηγή της Ζωής. Η αµεσότητα και οι δεσµοί της Γης, της Ζωής και του Ουρανού είναι καταφανείς µε τη ζωή στη Γη να είναι πάντα ως αντίθεση προς το θάνατο και ως διάκριση από τα ανόργανα αντικείµενα που αυτά δεν έχουν τις ιδιότητες της ζωής που δεν πεθαίνουν που δεν έχουν ζωή όπως έχουν τα οργανικά όντα που τους δόθηκε κατά τη δηµιουργία του κόσµου.
Σε λανθάνουσα ζωή στη Γη είναι η κατάσταση που βρίσκονται οι σπόροι και όλα τα σπέρµατα, τα αυγά, τα υπόγεια όργανα των φυτών που οι λειτουργίες τους είναι αόρατες και απαρατήρητες που η ύλη τους εναλλάσσεται από ανόργανη και µετατρέπεται σε οργανική για την παρουσία της ζωής στη Γη που αυτή έρχεται και φεύγει πάλι, που αντικαθίσταται η κάθε ζωή από άλλη ζωή για να συνεχιστεί καθώς έτσι έχει οριστεί. Η ερµηνεία του φαινοµένου της ζωής είναι δύσκολη και η µετάβαση από την ανόργανη ύλη σε οργανική µε τις διαφοροποιήσεις που γίνονται για να υπάρχει η ζωή κάτω από τον άφθιτο, τον άφθαρτο και αιώνιο ουρανό παραµένουν και θα παραµείνουν για πάντα ανεξιχνίαστες και θα µείνει υπόθεση ανεξακρίβωτη και άφθαστη στις όποιες προσπάθειες που καταβάλλει ο άνθρωπος να τις κάνει κατανοητές και να τις ερµηνεύσει.
Οι οργανισµοί που έχουν ζωή, τα ζώα και τα φυτά, µε τα ζώα να έχουν µεγάλη ερεθιστικότητα που σηµειώνουν αντιδράσεις στα ερεθίσµατα, που κινούνται και τρέφονται µε οργανικές ύλες και µε τα φυτά που δεν κινούνται, δεν έχουν µεγάλη ερεθιστικότητα και που τρέφονται από ανόργανες ουσίες. Η Ζωή είναι το κοινό που έχουν ως ζωντανά πλάσµατα µε τον άνθρωπο να έχει δοθεί µε θεία πνοή από τον ουρανό από το ζωντανό και αιώνιο θεό εξ’ αρχής κατά τη ∆ηµιουργία όταν πλάστηκε ο Αδάµ και η Εύα. Πριν από τη ζωή κατά την παράδοση δεν υπήρχε ήχος, ούτε κίνηση, ήταν το χάος µε τις µέρες βουβές µε παγερή σιωπή και µε αιώνια νύχτα, µε το σκοτάδι και το έρεβος να απλώνεται παντού, που η νύχτα έριχνε πυκνό σκοτάδι στο χάος.
Το σκοτάδι και το έρεβος έφεραν τον αιθέρα και φωτίστηκαν και έλαµψαν και ηµέρεψαν όλα και γεννήθηκε η Γη η µεγάλη µητέρα όλων, το αιώνιο στήριγµα που από αυτή ξεπήδησε η ζωή και η ευτυχία. Η Γη αγάπησε το γαλανό Ουρανό που φάνηκε δίπλα της και έγιναν ζευγάρι, που από το γάµο τους που ήταν πολύ γόνιµος γεννήθηκαν πολλά παιδιά που δεν ήταν όµως όπως τα ήθελε ο Ουρανός γιατί δεν ήταν το σώµα τους καλοφτιαγµένο σαν ανάκτορο που θα µπορούσε να κατοικήσει µέσα του µια αθάνατη ψυχή.
Τα πλάσµατα που γεννήθηκαν δεν ήταν χαριτωµένα και φαινόταν στον πατέρα τους τον Ουρανό σαν να είχαν γίνει από σφάλµα και δεν τα ήθελε και αποφάσισε να τα κατακρηµνίσει, να τα γκρεµίσει να πέσουν µέσα στον Τάρταρο. Ο Τάρταρος ήταν µια υπόγεια µαύρη σπηλιά µε ατµούς πολύ βαθιά µέσα στη Γη που όποιος έριχνε ένα τσεκούρι χάλκινο, όπως έλεγε ο Ησίοδος, θα έκανε εννιά µερόνυχτα για να φθάσει. Τόσο βαθύς ήταν ο Τάρταρος που τον χρησιµοποιούσαν και για φυλακή των θεών εκείνων και είχαν αδυναµίες που δεν τις νικούσαν όπως κάνει η χαραυγή που νικηφόρα ηµερώνει το απαρηγόρητο σκοτάδι.
Στα δύσκολα και στα δύσληπτα που συνέβαιναν στους ανθρώπους που δεν τα κατανοούσαν έψαχναν για ένα πιο τέλειο θεό όπως αυτοί τον ήθελαν και τον φανταζόταν και τότε του άλλαζαν και το όνοµα του που ήθελαν να τον πλησιάσουν πιο πολύ. Από το γάµο της Γης και του Ουρανού που πρώτα γεννήθηκαν οι Τιτάνες και οι Γίγαντες, ο Ουρανός τρόµαξε σαν τους είδε γιατί µεγάλωναν αµέσως και θέριευαν και έκαναν µεγάλα πηδήµατα και έφερναν τον κόσµο πάνω κάτω. Γι’ αυτό ο Ουρανός τα αφάνισε αλλά και τα άλλα που γεννήθηκαν οι Κύκλωπες και οι Εκατόγχειρες, ήταν και αυτά σωστά τέρατα και ο ίδιος ο θεός φοβόταν για την ασφάλειά του, µήπως τάχα τον ξεπεράσουν σε δύναµη, που ανατρίχιασε όταν τα είδε που είχαν µορφή και σώµα παράξενο, είχαν ένα µόνο µάτι στο µέτωπο και ήταν οι ουράνιοι Κύκλωπες.
Τα παιδιά αυτά του Ουρανού και της Γαίας όπως ο Όµηρος αναφέρει τους Κύκλωπες τους συντρόφους του Πολύφηµου που τον τύφλωσε ο Οδυσσέας ο πανούργος, που αυτοί έκαναν τα δύσκολα και βαριά έργα και οικοδόµησαν τα Κυκλώπεια Τείχη. Οι ουράνιοι Κύκλωπες το θεϊκό αυτό γένος ήταν τρεις: Ο Βροντής, προφανούς ο κρότος της βροντής, ο Στερόπης, πιθανόν η αστραπή και ο Άργης το φως των λάµψεων και ο κεραυνός.
Αυτά που συνέβαιναν στη ζωή τους, οι Έλληνες τα ερευνούσαν και όπως ήταν φυσικό τα ταυτίζουν µε το θεό τους επειδή τα φυσικά φαινόµενα τους ανησυχούσαν εθεώρησαν τότε το θεό τους τον Ουρανό ατελή και σακάτη και το σκήπτρο της εξουσίας το πήρε ο µικρότερος γιος του ο Κρόνος που βγήκε από τον Τάρταρο και ανέβηκε αυτός στο θρόνο και ελευθέρωσε και τα αδέρφια του, που τα έβγαλε από τη σκοτεινή φυλακή του Τάρταρου και τους άλλους Τιτάνες και τις Τιτανίδες που ήταν δώδεκα και όλα τα έκανε µε υπόδειξη της µάννας του της Γης που τον παρακάλεσε να την βοηθήσει γιατί ήταν παιδιά της και τα αγαπούσε, ήταν η δύναµή της και το θεωρούσε άδικο που ήταν κλεισµένα στον Τάρταρο επειδή ήταν άσχηµα και δυσκόλευαν τη ζωή όταν ερχόταν που αυτή τα ήθελε και τα ζητούσε ο Κρόνος που ήταν πολύ δυνατός και σκληρόκαρδος, δεν αποφυλάκισε όλα τα άλλα του αδέρφια τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες γιατί τους φοβόταν όπως φοβόταν και τα ίδια του τα παιδιά που έκανε η σύζυγος του η Ρέα.
Ο Πλούτωνας το πρώτο του παιδί ήταν το βασίλειο του ο ζοφερός χώρος,του κάτω κόσµου στα έγκατα της Γης που ήταν αδύνατο να βγει κανείς από εκεί όταν έµπαινε γιατί ξεχνούσε τα πάντα επειδή έπινε το νερό της λήθης και της λησµοσύνης. Ο Ποσειδώνας το άλλο παιδί της ήταν ο κυρίαρχος των νερών και ήταν άγριος κυρίως κατά τον µήνα Ποσειδώνα, το διάστηµα από τα µέσα ∆εκεµβρίου έως τα µέσα Ιανουαρίου που αυτός προκαλούσε και τους σεισµούς όταν µε την τρίαινα του τάραζε τη θάλασσα.
Ο ∆ίας ήταν ο τρίτος της γιος που µεγάλωσε µε το γάλα µιας γίδας της Αµάλθειας και µε το µέλι που του κουβαλούσε ένας αετός από τα αγριοµελίσσια του δάσους. Τον ∆ία φρόντιζαν οι κόρες του βασιλιά της Κρήτης Μελισσέα που τον ανάθρεψαν κρυφά και όταν ένιωσε πως είχε πολύ µεγάλη δύναµη χωρίς να χάσει καιρό µια και δυο ανέβηκε στον Όλυµπο µαζί µε τα άλλα του αδέρφια τον Πλούτωνα και τον Ποσειδώνα και συνάντησε τον πατέρα του τον Κρόνο και του είπαν να δώσει το σκήπτρο της εξουσίας στον ∆ία και να φύγει µακριά. Αυτός όµως δεν άφηνε το θρόνο και έγιναν µεγάλες µάχες που από τη µία πολεµούσε ο ∆ίας µε τα αδέρφια του και τους άλλους θεούς και από την άλλη ο Κρόνος µε τα δικά του αδέρφια τους Τιτάνες και τις Τιτανίδες και µε τον Τυφώνα το τελευταίο παιδί της Γης που αυτός έβγαζε ακατανόητους ήχους, εµούγκριζε και εβρουχιόταν και έτρεµε η Γη µε το περπάτηµά του και τον φοβόταν και οι ίδιοι οι Θεοί.
Μετά από σκληρές και επαχθείς µάχες που ο ∆ίας ήταν ο νικητής αναγνωρίστηκε από όλους ως αρχηγός και έµεινε πλέον οριστικά στον Όλυµπο. Τα παιδιά της Γης µε τις πολύ µεγάλες δυνάµεις, αυτά τα άγρια και δυνατά πλάσµατα µε τα γιγάντια σώµατα οι Κύκλωπες, οι Εκατόγχειρες, οι Γίγαντες, ο Εγκέλαδος, ο Τυφώνας και όλα τα άλλα όταν περνούσαν έτρεµε η Γη µε το περπάτηµά τους. Αυτά που µούγκριζαν και βρουχιόταν και σηκθ)νόταν θύελλα και ξερίζωνε δέντρα και αντιβούιζαν οι λαγκαδιές και οι οχιές σφύριζαν δυνατά όταν τα άκουγαν, είναι πιθανόν αυτά να συµβόλιζαν τις δυνάµεις µε τα καιρικά φαινόµενα της φύσης που βοηθούν τη Γη στην αποστολή της για να δίνει ζωή ως η µεγάλη η µια µοναδική µάννα και δεν έπρεπε να είναι συνεχώς φυλακισµένα και ανενεργό.
Όταν αυτή ήξερε ότι τα χρειαζόταν πήγαινε στον Τάρταρο και τα παρακαλούσε να βγουν έξω και έβγαιναν, που µόνο στον Άδη που τον ονόµαζαν και Πλούτωνα και άλλοτε πάλι Αϊδωνέα έµπαινε κανείς εύκολα αλλά ήταν αδύνατο να ξαναβγεί όταν ο χάρος οδηγήσει εκεί την ψυχή του. Ο Θεός τους επέτρεπε και έβγαιναν από τον Τάρταρο όπως τότε που ο ∆ίας ήθελε να κάµει το φοβερό κατακλυσµό για να τιµωρήσει τους ανθρώπους που δεν τα πήγαιναν καλά µαζί του και τον ξεχνούσαν και είχαν γίνει δύσπιστοι και αµαρτωλοί τότε ο ∆ίας παράγγειλε στον Αίολο το θεό των ανέµων να κλείσει τους ασκούς του και να αφήσει ελεύθερο µόνο το Νοτιά και να σκεπάσει όλη τη Γη µε τις υγρές του φτερούγες και τότε άρχισε η καταστροφή.
Άνοιξαν οι καταρράκτες του ουρανού και ασταµάτητα έπεφτε το νερό και έτρεχε ποτάµι. Μαζί µε τη θύελλα που ούρλιαζε µανιακά καταστράφηκαν όλα. Ήταν σωστή κόλαση ο ∆ίας τα έβλεπε όλα. Έτρωγαν και έπιναν και δεν τον πίστευαν. Είχαν γίνει οι άνθρωποι σκληρόκαρδοι και άσπλαχνοι, ψεύτες και σπιούνοι είχε φύγει και τότε η αγάπη και η δικαιοσύνη είχε χαθεί. Οι αµαρτίες τους ήταν πολλές και η δυσπιστία τους ήταν µεγάλη, γι’ αυτό οργίστηκε ο ∆ίας και χάθηκαν όλα και σωριάστηκαν τα παλάτια τους και οι βασιλείς µεταµορφώθηκαν και πτώχευσαν και καταδίκασε τους ανθρώπους να ζουν µε έγνοιες και βάσανα και ετιµωρήθηκαν όλοι και πρώτος ο Τιτάνας Προµηθέας που έκλεψε τη φωτιά και την έδωσε στους ανθρώπους που παράκουσε την εντολή του.
Από το φοβερό κατακλυσµό γλίτωσε µόνο ένα ζευγάρι δίκαιων και φιλόξενων ανθρώπων που ο άντρας λεγόταν ∆ευκαλίωνας και η γυναίκα Πύρρα που τότε αυτοί ζήτησαν από το θεό να κάµει καινούργιους ανθρώπους και ο ∆ίας τους άκουσε και έγιναν καινούργιοι άνθρωποι και κατοίκησαν στη Γη και συνεχίστηκε η ζωή.
Ο ∆ευκαλίωνας και η Πύρρα έκαναν παιδιά που ένα από αυτά ονοµαζόταν Έλληνας που από αυτόν κατάγεται όλη η γενιά των Ελλήνων. Ο ∆ίας, ο Θεός τους, κατοικούσε στον Όλυµπο που ήταν ψηλός ως τον ουρανό και επειδή έβλεπε από ψηλά, έλεγχε τη ζωή τους στη 1 η που ήταν χαµηλά και ήξερε όσα συνέβαιναν κάθε στιγµή, πίστευαν στη δύναµη του και πως είναι δίκαιος και πως η ευτυχία και η δυστυχία στη ζωή τους στη Γη βρίσκεται στα χέρια του.
Πίστευαν πως από Αυτόν προέρχεται το Σύµπαν που είναι η βάση της Γης και του Ουρανού µαζί µε τα λαµπρά αστέρια του όπως σήµερα σκεπτόµαστε το Θεό µε τους Αγίους του. Πίστευαν πως κανονίζει τα φυσικά φαινόµενα και βοηθάει τους αδύνατους τους φτωχούς και τους ξένους όταν του το ζητάνε. Πίστευαν στην τριαδικότητα του Θεού από τότε και η Σίβυλλα, η ιέρεια του Απόλλωνα είχε πει «Ένας είναι ο ουράνιος θεός πού είναι τριλαµπές φως», όπως και ο φιλόσοφος Απολλώνιος είχε πει: «Εγώ καταγγέλλω ένα µόνο ύψιστο θεό εν τρισίν». ∆ηλαδή εγώ δηλώνω ένα µόνο ύψιστο Θεό σε τρία πρόσωπα.
Η τριαδικότητα του Θεού των Ελλήνων σε όλη τους τη ζωή στη Γη ήταν δεδοµένη από τότε που και σήµερα και πάντα οι Έλληνες πιστεύουν στη δύναµη του Θεού του Ουρανού που διψούν να µαθαίνουν και να είναι φίλοι και οπαδοί της αλήθειας και παλεύουν γι’ αυτήν και µιλούν πάντα µε την ίδια καθαρή γλώσσα είτε ως πλούσιοι είτε ως φτωχοί είτε ως αδούλωτοι είτε ως υποδουλωµένοι. Ξέρουν πως η ζωή τους στη Γη που αγαπούν είναι σύντοµη και ότι η στοργική αγκαλιά της θα δεχτεί το σώµα τους όπως και της κάθε ζωής που το περιµένει που λειώνει και σκορπίζεται όπως ο ουρανός περιµένει βασιλικά ντυµένη την ψυχή τους. Τα προφητικά και µαγικά τους λόγια που αποπνέουν οµορφιά και χάρη ήταν το έρεισµα που ο Αιγύπτιος τότε ιερέας είπε στον Πλάτωνα: «Σεις οι Έλληνες είστε και θα µείνετε αιώνια η νεότητα του κόσµου».
Με βαθιά πίστη πάντα στο θεό τους στον ουρανό οι Έλληνες που αγαπούν τη µουσική και την παράδοση νιώθουν περήφανοι που είναι απόγονοι του Έλληνα του γιου του δίκαιου και φιλόξενου ∆ευκαλίωνα. Με τα παραπάνω που έγινε λόγος και αναφέρθηκαν στην τριαδικότητα Γη – Ζωή και Ουρανός που παρουσιάζεται ελάχιστα το µεγαλείο και η Τελειότητα τους που οι άνθρωποι παραδίδονται και υποτάσσονται στη µεγαλοπρέπεια που έχουν, που γεµίζει το είναι τους και δίνουν νόηµα και κατεύθυνση στη Ζωή µε κάτι το βέβαιο και αληθινό που υποδείχνουν τη ζωντανή παρουσία µιας δύναµης που δεν είναι πιθανότητα, που βεβαιώνεται ότι υπάρχει ανώτερος και Θεός ανυψωµένος στον Ουρανό µε απερίγραπτη δόξα που αυτός εδηµιούργησε και αυτός ρυθµίζει τη Ζωή στη Γη που το καταλαβαίνουν και απλώνουν τα χέρια προς τον ουρανό για να εκφράσουν τον θερµό τους πόθο να µένουν αχώριστα ενωµένοι για πάντα µαζί του.
Στη γιορτή της Παναγιάς εύχοµαι µε υγεία και χαρά.
*Ο ∆ηµήτριος Παυλάκης
είναι π. ανώτερος υπάλληλος
και συνδικαλιστής