Τρίτη, 11 Μαΐου, 2021

“Γι’ αυτό διαβάζω ένα βιβλίο”…

«Ο ήλιος και ο Βοριάς μάλωναν ποιος από τους δυο είναι ο δυνατότερος και δεν ξέρανε πώς να λύσουν τη διαφορά τους. Εκείνη την ώρα περνούσε από τον δρόμο ένας διαβάτης. “Να ευκαιρία”, είπε ο. Ηλιος. Οποιος από τους δυο μας βγάλει απ’ αυτόν τον άνθρωπο τα ρούχα του θα είναι ο δυνατότερος. Κάνε συ την αρχή Βοριά! Άρχισε λοιπόν ο Βοριάς να φυσάει. Ομως, όσο πιο πολύ φυσούσε τόσο πιο πολύ κουκουλωνόταν ο οδοιπόρος. Φυσούσε με μανία ο βοριάς και ο άνθρωπος που κρύωνε, έριχνε το ένα ρούχα επάνω στο άλλο για να φυλαχτεί από τον παγωμένο αέρα, ώσπου είδε κι απόειδε ο βοριάς και τον παρέδωσε στον ήλιο. Ο ήλιος έριξε τις ζεστές ακτίνες του κι όταν ο άνθρωπος έβγαλε τα παραπανίσια ρούχα, δυνάμωσε τη ζέστη, τόσο που ο άνθρωπος δεν μπορούσε πια να υποφέρει, γδύθηκε κι έπεσε στο ποτάμι που έτρεχε εκεί κοντά για να δροσιστεί». Έτσι ο ήλιος βγήκε νικητής στον αγώνα. Ο μύθος του Αισώπου “Ο Ηλιος και ο Βοριάς” σε διασκευή της Γεωργίας Ταρσούλη.

«Βραδιάζει. Τι λαμπρή φωτιά είναι αυτή που φάνηκε στο βουνό! Πρώτος ο Φάνης την είδε. Πρώτος αυτός βλέπει τις ομορφιές της γης τ’ουρανού και τις δείχνει στ’ άλλα παιδιά: τον ήλιο που βασιλεύει τα σύννεφα που τρέχουν στον ουρανό, το άστρο που καθρεφτίζεται στο ρυάκι. “Κοιτάτε, είπε μια φωτιά εκεί απάνω!” κι έδειξε τη φωτιά στα δύο παιδιά που ήταν μαζί του, στο Μαθιό και στον Κωστάκη. Κάθονται κι οι τρεις αυτή την ώρα στο πεζούλι της εκκλησίας. Ηταν κουρασμένοι από το πολύ παιχνίδι. Είχαν διακοπές. “Ναι, αλήθεια μια φωτιά!”, είπαν οι άλλοι δύο. “Πώς λάμπει!”, είπε ο Φάνης. “Σαν χρυσάφι”. Η αρχή απ’ το βιβλίο “Τα ψηλά βουνά” του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

«Ο άνθρωπος χάιδεψε το σβέρκο του γάτου. “Εντάξει, γάτε. Τα καταφέραμε”, είπε αναστενάζοντας. “Ναι”, νιαούρισε ο Ζορμπάς. “Στο χείλος του κενού κατάλαβα το πιο σημαντικό!”. “Α, ναι; Και τι είναι πιο σημαντικό” ρώτησε ο άνθρωπος. “Πως πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει”, νιαούρισε ο Ζορμπάς. “Φαντάζομαι πως τώρα περιτεύει η συντροφιά μου. Σε περιμένω κάτω”, είπε φεύγοντας ο άνθρωπος. Ο Ζορμπάς έμεινε να την κοιτάζει, και σε λίγο κανείς δεν θα μπορούσε να πει αν ήταν οι σταγόνες της βροχής ή τα δάκρυα που μούσκεψαν τα κίτρινα μάτια του- ούτε καν κι αυτός ο ίδιος ο Ζορμπάς, ο καλός γάτος, ο ευγενικός γάτος, ο γάτος του λιμανιού, ο γάτος που ήταν μαύρος και πελώριος και χοντρός». Το τέλος από το βιβλίο του Λουίς Σεπούλβεδα “Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ έναν γλάρο να πετάει” (Μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη).

«Θέλω να λάμπει φως στο σκοτάδι/ ήλιος η ελπίδα πάνω στη γη/ Οι άνθρωποι όλοι πάντα ομάδι/ και η ειρήνη να οδηγεί./ Ζεστή καρδιά θέλω να ‘χω στο κρύο/ Γι’ αυτό διαβάζω ένα βιβλίο!//Δέντρο μεγάλο θέλω τη γνώση/ Ν’ απλώνει γύρω γερά κλαδιά/ Άνθη να δέσει, καρπούς να δώσει/ Σ’ όλο τον κόσμο για τα παιδιά/ Να γίνει ο Λόγος μέγα σχολείο. Γι’ αυτό διαβάζω ένα βιβλίο!// Θέλω η αγάπη πλατειές φτερούγες/ Να ξεδιπλώσει ζερβά-δεξιά/ Να φτάσει μέχρι τις άδειες ρούγες/ Να συντροφέψει τη μοναξιά/ Κι όπου είναι ένας, να γίνουν δύο./ Γι’ αυτό διαβάζω ένα βιβλίο! Το ποίημα “Γι’ αυτό διαβάζω” της Πηνελόπης Ντουντουλάκη (από την ποιητική συλλογή “Τραγουδώ τον ουρανό”).

Παγκόσμια ημέρα του Παιδικού Βιβλίου σήμερα 2 Απριλίου, ημέρα γέννησης (2 Απριλίου 1805) του μεγάλου Δανού παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Kορωνοϊκά… στα πεταχτά

«Τα χελιδόνια τσ’ άνοιξης έφεραν την ελπίδα/ πως σύντομα ο κορωνιός θα φύγει απ’ την πατρίδα// Ευτυχισμένα τα πουλιά που λεύτερα πετούνε/ για κορωνιό δεν νοιάζονται και δεν ανησυχούνε// Ο κορωνιός ευθύνεται που μου ‘χεις λείψει τόσο/ χελιδονάκι θα γενώ να ‘ρθω να σ’ ανταμώσω». Στα χελιδόνια που ήρθαν κι εφέτος και μας έφεραν την άνοιξη και την ελπίδα ότι ο κορωνοϊός θα φύγει αναφέρεται η Νεκταρία Θεοδωρογλάκη στις σημερινές της μαντινάδες. Πάντα στον… παλμό των ημερών η μαντιναδολόγος μας.

“Μακρύς ο δρόμος της αποκλιμάκωσης” για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο του ρεπορτάζ στην εφημερίδα μας (Τρίτη 30 Μαρτίου) της Φανής Νικηφοράκη.
Το μακρύ ταξίδι της ημέρας μέσα στη νύχτα,για να θυμηθώ ένα απ’ τα βιβλία του Ο’Νηλ, συνεχίζεται, ακόμα κι όταν μας πούνε “επισήμως” ότι τελείωσε. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. Με την έννοια ότι η μετακορωνοϊκή κατάσταση δεν θα ‘ναι όπως την προκορωνοϊκή…

«Κι αν δεν μπορείς να κάμεις/ την ζωή σου όπως την θέλεις/ τούτο προσπάθησε τουλάχιστον/ όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις/ μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,/ μες στις πολλές κινήσεις κι ομιλίες./ Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς την,/ στων σχέσεων και των συναναστροφών/ την καθημερινή ανοησία, /ώσπου να γίνει σα μια ξένη φορτική. Το ποίημα “Οσο μπορείς” του Κ.Π. Καβάφη.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες