«Στα δέκα χρόνια από τον θάνατο του Στέλιου Καζαντζίδη, πήγα στο Νεκροταφείο της Ελευσίνας ένα πρωί της Κυριακής του Σεπτέµβρη, που έγινε το µνηµόσυνο από την οικογένεια και τους φίλους του. (…) Μια παρέα καµιά εκατοστή όλων των ηλικιών στέκονταν προσοχή στο µεγάλο µνήµα. Άλλος φώναζε, άλλος καθόταν σιωπηλός. Ένας µπάρµπας κρατούσε ένα χάρτινο οµοίωµα του λαϊκού βάρδου. Ο παππάς ένας χοντρούλης από το Θριάσιο, στο τέλος της δέησης είπε ακαπέλα και το «Μη µου λέτε γι’ αυτή» για µερικά δευτερόλεπτα, µε έναν τέτοιο τρόπο που έµοιαζε µε συνέχεια της ψαλµωδίας. Οι οπαδοί του Καζαντζίδη έχουν καλύτερη φωνή από τους σηµερινούς τραγουδιστές. Μετά από καµιά ώρα πήγαµε σε µια ταβέρνα στη Μεταµόρφωση (…) Κάθισα µε τον στιχουργό Βασίλη Παπαδόπουλο στο ίδιο τραπέζι (…) Καρό τραπεζοµάντηλο. Μια σαλάτα χωριάτικη µε αλάτι χοντρό και λαδωµένα ψωµιά. Ρετσίνα παγωµένη. Κάποια στιγµή µπήκαν στο µαγαζί δύο οικοδόµοι µε πουκάµισα κοντοµάνικα από τα Ιουλιανά -από µέσα φαινόταν η λευκή φανέλα- κρατώντας ένα τεράστιο κάδρο µε µια µεγάλη φωτογραφία του Καζαντζίδη. Με τα ρουθούνια ορθάνοιχτα ο βάρδος, µε ανοιχτό διάπλατα το στόµα, έµοιαζε να είχε ακινητοποιηθεί για πάντα στον χρόνο. Ούτε γέρος, ούτε νέος. Οι δύο εργάτες γυρνούσαν στα τραπέζια ένα ένα, µπουσουλώντας στα γόνατα. Οι φίλοι του Στέλιου σηκώνονταν κάνανε τον σταυρό τους, φίλαγαν τον τραγουδιστή στο πρόσωπο, ή τον χάιδευαν µε αργές κινήσεις, σχεδόν ερωτικά, βουρκωµένοι και κάθονταν µε προσοχή ξανά στις ψάθινες καρέκλες».
Μέσα σε λίγες αράδες και µε δυο χαρακτηριστικές εικόνες, ο δηµοσιογράφος ∆ηµήτρης Μανιάτης περιγράφει στο βιβλίο του «Η Καγκέλω», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόµος το 2024, τη µοναδική λατρεία από τον απλό κόσµο που εξακολουθεί να γνωρίζει, ακόµα και µετά τον θάνατό του, ο µεγάλος λαϊκός βάρδος Στέλιος Καζαντζίδης.
Μια λατρεία που καµία λογική εξήγηση δεν µπορεί να την ερµηνεύσει πειστικά, αλλά την ίδια στιγµή είναι τόσο ισχυρή που δεν σηκώνει καµία αµφισβήτηση.
Οι εκδηλώσεις αγάπης προς τον Στέλιο Καζαντζίδη από θαυµαστές του αµέτρητες. Κάποιες άγγιζαν το φάσµα του µύθου και της τρέλας, δίνοντας ενίοτε έναν κωµικοτραγικό τόνο στο πάθος που πυροδοτούσαν τα τραγούδια και η παρουσία του.
Ένα τέτοιο περιστατικό είχε αφηγηθεί ο µεγάλος Άκης Πάνου στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ο οποίος το κατέγραψε στο βιβλίο του «Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια…», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2010:
«Πάµε ένα βράδυ του ΄58 µε τον Μουρκάκο και τον Κολοκοτρώνη να τον ακούσουµε στον “Αστέρα”, στην Κοκκινιά. Φίσκα το µαγαζί. Μας βάζουν να καθίσουµε σε κάτι καφάσια. Τραγουδάει ο Στέλιος: “Μα κανένας δεν µου φταίει για το χάλι µου / σπάσιµο θέλει το κεφάλι µου”. Και τότε, πετάγεται κάποιος πάνω, σπάει ένα ποτήρι και το καρφώνει στο µέτωπό του! Παγώνουµε όλοι. Τον παίρνουνε αυτόνε γεµάτο αίµατα. Κι ενώ τον σέρνουνε στην έξοδο και ο Στέλιος συνεχίζει το τραγούδι, γυρίζει και του φωνάζει: “Γεια σου, Στελάρα!”. Καταλαβαίνεις; Λέω λοιπόν: Αν φύγει ο Στέλιος από την Κοκκινιά κι αρχίσει να τραγουδάει περπατώντας για να ανέβει στην Αθήνα, µε τον κόσµο που θα µαζέψει δεν κάνει επανάσταση;».

Ακούστε το podcast της σειράς: “Κουπλέ”, εδώ:


