■ Πώς η κρίση µε τη Ρωσία αναδιαµορφώνει τις πολιτικές ισορροπίες στην ΕΕ
Η παρατεταµένη ένταση µε τη Μόσχα, ο πόλεµος µετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και ο φόβος µιας ευρύτερης αποσταθεροποίησης φέρνουν ξανά στο προσκήνιο το πιο φιλόδοξο –και αµφιλεγόµενο– σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: τη συγκρότηση µιας ισχυρής κοινής άµυνας, που πολλοί αποκαλούν ήδη «ευρωστρατό».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται µπροστά σε µια ιστορική καµπή. Η παρατεταµένη κρίση µε τη Ρωσία, σε συνδυασµό µε τον πόλεµο στην Ουκρανία, έχει αναγκάσει τις Βρυξέλλες να επανεξετάσουν ριζικά το δόγµα ασφάλειας που κυριάρχησε µετά τον Ψυχρό Πόλεµο.
Η λογική της «ήπιας ισχύος» και της αποκλειστικής εξάρτησης από το ΝΑΤΟ δίνει σταδιακά τη θέση της σε µια πιο σκληρή, ρεαλιστική προσέγγιση: περισσότερες αµυντικές δαπάνες, κοινός σχεδιασµός και συντονισµένες στρατιωτικές δυνατότητες.
Από την ιδέα του «ευρωστρατού» στην «Ετοιµότητα 2030»
Παρότι ο όρος «ευρωστρατός» εξακολουθεί να χρησιµοποιείται στον δηµόσιο διάλογο, επίσηµα η ΕΕ µιλά για ενίσχυση της κοινής άµυνας και όχι για έναν ενιαίο στρατό υπό µία κεντρική διοίκηση.
Ο βασικός άξονας αυτής της στρατηγικής είναι το σχέδιο «Readiness 2030» (Ετοιµότητα 2030), το οποίο προβλέπει µαζικές επενδύσεις στην άµυνα, µε στόχο η Ευρώπη να είναι στρατιωτικά έτοιµη µέσα στην επόµενη πενταετία.
Το σχέδιο περιλαµβάνει χρηµατοδοτικά εργαλεία που, άµεσα και έµµεσα, µπορούν να φτάσουν συνολικά τα 800 δισ. ευρώ, όχι για τη δηµιουργία ενός ενιαίου στρατεύµατος, αλλά για την ενίσχυση των εθνικών στρατών, την κοινή παραγωγή οπλικών συστηµάτων και τη βελτίωση της στρατιωτικής κινητικότητας εντός της ΕΕ.
Πολιτικές αντιδράσεις και ρωγµές στο ευρωπαϊκό µέτωπο
Η στροφή αυτή δεν είναι χωρίς αντιδράσεις. Κράτη-µέλη της ΕΕ αντιµετωπίζουν διαφορετικά την απειλή από τη Ρωσία και, κατ’ επέκταση, την ανάγκη για βαθύτερη στρατιωτική ενοποίηση.
Χώρες της ανατολικής Ευρώπης, όπως η Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής, πιέζουν για ταχύτερη και πιο αποφασιστική στρατιωτική ενίσχυση, θεωρώντας τη Ρωσία άµεση και υπαρξιακή απειλή.
Νότιες χώρες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, στηρίζουν την ενίσχυση της άµυνας, αλλά εκφράζουν επιφυλάξεις για τη ρητορική «επανεξοπλισµού», φοβούµενες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις.
Άλλες κυβερνήσεις επιµένουν ότι η ευρωπαϊκή άµυνα πρέπει να λειτουργεί συµπληρωµατικά προς το ΝΑΤΟ, και όχι ανταγωνιστικά, αποφεύγοντας τη δηµιουργία παράλληλων δοµών που θα µπορούσαν να αποδυναµώσουν τη συµµαχία.
Οι διαφωνίες αυτές εξηγούν γιατί, παρά τη ρητορική περί «ευρωστρατού», η ΕΕ επιλέγει µια πιο σταδιακή και τεχνοκρατική προσέγγιση.

Τα τέσσερα µεγάλα αµυντικά έργα της Ευρώπης
Στο πλαίσιο της «Ετοιµότητας 2030», η ΕΕ έχει θέσει σε προτεραιότητα τέσσερα εµβληµατικά αµυντικά έργα, που αντανακλούν τα διδάγµατα του πολέµου στην Ουκρανία και τις σύγχρονες µορφές απειλής:
• Eastern Flank Watch (Ανατολική Πτέρυγα)
Σύστηµα επιτήρησης και έγκαιρης προειδοποίησης στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ, µε στόχο την παρακολούθηση στρατιωτικών κινήσεων και υβριδικών απειλών.
• European Air Shield (Ευρωπαϊκή Αερασπίδα)
Πρωτοβουλία για ένα πολυεπίπεδο σύστηµα αεράµυνας που θα προστατεύει τον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο από πυραυλικές και αεροπορικές επιθέσεις.
• European Drone Defence Initiative
Ανάπτυξη τεχνολογιών για την αντιµετώπιση drones, τα οποία έχουν αποδειχθεί καθοριστικά στις σύγχρονες συγκρούσεις, ιδιαίτερα στο ουκρανικό µέτωπο.
• European Space Shield (∆ιαστηµική Ασπίδα)
Προστασία ευρωπαϊκών δορυφόρων και διαστηµικών υποδοµών, κρίσιµων για επικοινωνίες, πλοήγηση και στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ένα αβέβαιο αλλά καθοριστικό µέλλον
Η κρίση µε τη Ρωσία λειτουργεί ως καταλύτης για µια βαθιά αλλαγή στην ευρωπαϊκή στρατηγική κουλτούρα. Η ΕΕ δεν έχει ακόµη έναν ενιαίο στρατό, ούτε φαίνεται έτοιµη να τον αποκτήσει άµεσα. Ωστόσο, τα βήµατα που γίνονται δείχνουν ότι η Ευρώπη εγκαταλείπει οριστικά την αυταπάτη πως η ειρήνη είναι δεδοµένη.
Το ερώτηµα δεν είναι πλέον αν η ΕΕ θα επενδύσει στην άµυνά της, αλλά πόσο γρήγορα και πόσο ενωµένα θα το κάνει. Και σε αυτό το πεδίο, η σκιά της Ρωσίας εξακολουθεί να καθορίζει τις αποφάσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η Ελληνική θέση για τον ευρωστρατό
Σε µια Ευρώπη που αλλάζει υπό την πίεση της ρωσικής κρίσης, η Ελλάδα επιχειρεί να ισορροπήσει ανάµεσα στη συλλογική ασφάλεια και τα εθνικά της συµφέροντα, διεκδικώντας ρόλο ενεργού και αξιόπιστου εταίρου στη νέα αµυντική εποχή της Ένωσης.
Η ελληνική στάση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς συνδυάζει τη γεωπολιτική εµπειρία της χώρας µε τις παραδοσιακές της συµµαχίες.
«Ναι» στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής άµυνας
Η Αθήνα υποστηρίζει ξεκάθαρα την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αµυντικής ικανότητας. Η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι η Ευρώπη δεν µπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στις Ηνωµένες Πολιτείες και στο ΝΑΤΟ για την ασφάλειά της, ιδιαίτερα σε µια εποχή όπου η Ρωσία εµφανίζεται διατεθειµένη να χρησιµοποιήσει στρατιωτική ισχύ για την επιβολή των στόχων της.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα στηρίζει πρωτοβουλίες όπως η «Ετοιµότητα 2030» (Readiness 2030), που προβλέπει αυξηµένες αµυντικές δαπάνες, κοινές προµήθειες οπλικών συστηµάτων και καλύτερο συντονισµό των ευρωπαϊκών ενόπλων δυνάµεων.
Όχι σε ευρωστρατό που θα υποκαθιστά το ΝΑΤΟ
Παρά τη θετική στάση απέναντι στην ευρωπαϊκή αµυντική ολοκλήρωση, η ελληνική πλευρά κρατά αποστάσεις από την ιδέα ενός πλήρως αυτόνοµου ευρωστρατού που θα λειτουργεί ανεξάρτητα ή ανταγωνιστικά προς το ΝΑΤΟ. Για την Αθήνα, η Βορειοατλαντική Συµµαχία παραµένει βασικός πυλώνας ασφάλειας, ιδίως λόγω της ρήτρας συλλογικής άµυνας (Άρθρο 5).
Η ελληνική θέση συνοψίζεται στη λογική της συµπληρωµατικότητας: η ευρωπαϊκή άµυνα πρέπει να ενισχύει το ΝΑΤΟ και όχι να το υποκαθιστά. Αυτή η προσέγγιση ευθυγραµµίζεται και µε τις ανησυχίες άλλων κρατών-µελών που φοβούνται διπλές δοµές και σπατάλη πόρων.
Οι «κόκκινες γραµµές» της Αθήνας
Ιδιαίτερο βάρος δίνει η Ελλάδα στο πολιτικό σκέλος της ευρωπαϊκής άµυνας. Η Αθήνα έχει επανειληµµένα τονίσει ότι δεν µπορεί να συµµετέχουν σε ευρωπαϊκά αµυντικά σχήµατα χώρες που αµφισβητούν κυριαρχικά δικαιώµατα κρατών-µελών ή διατηρούν αναθεωρητική στάση.
Η θέση αυτή συνδέεται άµεσα µε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και εξηγεί γιατί η Ελλάδα αντιµετωπίζει µε επιφύλαξη τη συµµετοχή τρίτων χωρών, όπως η Τουρκία, σε ευρωπαϊκά αµυντικά προγράµµατα. Για την Αθήνα, η κοινή άµυνα της ΕΕ δεν µπορεί να περιλαµβάνει κράτη που θεωρούνται δυνητική απειλή για την ασφάλεια της Ένωσης.
Η ρωσική κρίση
ως καταλύτης
Η στάση της Ελλάδας επηρεάζεται σαφώς από την κρίση µε τη Ρωσία. Η Αθήνα έχει καταδικάσει τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, έχει στηρίξει τις ευρωπαϊκές κυρώσεις και θεωρεί ότι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άµυνας λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι σε παρόµοιες ενέργειες στο µέλλον.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα βλέπει την ευρωπαϊκή αµυντική ολοκλήρωση ως ευκαιρία για ενίσχυση της δικής της ασφάλειας σε µια ευαίσθητη γεωπολιτικά περιοχή, όπως η Ανατολική Μεσόγειος και τα Βαλκάνια.
Ευρωστρατός»: µια ιδέα 70 ετών
Η έννοια του «ευρωστρατού» δεν είναι καινούργια. Αντιθέτως, αποτελεί ένα από τα πιο παλιά και αµφιλεγόµενα σχέδια της ευρωπαϊκής ενοποίησης, το οποίο επανέρχεται δυναµικά κάθε φορά που η ήπειρος βρίσκεται αντιµέτωπη µε σοβαρές απειλές ασφαλείας.
Η πρώτη σοβαρή απόπειρα δηµιουργίας ευρωπαϊκού στρατού έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, σε µια Ευρώπη που προσπαθούσε να ανακάµψει από τον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο. Το 1952 ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Αµυντική Κοινότητα, µε στόχο τη συγκρότηση κοινών ενόπλων δυνάµεων. Το σχέδιο, ωστόσο, κατέρρευσε το 1954, όταν η Γαλλική Εθνοσυνέλευση αρνήθηκε την επικύρωσή του, επικαλούµενη φόβους για απώλεια εθνικής κυριαρχίας.
Για τις επόµενες δεκαετίες, η ευρωπαϊκή άµυνα παρέµεινε στενά συνδεδεµένη µε το ΝΑΤΟ και τις Ηνωµένες Πολιτείες. Ο Ψυχρός Πόλεµος δεν άφηνε πολλά περιθώρια για ανεξάρτητες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες στον τοµέα της ασφάλειας. Η ιδέα του ευρωστρατού επιβίωσε περισσότερο ως πολιτικό όραµα παρά ως ρεαλιστικό σχέδιο.
Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει µετά το τέλος του Ψυχρού Πολέµου. Οι πόλεµοι στα Βαλκάνια τη δεκαετία του 1990 αποκάλυψαν τις αδυναµίες της Ευρώπης να διαχειριστεί κρίσεις χωρίς εξωτερική βοήθεια. Το 1999, η ΕΕ προχώρησε στη δηµιουργία της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άµυνας, θέτοντας τις βάσεις για κοινές στρατιωτικές αποστολές και δοµές συντονισµού.
Την επόµενη δεκαετία, ιδρύθηκαν µηχανισµοί όπως το Στρατιωτικό Επιτελείο της ΕΕ και οι Οµάδες Μάχης της ΕΕ, που σχεδιάστηκαν ως δυνάµεις ταχείας επέµβασης. Παρά τις φιλοδοξίες, οι δοµές αυτές παρέµειναν περιορισµένες και ουδέποτε εξελίχθηκαν σε πραγµατικό ενιαίο στρατό.
Η καµπή ήρθε µετά το 2014, µε την προσάρτηση της Κριµαίας από τη Ρωσία, και κορυφώθηκε το 2022 µε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Από τότε, η συζήτηση για την ευρωπαϊκή άµυνα απέκτησε νέο επείγοντα χαρακτήρα. Η ΕΕ προχώρησε σε πρωτοβουλίες όπως η PESCO, το Ευρωπαϊκό Ταµείο Άµυνας, ο Στρατηγικός Πυξίδας και, πιο πρόσφατα, το σχέδιο «Ετοιµότητα 2030», που προβλέπει µαζικές επενδύσεις στην αµυντική ικανότητα της Ένωσης.
Παρά τις εξελίξεις, ένας πλήρης ευρωστρατός µε ενιαία διοίκηση εξακολουθεί να µην υπάρχει. Οι εθνικές κυβερνήσεις παραµένουν επιφυλακτικές, φοβούµενες απώλεια ελέγχου και επικαλύψεις µε το ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η πορεία δείχνει ξεκάθαρα προς βαθύτερη στρατιωτική συνεργασία.
Η ιστορία του ευρωστρατού είναι, στην ουσία, η ιστορία των φόβων και των διληµµάτων της ίδιας της Ευρώπης. Και όπως φαίνεται, η κρίση µε τη Ρωσία µπορεί να αποδειχθεί ο καταλύτης που θα µετατρέψει ένα παλιό όραµα σε πιο απτή πραγµατικότητα.


