» Μικρές ιστορίες µε τρυφερότητα, περιέργεια και λίγη από εκείνη τη θηλυκή επιµονή που δεν ζητά συγγνώµη
Πριν από µερικές µέρες, αργά το απόγευµα, επέστρεφα στο σπίτι και µπροστά µου περπατούσε µια παρέα από κορίτσια. Έφηβες, µε την ανεµελιά και τον αυθορµητισµό που χαρακτηρίζει αυτές τις ηλικίες. Ήταν σε κοντινή απόσταση, οπότε άκουγα τη συζήτησή τους.
Τα κορίτσια είχαν διαβάσει Τολστόι και Φλωµπέρ. Την Άννα Καρένινα και τη Μαντάµ Μποβαρί.
«Εγώ τη θαυµάζω» είπε η µία.
«Τόλµησε» είπε µια άλλη.
«Αγάπησε πραγµατικά» συµπλήρωσε η τελευταία.
Και οι δύο ηρωίδες αγάπησαν και τα έχασαν όλα για τον έρωτα. Θυσιάστηκαν στο όνοµά του. Κι όµως, η Άννα ήταν η αγαπηµένη τους. Στα λόγια τους υπήρχε µια ιδιαίτερη συµπόνια γι’ αυτήν. Της είχε και ο συγγραφέας της. Ο Τολστόι αγάπησε την Άννα και τη συµπόνεσε. Η Άννα αγάπησε αληθινά. Τα είχε όλα και τα έχασε όλα και για να γλυτώσει από τον πόνο, έπεσε στις ράγες του τραίνου, επειδή δεν άντεχε άλλο.
Η Έµµα Μποβαρί, αντίθετα, δεν είχε τίποτα και έψαχνε τα πάντα. Ο Φλωµπέρ δεν αγάπησε την ηρωίδα του, αντίθετα την έστρεψε στην καταστροφή χωρίς λόγο.
∆ύο γυναίκες από άλλον αιώνα, που όµως περπατούσαν ανάµεσά µας εκείνο το απόγευµα -ανάµεσα στις βιτρίνες, µε κινητά και καφέδες στο χέρι. Τα κορίτσια µιλούσαν για τον έρωτα σαν κάτι αυτονόητο και ταυτόχρονα ηρωικό. Σαν να δικαιώνει από µόνος του ό,τι γκρεµίζει. Τις άκουγα να υπερασπίζονται την αυτοκαταστροφή µε επιχειρήµατα καρδιάς.
Σκέφτηκα, πως έτσι διαβάζονται τα βιβλία στην αρχή της ζωής: µε θαυµασµό. Αργότερα, ίσως, διαβάζονται µε φόβο. Ίσως επειδή τότε καταλαβαίνουµε πως οι ηρωίδες µένουν µόνες. Ο έρωτας παίρνει άλλη µορφή ή και καµία.
Τα κορίτσια στρίψανε στη γωνία, γελώντας. Κουβαλούσαν τη δική τους, υπέροχη ιδέα για τον έρωτα. Και κάπου µέσα τους κουβαλούσαν την Άννα και την Έµµα, που θα τις θυµηθούν στο µέλλον τους, τη στιγµή που θα πρέπει να αποφασίσουν αν είναι απαραίτητο τελικά να πεθάνεις για έναν έρωτα…!
*Η Αρετή Καµπίτση είναι συγγραφέας


