Κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του θα ήθελε να γράψει την αυτοβιογραφία του. Κάθε άνθρωπος επίσης που σέβεται τον εαυτό του, ξέρει πως δεν έχει πράξει τίποτα το σπουδαίο για να γραφτεί σε αυτήν.

Εκτός από µια δυο στιγµές που του συνέβησαν και διαπίστωσε πως αυτή η ζωή αξίζει τον κόπο. Αξίζει τον κόπο ακόµα κι όταν όλα έχουν τελειώσει κι όταν όλα µοιάζουν σκοτεινά, ακόµα κι αν όλα τριγύρω πάνε κατά διαόλου.
Πάνε πολλά χρόνια, έξι-εφτά περίπου, ήταν Χριστούγεννα, όχι ακριβώς, ήταν οι µέρες των Χριστουγέννων. Γυρνούσα οδηγώντας νύχτα στο σπίτι. Το κεφάλι µου γεµάτο από σκέψεις, νότες αβέβαιες, λυπηρές. Στο µυαλό του καλλιτέχνη συµβαίνουν αυτά, άλλωστε αυτά γράφει, εµπνέεται και βρίσκει τρόπο να υπάρχει.
Στη ∆ηµοκρατίας άναψε κόκκινο φανάρι. Σταµάτησα χωρίς επιλογή. Είναι φορές, που το να µην έχεις επιλογή, είναι η ωραιότερη λύση.
Ελάχιστα τα αυτοκίνητα δίπλα µου. Το δικό µου, ένα από τον απέναντι δρόµο κι άλλα δύο πίσω µου. Κι όπως σηκώνω το βλέµµα µου να τσεκάρω το φανάρι βλέπω το αστέρι. Ένα αστεράκι µικρό, κολληµένο στην κολώνα της ∆ΕΗ.
Μερικές φορές το θαύµα των Χριστουγέννων δεν έρχεται µε µεγάλες ποµπές. Χρειάζεται βέβαια να διαβάζεις τα θαύµατα ή για να το πω πιο απλά, χρειάζεται να βλέπεις παντού σκοτάδι, για να αντιληφθείς πως το αστεράκι που εµφανίζεται µπροστά σου σε κάθε φανάρι, είναι το θαύµα που δεν βλέπεις.
Αυτή η µικροσκοπική κουκίδα που είναι γεµάτη φως. Χώθηκε µέσα µου σαν το αστέρι της γέννησης. Το είχα ανάγκη; Μπορεί; Τα παραλέω; Ίσως. Όµως, όπως τότε, εκείνο το αστεράκι εµφανίζεται µπροστά µου κάθε φορά που πάει να σκοτεινιάσει.
Τα θαύµατα είναι µέσα µας. Είναι πάντα εκεί και χρειάζεται µόνο να τα δούµε. Τώρα που είναι πάλι µέρες Χριστουγέννων, το αστεράκι λάµπει ξανά εκεί.
Αν βρεθείς στον ίδιο δρόµο µε τον δικό µου, κάνε µου µια χάρη και σήκωσε το βλέµµα σου να το δεις. Κι αν δεν έχει Αστέρι δεν πειράζει. Για όλους µας υπάρχει ένα φως, αναµµένο πάντοτε, αριστερά στο στήθος, στάσου λίγο στη σιωπή και θα νοιώσεις τη λάµψη του.


