» Μικρές ιστορίες µε τρυφερότητα, περιέργεια και λίγη από εκείνη τη θηλυκή επιµονή που δεν ζητά συγγνώµη
Το κλείσιµο των ΕΛΤΑ είναι κάτι περισσότερο από µια διοικητική αναδιάρθρωση. Είναι ένα µικρό πένθος που απλώνεται σαν αθόρυβη απόσυρση στις γειτονιές και τα χωριά. Οι µπλε πόρτες, που χρόνια άνοιγαν σε ήχους, φωνές και γραµµατόσηµα, κατεβάζουν ρολά. Ο τόπος που άλλοτε φιλοξενούσε την αγωνία ενός φακέλου, την προσµονή µιας απάντησης, τη συγκίνηση ενός γραψίµατος, αδειάζει. Στις παλιές αίθουσες µε τα φθαρµένα γκισέ, έµεινε να αιωρείται η µυρωδιά του χαρτιού και του χρόνου.
Ο ταχυδρόµος, µε το τσακισµένο του σακίδιο και το στραβό καπέλο του, γυρνούσε τις γειτονιές και έφτανε µέχρι το πιο αποµακρυσµένο χωριό. Ήξερε τα σπίτια ένα προς ένα, τα πρόσωπα και τις ιστορίες τους. Ήταν κάτι παραπάνω από αγγελιοφόρος. Ήταν ο σύνδεσµος µε τον έξω κόσµο, ο φορέας µιας µικρής ελπίδας. Ήταν η ελπίδα της γιαγιάς που περίµενε τη σύνταξη και η αγωνιώδης προσµονή της µάνας σε ένα γράµµα από την ξενιτιά. Ήταν τα µικρά µυστικά και τα µεγάλα όνειρα ανάµεσα σε φίλες που αλληλογραφούσαν κι έκλειναν µέσα στην τελευταία λέξη τους την προσµονή για απάντηση, που σήµαινε αποδοχή και σηµαντικότητα. Ήταν το γράµµα των µικρών παιδιών στον Αη Βασίλη και η ελπίδα των µεγάλων πως, ίσως, γιατί όχι, µπορεί και να υπάρχει εν τέλει ένας Αη Βασίλης, που ακούει τα ανοµολόγητα όνειρα.
Όλα αυτά τώρα έχουν αντικατασταθεί από τις οθόνες, τα ψηφιακά ειδοποιητήρια, τα κλικ που δεν έχουν φωνή.
Ίσως, τελικά, να µη θρηνούµε τα ίδια τα ταχυδροµεία, αλλά όσα αυτά συµβόλιζαν: έναν κόσµο πιο αργό, πιο ευγενικό, όπου το γράµµα δεν ήταν πληροφορία, µα µοίρασµα ψυχής. Κι αυτό, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, θα το θυµόµαστε πάντα, όσο τουλάχιστον µας επιτρέπει η βίαιη βιασύνη των καιρών.


