Τον Φεβρουάριο του 2002, σε ένα σφαγείο στο Σινσινάτι του Οχάιο, µια λευκή αγελάδα διέκοψε τη βεβαιότητα του θανάτου κάνοντας κάτι αδιανόητο: δραπέτευσε.
Την ώρα που οι εργάτες του σφαγείου ετοιµάζονταν για µια ακόµη συνηθισµένη µέρα, εκείνη πέρασε αθόρυβα την πύλη, πήδηξε τον ψηλό φράχτη και προσγειώθηκε στο παγωµένο πεζοδρόµιο. Για µια στιγµή έµεινε ακίνητη, σαν να προσπαθούσε βεβαιωθεί πως αυτό που είχε συµβεί ήταν αληθινό, κι έπειτα άρχισε να τρέχει.
Αργότερα θα την ονόµαζαν Σινσινάτι Φρήντοµ και θα γινόταν σύµβολο του αγώνα για τα δικαιώµατα των ζώων. Για την ώρα δεν είχε όνοµα ούτε ταυτότητα· ήταν απλώς ένα πλάσµα που πάλευε να κρατηθεί στη ζωή.
Για έντεκα µέρες παρέµεινε ελεύθερη, διαφεύγοντας τη σύλληψη. ∆ιέσχισε δρόµους και πάρκα, κρύφτηκε σε γειτονιές, ξέφυγε από ανθρώπους, οχήµατα, παγίδες. ∆εν ήξερε τον δρόµο, δεν είχε σχέδιο ή προορισµό· είχε µόνο την επιθυµία που γεννιέται σε κάθε ζωντανό πλάσµα όταν του δίνεται η ευκαιρία: να συνεχίσει να υπάρχει.
Η πόλη την παρακολουθούσε µαγεµένη. Τα δελτία ειδήσεων µετέδιδαν κάθε της κίνηση· τα παιδιά στο σχολείο τη ζωγράφιζαν· κι όλοι µαζί την ακολουθούσαν µε κοµµένη την ανάσα. Κάτι βαθιά ανθρώπινο είχε αγγίξει την κοινότητά τους. Στην ατίθαση φυγή της αγελάδας, οι άνθρωποι αναγνώριζαν τον εαυτό τους· την τρωτότητά τους, την επιµονή τους – ένα κοµµάτι τους έτρεχε µαζί της.
Όταν τελικά την έπιασαν, συνέβη κάτι απροσδόκητο. Οι άνθρωποι που συγκινήθηκαν από την ιστορία της πίεσαν τις αρχές, διαµαρτυρήθηκαν, επέµειναν να µην επιστρέψει στο σφαγείο. Και η ζωή της χαρίστηκε. Η Φρήντοµ δεν γύρισε ποτέ πίσω. Μεταφέρθηκε σε καταφύγιο, όπου έζησε ήσυχα, ανάµεσα σε ζώα που, όπως κι εκείνη, είχαν ξεφύγει από τη µοίρα τους.
Πέθανε το 2008 σε ηλικία 15 ετών. Την έθαψαν σε έναν λόφο µε θέα στο λιβάδι όπου πέρασε τα τελευταία της χρόνια. Σε µια πέτρα χαράχτηκαν οι λέξεις: «Σινσινάτι Φρήντοµ – Έτρεξε για να ζήσει.»
Η ιστορία της Φρήντοµ άγγιξε και συνεχίζει να αγγίζει τους ανθρώπους για την καθαρότητα, το ακατάβλητο πείσµα και την αδιαπραγµάτευτη επιθυµία της για ζωή. Σε έναν κόσµο εκπαιδευµένο να αγνοεί τον πόνο των ζώων, µια αγελάδα αρνήθηκε να συµµορφωθεί, να δεχτεί το θάνατο που της επιβλήθηκε.
Και, µέσα από την αντίστασή της, µας έφερε αντιµέτωπους µε µια άβολη αλήθεια: εφόσον η αξία της ζωής πηγάζει αποκλειστικά από την ίδια της την επιθυµία να υπάρξει, κάθε ισχυρισµός ότι η ζωή των ζώων είναι λιγότερο σηµαντική από τη ζωή των ανθρώπων είναι αβάσιµος. Κι αν η επιθυµία για ζωή δεν είναι αποκλειστικά ανθρώπινη, τότε το δικαίωµα της αφαίρεσής της δεν µπορεί να παραµένει αυτονόητο.


