Κύριε διευθυντά,
σε µια χώρα που αρέσκεται να συζητά για την οδική ασφάλεια κατόπιν εορτής, το εθνικό µας δίκτυο έχει µετατραπεί σε µια επικίνδυνη παγίδα, µια σύγχρονη εκδοχή του «κρεβατιού του Προκρούστη». Οδηγοί και οχήµατα ακρωτηριάζονται καθηµερινά, όχι µόνο από δική τους υπαιτιότητα, αλλά από µια συστηµατική και εγκληµατική αδιαφορία των αρµόδιων φορέων.
Η ανατοµία του παραλόγου:
Σχεδιασµένοι πριν από δεκαετίες για ταχύτητες 80 km/h, οι δρόµοι µας σήµερα θυµίζουν βοµβαρδισµένο τοπίο. Η κακή συντήρηση του οδοστρώµατος, η οργιώδης βλάστηση που κρύβει την ορατότητα και οι παράνοµες παρεµβάσεις στις νησίδες και τις µπάρες ασφαλείας για να εξυπηρετούνται ιδιωτικά συµφέροντα, χωράφια και προσκυνήµατα έχουν υποβαθµίσει τις εθνικές οδούς σε δρόµους οικιακής χρήσης.
Η παγίδα των ορίων ταχύτητας:
Η πολιτεία, αντί να αποκαταστήσει την οδική ασφάλεια, επιλέγει την εύκολη λύση: την άναρχη σπορά πινακίδων. Στα ίδια λίγα χιλιόµετρα, ο οδηγός έρχεται αντιµέτωπος µε ένα χάος αντιφατικών ορίων: 30, 40, 50, 70. Αυτή η «χορογραφία» των πινακίδων δεν εξυπηρετεί την ασφάλεια, αλλά τη µετακύλιση της ευθύνης. Αν συµβεί το µοιραίο, το κράτος «νίπτει τας χείρας του», καθώς ο οδηγός πάντα θα «έτρεχε πάνω από το όριο», έστω και αν το όριο αυτό είναι τεχνικά και λογικά ανυπόστατο για εθνική οδό.
Ερωτήµατα που απαιτούν απάντηση:
Ποιος λογοδοτεί για τις ξηλωµένες µπάρες ασφαλείας που επιτρέπουν την αυθαίρετη είσοδο και έξοδο οχηµάτων σε µια οδό ταχείας κυκλοφορίας;
Πού σταµατά η πρόληψη και πού ξεκινά η εισπρακτική µανία; Μήπως η διατήρηση αυτού του χάους βολεύει δήµους και κράτος για την πλήρωση των ταµείων µέσω προστίµων, αντί για την επένδυση σε έργα υποδοµής;
Γιατί η Τροχαία και η Περιφέρεια κλείνουν τα µάτια στην κακοτεχνία και την αυθαιρεσία, αλλά εξαντλούν την αυστηρότητά τους µόνο στον τελικό χρήστη;
Συµπέρασµα:
Το να κατηγορούµε αποκλειστικά την «κακή οδηγική παιδεία» των Ελλήνων είναι η µισή αλήθεια. Η άλλη µισή είναι η κρατική ανευθυνότητα. Όταν το κράτος αντιµετωπίζει τον οδηγό ως «πελάτη» προς είσπραξη και όχι ως πολίτη προς προστασία, τότε ο δρόµος παύει να είναι µέσο µετακίνησης και γίνεται ρωσική ρουλέτα.
∆εν φταίει πάντα ο πολίτης που τρέχει. Φταίει αυτός που τον αναγκάζει να οδηγεί σε έναν δρόµο-φάντασµα, περιµένοντας απλώς στη γωνία για να τον φορολογήσει πάνω στα συντρίµµια της ασφάλειάς του.
Με εκτίµηση,
Νικήτας Γ. Παπαδογιαννάκης


