11.7 C
Chania
Σάββατο, 14 Μαρτίου, 2026

Επιστολές: Οι 200 της Καισαριανής ως φάρος και οδηγός για το σήµερα

» Η ιστορική µνήµη και η οργάνωση των απεργιακών αγώνων ως πράξεις αντίστασης απέναντι

στον αναθεωρητισµό, την κοινωνική οπισθοδρόµηση και τις θεωρίες της ήττας

Κύριε διευθυντά,

οι 200 της Καισαριανής δεν είναι απλά ένας αριθµός ή ένα κεφάλαιο στα βιβλία της Ιστορίας. Είναι ένας ζωντανός φάρος για τα καθήκοντα του εργατικού κινήµατος και της Αριστεράς σήµερα, σε ένα περιβάλλον επιδείνωσης της καπιταλιστικής κρίσης και της φασιστικής απειλής που επιδιώκει να εξαφανίσει κάθε φωνή διαµαρτυρίας, αντίθεσης και κοινωνικής διεκδίκησης. Πραγµατικά, για να τα λέµε όλα, το καθήκον όλων όσοι διεκδικούν –δυστυχώς, περισσότερο για τον κοµµατικό φορέα τους και λιγότερο για την υπεράσπιση της ιστορικής µνήµης και της ιστορίας των αγώνων της εργατικής τάξης– τη συνέχεια των 200 εκτελεσθέντων κοµµουνιστών (και αριστερών και αγωνιστών), αλλά και όσων αναφέρονται στην Αριστερά, δεν είναι άλλο από το εξής απλό: να µην φτάσουµε σε συνθήκες Κατοχής, να µην φτάσουµε σε συνθήκες ήττας του εργατικού κινήµατος (όσοι/ες/α λένε για την ήττα της Αριστεράς στον τόπο µας και στην παρούσα περίοδο µάλλον δεν έχουν καταφέρει να διαβάσουν σωστά ούτε την ιστορία εκείνων των χρόνων ούτε την πολιτική συγκυρία σήµερα), να µην φτάσουµε στις µέρες εκείνες µε τα τάγµατα εφόδου στους δρόµους, µε τις εκτελέσεις και τις δολοφονίες, µε τις εξορίες και τις φυλακές. Αλλά αυτό σηµαίνει ότι δεν θα αναπαράγουµε τις λανθασµένες πολιτικές του παρελθόντος που στιγµάτισαν την ελληνική και διεθνή Αριστερά.

Οφείλουµε να πούµε ακόµη ότι η Ελλάδα δεν γνώρισε τη βία της ακροδεξιάς µόνο κατά τη διάρκεια της Κατοχής και στα χρόνια που ακολούθησαν τη λήξη του Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου. Από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης καταγράφηκαν επιθέσεις και δολοφονίες που έδειχναν την ύπαρξη οργανωµένων ακροδεξιών οµάδων και την ανοχή που απολάµβαναν από την κεντρική εξουσία και τις κυβερνήσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγµατα αποτελούν οι βοµβιστικές επιθέσεις νεοφασιστικών οµάδων στον κινηµατογράφο «Έλλη» στο κέντρο της Αθήνας, στις 11 Μαρτίου 1978, και στο θέατρο «Ρεξ» στην οδό Πανεπιστηµίου. Ανάµεσα στους συλληφθέντες βρισκόταν ο τότε έφεδρος αξιωµατικός Νίκος Μιχαλολιάκος, ο οποίος θεωρήθηκε υπεύθυνος για την προµήθεια εκρηκτικού υλικού από τον στρατό. Οι επιθέσεις κατά κοινωνικών χώρων και πολιτικών οργανώσεων (ΟΣΕ), οι δολοφονίες και οι επιθέσεις εναντίον ντόπιων και µεταναστών, αγωνιστών, πολιτικών χώρων, µαθητών και καθηγητών, όπως η δολοφονία του Νίκου Τεµπονέρα, αποτελούν ενδεικτικά γεγονότα µιας πολιτικής και κοινωνικής πραγµατικότητας που κράτησε δεκαετίες. Και αυτό γιατί ο φασισµός δεν είναι απλώς µια ακραία ιδεολογία µίσους αλλά πολιτικό εργαλείο που αξιοποιείται σε περιόδους κοινωνικής αποσταθεροποίησης και βαθιάς κρίσης, όταν το σύστηµα χρειάζεται µηχανισµούς εκφοβισµού και καταστολής απέναντι στις λαϊκές αντιδράσεις. Η συνέχεια αυτής της βίας κορυφώθηκε µε τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τα τάγµατα εφόδου της Χρυσής Αυγής. Την ίδια στιγµή διαµορφωνόταν ένα µαζικό και αποφασιστικό αντιναζιστικό ρεύµα, µε την επαναστατική Αριστερά στην πρώτη γραµµή, που ενεργοποιούσε τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά στις γειτονιές, συσπείρωνε την οργανωµένη εργατική τάξη στο πλευρό του και έδινε οργανωµένη, συλλογική απάντηση στα χτυπήµατα της ναζιστικής συµµορίας. Με αυτόν τον τρόπο φτάσαµε στην καταδίκη της εγκληµατικής οργάνωσης κι έκλεισε ένας κύκλος χρόνιας ανοχής από την κεντρική εξουσία και τις κυβερνήσεις στην ακροδεξιά βία.

Πιέσεις

Όσο για τις συγκλονιστικές φωτογραφίες της Καισαριανής, το ότι έρχονται στην Ελλάδα είναι αποτέλεσµα όχι απλώς των γρήγορων αντανακλαστικών των προοδευτικών ανθρώπων που κινητοποιήθηκαν για την απόκτησή τους αλλά της ύπαρξης µιας γερά ριζωµένης, προοδευτικής και δηµοκρατικής, αντιρατσιστικής και αντιφασιστικής δυναµικής στη χώρα µας. Της ίδιας δυναµικής που έβαλε στη φυλακή τη Χρυσή Αυγή και που δίνει τις µάχες της ενάντια στην κυβέρνηση της φτώχειας, του πολέµου και του ρατσισµού. Χωρίς τη συγκεκριµένη δύναµη, τολµώ να πω, δεν θα είχε ανοίξει καν ο φάκελος της δίκης. Χωρίς αυτήν τη δύναµη δεν θα είχαν κινητοποιηθεί οι αρµόδιες υπηρεσίες για να αποκτήσουν τις φωτογραφίες. Αλήθεια, νοµίζετε ότι µια κυβέρνηση που, καθώς βρίσκεται σε κρίση και έχοντας χάσει κάθε κοινωνικό έρεισµα, ποντάρει στην επίθεση κατά της Αριστεράς και του εργατικού κινήµατος, θα είχε καµία διάθεση να αποκτήσει τις φωτογραφίες που ισοπεδώνουν εν τη γενέσει της την αντιαριστερή/αντεργατική προπαγάνδα; Όχι, δεν υπήρχε περίπτωση. Για να το πούµε κι αλλιώς, σε συνθήκες ήττας οι φωτογραφίες όχι µόνο δεν θα έρχονταν στην Ελλάδα ως ένα µνηµείο της νεότερης Ιστορίας αλλά θα παρέµεναν προς πώληση στη γνωστή σελίδα αγοραπωλησιών όπου αναρτήθηκαν αρχικά.

Η συγκεκριµένη πίεση οδήγησε την κυβέρνηση να επιδείξει το (υποκριτικό) ενδιαφέρον της για τους 200, ενώ από την πρώτη στιγµή ανάληψης της εξουσίας πάγωσε τις µελέτες για την κατασκευή κεντρικού Μουσείου της Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα, όπως ακύρωσε και τις εκδηλώσεις για την Απελευθέρωση της πόλης στις 12 Οκτωβρίου 1944, ώστε να αποφευχθούν αναφορές στις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις εκείνης της περιόδου που εξέφραζαν µια βαθιά κοινωνική διεργασία και τη βούληση των εργαζοµένων και των φτωχών να µη συνεχίσουν να κυβερνώνται όπως πριν. Σε αυτό το Μουσείο οφείλουν να πάνε και οι φωτογραφίες, µε µια προσωρινή φιλοξενία στο Μουσείο της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης που λειτουργεί στον χώρο του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής.

Κατά τη γνώµη µας, το αίτηµα για την κατασκευή ενός Μουσείου, προσβάσιµου σε όλους, είναι πιο ώριµο από ποτέ και σε σύνδεση µε τα αντίστοιχα µουσεία που υπάρχουν στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στη Γερµανία, στη ∆ανία, στη Νορβηγία και ακόµη στο Λουξεµβούργο. Και µην ξεχνάµε ότι τα µουσεία της Αντίστασης δεν είναι ουδέτεροι χώροι, είναι κατάκτηση του εργατικού κινήµατος και συνεπώς το εργατικό κίνηµα οφείλει να αναδείξει ως κεντρική τη συγκεκριµένη διεκδίκηση. Προφανώς, αυτό δεν σηµαίνει ότι στο Μουσείο της Αντίστασης οι φωτογραφίες των 200 κοµµουνιστών της Καισαριανής –των περίπου 170 παλιών Ακροναυπλιωτών και Αναφιωτών πολιτικών κρατουµένων της µεταξικής δικτατορίας, του διαγραµµένου από το ΚΚΕ Στέλιου Σκλάβαινα και των 11 αγωνιστών της επαναστατικής Αριστεράς της εποχής (έξι τροτσκιστών και πέντε αρχειοµαρξιστών, που κατά την εκτέλεσή τους τραγουδούσαν τη «∆ιεθνή» και όχι τον Εθνικό Ύµνο)– τους οποίους ο κρατικός µηχανισµός της λεγόµενης «εθνικής ενότητας» παρέδωσε αµαχητί στους ναζιστές και φασίστες κατακτητές, αποδεικνύοντας ότι η περιβόητη εθνική ενότητα υπήρξε και παραµένει επικίνδυνη πλάνη, θα τοποθετηθούν δίπλα σε φωτογραφίες µελών της οργάνωσης Χ ή των ταγµατασφαλιτών. Ακριβώς το αντίθετο. Αυτό είναι ζήτηµα πολιτικού και ιστορικού προσανατολισµού του ίδιου του Μουσείου και πρέπει να αποτελέσει αντικείµενο διεκδίκησης. Αντί, λοιπόν, ένα τµήµα της προοδευτικής διανόησης να αντιµετωπίζει µε καχυποψία ή να «ξορκίζει» την ίδια την κατασκευή του Μουσείου –όπως, για παράδειγµα, πράττει σε πρόσφατο κείµενό του στον Ηµεροδρόµο ο ιστορικός Γ. Μαργαρίτης– οφείλει να παρέµβει ώστε να καθοριστεί το περιεχόµενο και ο χαρακτήρας του. Στον ίδιο ακριβώς προσανατολισµό πρέπει να ενταχθούν και τα αιτήµατα για την ανάδειξη και την προστασία µνηµείων όπως το Φρούριο Ιτζεδίν, τα οποία, αν οι συνθήκες το επέτρεπαν, θα είχαν ήδη µετατραπεί σε ξενοδοχεία πολυτελείας, σύµφωνα µε το πρότυπο που επιχειρούν να επιβάλουν στον Λόφο Καστέλι.

Και για να επιστρέψουµε στην αρχή της παρέµβασής µας, η υπεράσπιση της ιστορικής µνήµης αλλά και της συνέχειας στο σήµερα δεν είναι άλλη από την ανάπτυξη των εργατικών, κοινωνικών και αντιρατσιστικών αγώνων σε ενωτική, ανατρεπτική κατεύθυνση, µε εκείνα τα αιτήµατα που θα βάλουν µπροστά τις ανάγκες της εργατικής τάξης και όλων των καταπιεσµένων τάξεων. Και τα αιτήµατα είναι γνωστά και συγκεκριµένα: ξεκινούν από το αίτηµα για τη νέα καταδίκη της Χρυσής Αυγής στο Εφετείο, για την ανατροπή της κυβέρνησης που ετοιµάζει στρατό για να καταστείλει την αντίσταση του παλαιστινιακού λαού στη Γάζα και δολοφονεί στην Πύλο, στα Τέµπη, στη Χίο και στη Βιολάντα, και φτάνουν µέχρι την ανάδειξη της αναγκαιότητας του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή, στις τράπεζες και στην κοινωνία, ώστε να µην επαναληφθούν ιστορικά φαινόµενα που σηµάδεψαν τον τόπο. Μόνο έτσι τιµούµε ουσιαστικά τους 200 της Καισαριανής. Εκεί θα κριθούµε.

Ειρηναίος Μαράκης

ποιητής, µέλος ΚΕΕΡΦΑ Χανίων


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα